Δευτέρα, 09 Νοεμβρίου 2009

Η κριτική ως fast food


Τα τελευταία χρόνια οι εξελίξεις στο χώρο του τύπου, ο οποίος έχει σχέση με τον χώρο του βιβλίου, είναι σχεδόν καθημερινές ώστε δεν προλαβαίνουμε να τις καταγράψουμε. Έντυπα φυλλοροούν, ανανεώνονται, κλείνουν, εμφανίζονται καινούρια. Έτσι τα Βιβλία του πάλαι ποτέ κραταιού Βήματος με ένα από τα πρώτα σοβαρά ένθετα για το βιβλίο κατάντησε σκιά του εαυτού του με ελάχιστες βιβλιοκριτικές. Το ένθετο του Ελεύθερου Tύπου έκλεισε πριν από την εφημερίδα. Η Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας ανανεώθηκε όχι μόνο στη μορφή αλλά και στον τρόπο προσέγγισης της κριτικής καταργώντας τα αφιερώματα και τα μεγάλα κείμενα. Παρ’ όλα αυτά μαζί με τις Αναγνώσεις της Αυγής, το Βιβλιοδρόμιο των Νέων και τη βιβλιοκριτική της Καθημερινής αποτελούν τις σοβαρότερες προσπάθειες στο χώρου του ημερήσιου τύπου, σε μια εποχή που δυστυχώς απειλούνται κυκλοφοριακά οι παραδοσιακά μεγάλες εφημερίδες και ο κόσμος στρέφεται αγεληδόν στα νέα έντυπα με την εύκολη ρητορική, το life style και τα πολλά DVD.
Ένα άλλο χαρακτηριστικό των τελευταίων ετών στην κριτική του βιβλίου, είναι η εμφάνιση του free press είτε με τη μορφή των εβδομαδιαίων εντύπων είτε των αυτοτελών μηνιαίων τα οποία είναι και πιο σοβαρές προσπάθειες. Ειδικά στα εβδομαδιαία ποικίλης ύλης, παρά τις καλές υπογραφές, υπάρχει ένα πνεύμα το οποίο διαποτίζει τα πάντα και επιβάλει κείμενα μικρά και εύπεπτα. Όσο απομακρυνόμαστε από το λογοτεχνικό περιοδικό για να φτάσουμε στο εβδομαδιαίο free press μοιάζει να υπάρχει μια πρέσα η οποία μεταμορφώνει τα κριτικά κείμενα σε fast food φτιαγμένα για τον βιαστικό αναγνώστη, ο οποίος θα ξεφυλλίσει γρήγορα τις σελίδες αφού δεν έχει χρόνο όχι για μεγάλες αναλύσεις αλλά ούτε για την ίδια του τη ζωή, έτσι που στο τέλος να θυμάσαι τον Μακ Λιούαν ότι το «μέσο είναι το μήνυμα».
Πάντως για όλα τα έντυπα και ένθετα τα οποία εξαρτώνται από τη διαφήμιση υπάρχει ένα κρίσιμο ερώτημα το οποίο κρύβεται κάτω από λαμπερές πολύχρωμες σελίδες. Πόσο μπορούν να συγκρουστούν με τις επιταγές της αγοράς; Πόσο μπορούν να διακινδυνεύσουν να δυσαρεστήσουν με τα γραφόμενα τους εκδοτικούς οίκους οι οποίοι θα τους στερήσουν το οξυγόνο της ύπαρξης; Απ’ αυτή την άποψη η νέα έκδοση του The Athens Review of Books έχει δυο σημαντικές θετικές παραμέτρους που είναι κόντρα στο ρεύμα της εποχής: τα μεγάλα κείμενα και τη δαπάνη της αγοράς. Στο προγραμματικό εισαγωγικό κείμενο μας υπόσχονται πολλά. Οψόμεθα.

Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2009

ΕΚΕΒΙ: Ένα βήμα μπρος δυο βήματα πίσω

Μέσα στο προεκλογικό κλίμα των ημερών πέρασε μάλλον απαρατήρητος ο διορισμός νέου ΔΣ στο ΕΚΕΒΙ. Το πρώτο το οποίο ξενίζει είναι η χρονική συγκυρία στην οποία έγινε, γεγονός που οδήγησε και τον εκδότη Σάμη Γαβριηλίδη να μην αποδεχτεί τη συμμετοχή του σ’ αυτό. Το δεύτερο είναι ο ορισμός ως προέδρου ενός προσώπου άσχετου με τον χώρο του βιβλίου, αντίθετα με την παράδοση που επικρατούσε. Το πιο σημαντικό και μελαγχολικό όμως, πέρα από τις αλλαγές των προσώπων, είναι η «συνεχιζόμενη αδιαφορία της (πολιτείας) απέναντι στο Κέντρο και στον σκοπό του» και η απαξίωσή του, όπως κατήγγειλε ο απερχόμενος πρόεδρος Πέτρος Μάρκαρης, η οποία καθιστούσε την παρουσία του περιττή.

Δυο πράγματα όμως από το ΕΚΕΒΙ με εξέπληξαν ευχάριστα. Όπως μπορεί να διαπιστώσει εύκολα ο καθένας, η βάση της βιβλιονετ εκτός από τα βιβλιογραφικά δεδομένα συμπληρώνεται πια, για κάθε βιβλίο που κυκλοφορεί, από όλη την έντυπη και ηλεκτρονική κριτικογραφία η οποία δημοσιεύεται στις εφημερίδες και τα περιοδικά. Έτσι, μπορεί ο χρήστης να αποκτήσει μια σαφή και ολοκληρωμένη εικόνα για τα βιβλία. Η κριτικογραφία, όπως έδειξε ο Αλέξανδρος Αργυρίου με την «Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας και την πρόσληψής της» είναι ένα σημαντικό εργαλείο για την κατανόηση και τη σπουδή της και η άμεση πρόσβασή της κριτικής μέσω της βιβλιονέτ διευκολύνει κάθε ερευνητή.

Το δεύτερο είναι η ψηφιοποιημένη βάση των λογοτεχνικών περιοδικών. Στο πλαίσιο του Γ’ Κοινοτικού Πλαίσιου Στήριξης έχουν ψηφιοποιηθεί σελίδες από τα περιοδικά «Νέα Εστία», «Οδός Πανός», «Πλανόδιον», «Περίπλους», «Το Δέντρο» και «Η Λέξη», «Οροπέδιο» και «Intellectum». Όποιος προσπάθησε να αναζητήσει πληροφορίες ή να ξεφυλλίσει στις μεγάλες βιβλιοθήκες μόνον για ευχαρίστηση τους δεκάδες τόμους της «Νέας Εστίας», η οποία εκδίδεται από το 1927, καταλαβαίνει ασφαλώς τι σημαίνει επιλέγοντας ένα κριτήριο αναζήτησης να μπορείς σε λίγα δευτερόλεπτα να προσπελάσεις τις χιλιάδες σελίδες της. Μέσα από την ψηφιοποίηση αποκτούν αξία χρήσης τα παλιότερα τεύχη των περιοδικών τα οποία ήταν σπάνια και με δύσκολη πρόσβαση. Εκείνο το οποίο δεν κατάλαβα είναι γιατί δεν επεκτάθηκε η ψηφιοποίηση σε όλα και με ποιο κριτήριο έγινε η επιλογή τους, έτσι ώστε ανάμεσα στα άλλα να υπάρχει και το «Intellectum» το οποίο καμία σχέση δεν έχει με τα λογοτεχνικά περιοδικά!

Παρασκευή, 31 Ιουλίου 2009

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου

ΨΥΧΗ ΜΟΥ ΧΟΡΕΨΕΣ



Ψυχή μου χόρεψες όλο το καλοκαίρι
ποιος φωτεινός σηματοδότης δεν το δείχνει


Ξεδίπλωσες το σώμα σου στον ήλιο του μεσημεριού
κολύμπησες τα μάτια σου στα δέντρα και στον κάμπο
κυλίστηκες στην αμμουδιά, τσαλάκωσες τον ουρανό
χόρεψες ως το χάραμα στην ακροθαλασσιά
μέσα στον κόσμο στα γραμμόφωνα στη θλίψη

Ψυχή μου χόρεψες για ένα μόνο καλοκαίρι



Τρίτη, 30 Ιουνίου 2009

Edgardo Cozarinsky: "Ο Μολδαβός Σωματέμπορος"


Μεγάλες προσδοκίες
Εβραϊκή διασπορά στον κόσμο των τάνγκος και των πορνείων

ΕΔΓΑΡΔΟ ΚΟΖΑΡΙΝΣΚΙ, Ο Μολαδαβός Σωματέμπορος Μετάφρ. Αλίκη Βασώνη Εκδ. Πάπυρος, Αθήνα 2008, σ. 177

Πώς διαποτίζει η ιστορία τις ζωές των ανθρώπων; Είναι το ερώτημα που θέτει επανειλημμένα στα βιβλία του, αλλά και στον «Μολδαβό Σωματέμπορο» ο Εδγάρδο Κοζαρίνσκι, ανασύροντας στην επιφάνεια, μαζί με τα φαντάσματα της Ιστορίας, το μακρύ ταξίδι των Εβραίων από την κεντρική Ευρώπη στη γη της επαγγελίας του Νέου Κόσμου, το Μπουένος Άιρες των τάγκος και των πορνείων.

Αν και γεννημένος στην Αργεντινή, οι πολιτικές περιπέτειες τον ανάγκασαν να ζήσει πολλά χρόνια στο Παρίσι, όπου καθιερώθηκε ως σκηνοθέτης κινηματογραφικών ταινιών μυθοπλασίας αλλά ντοκυμανταίρ, ανάμεσα στα οποία πορτραίτα καλλιτεχνών όπως ο Ζαν Κοκτώ, η Σάρα Μπερνάρ και ο Αντρέι Ταρκόφσκι. Το πρώτο του βιβλίο -«Ο Μπόρχες και ο Κινηματογράφος»- εκδόθηκε στα 1974, ωστόσο στη λογοτεχνία καθιερώθηκε το 1985 με την επιτυχία «Urban voodoo», με πρόλογο της Σούζαν Σόνταγκ. «Ο Μολδαβός Σωματέμπορος», το πρώτο του μυθιστόρημα, μαζί με τους «Τέσσερις τοίχους» του Β. Χατζηγιαννίδη, ήταν το 2007 στη λίστα των υποψήφιων για το βραβείο καλύτερου ξένου μυθιστορήματος που απονέμει η εφημερίδα "Independent".

Η αισθητική των ταινιών του που κινούνται ανάμεσα στη μυθοπλασία και την πραγματικότητα φαίνεται ότι επηρεάζει και τη γραφή του. Το ανά χείρας βιβλίο έχει ως φόντο την ιστορία των εμιγκρέδων της κεντρικής Ευρώπης και τη σκοτεινή πλευρά του εμπορίου λευκής σαρκός των συμμοριών του Μπ
ουένος Άιρες και ιδιαίτερα της εβραϊκής Ζβι Μιγκτάλ που είχε τον έλεγχο 2.000 οίκων ανοχής και 30.000 γυναικών.

Στον πυρήνα της αφήγησης υπάρχουν τα χειρόγραφα μιας παλιάς μουσικής παράστασης στα γίντις -της γλώσσας των Εβραίων Aσκενάζι- με τίτλο «Μολδαβός Σωματέμπορος», η οποία είχε ανέβει στις συνοικίες μεταναστών στα 1927. Το έργο μιλούσε για την ιστορία ενός προαγωγού που επωμίζεται το έγκλημα μιας πόρνης και καταλήγει στη φυλακή.

Ένας νεαρός σπουδαστής δημοσιογραφίας συναντά τον γέρο ηθοποιό Σάμι Βαρσάουερ, ο οποίος του παραδίδει τα άχρηστα χειρόγραφα που φυλάει μέσα σ' ένα κουτί παπουτσιών. Ο αφηγητής με το πρόσχημα της αναζήτησης των πρωταγωνιστών και την ερμηνεία του έργου αναδεικνύει μια άγνωστη πλευρά της μετανάστευσης, δραματικά επίκαιρη και σήμερα. Κάτω από την ιστορία του θεατρικού έργου εμφανίζονται τα πραγματικά πρόσωπα του δράματος γύρω από ένα ερωτικό τρίγωνο: η τρυφερή και φυματική πόρνη Ζούζα, με τα μεγάλα όνειρα, κρατώντας μια βαλίτσα στο χέρι και τα ταξιδιωτικά έγγραφα κρυμμένα στο μεσοφόρι της, πάνω στο κατάστρωμα ενός καραβιού με το βλέμμα στραμμένο στον ορίζοντα, αναρωτιέται πού είναι το Άγαλμα της Ελευθερίας, για να καταλήξει στους οίκους ανοχής του Μπουένος Άιρες. Ο μπαντονεονίστας Σάμι Βαρσάουερ που την αγάπησε και την απήγαγε. Η Περλ, το κορίτσι από την Ουκρανία, αντίζηλος της Ζούζα, πόρνη και αργότερα τραγουδίστρια μαζί με τον Σάμι, που θα τον οδηγήσει από τα τάγκος στον κόσμο του σοβαρού θεάτρου.

Η αφήγηση συμπληρώνει έναν ολόκληρο κύκλο, για να καταλήξει εκεί όπου ξεκίνησε. Στο τέλος του αιώνα, στο Παρίσι, ο Μάξι, γιος του Βαρσάουερ, σε μια άλλη ήπειρο και άλλη εποχή, επαναλαμβάνει την ιστορία του «Μολδαβού Σωματέμπορα», προσπαθώντας να σώσει από την πορνεία και τη σωματεμπορία μια μικρή από το Κοσσυφοπέδιο την οποία ερωτεύεται για να καταλήξει στη φυλακή.


Οι ιστορίες με τις οποίες διαρθρώνεται το βιβλίο δεν επικαλύπτονται. Οι διαφορετικές τροχιές των ηρώων διασταυρώνονται και φωτίζουν η μια την άλλη, αποτυπώνουν την αντίδραση των πρόσωπων απέναντι στους μαιάνδρους της μεγάλης Ιστορίας. Η γλώσσα του ποιητική και υποβλητική. Η εκφραστική οικονομία, η οποία σημαδεύει το καίριο, διακρίνεται και στον όγκο του ολιγοσέλιδου κειμένου το οποίο είναι, μάλλον, νουβέλα. Ο Κοζαρίνσκι, διηγηματογράφος κυρίως, δυσπιστεί όπως και ο Μπόρχες, για το μυθιστόρημα και τις επουσιώδεις πληροφορίες με το οποίο, συνήθως, παραγεμίζεται. Καταθέτει όλο το υλικό της τεκμηρίωσης -χειρόγραφα, αποσπάσματα ημερολογίων, εξομολογήσεις- αλλά αρνείται να ολοκληρώσει το εγχείρημα παραδίνοντας τη σκυτάλη στον αναγνώστη. Η αφήγηση παραμένει ημιτελής και μια καχυποψία για το μυθιστόρημα και τη ματαιότητα της γραφής διαπερνάει τις τελευταίες σελίδες.
«Προτιμώ να σεβαστώ τη σιωπή».

Ο «Μολδαβός Σωματέμπορος» είναι ένα βιβλίο το οποίο πέρασε απαρατήρητο από το κοινό και την κριτική για να μας συστήσει τον άγνωστο αλλά γοητευτικό Εδγάρδο Κοζαρίνσκι.

ΑΥΓΗ 28.06.09

Δευτέρα, 20 Απριλίου 2009

Γιάννης Ρίτσος: Εικόνες από μια συνάντηση



Είναι αλήθεια ότι μπήκαμε με δέος με τον Βασίλη, στον χώρο του ποιητή, στο διαμέρισμά του της Μιχαήλ Κόρακα 39, στην Αθήνα, πριν είκοσι χρόνια, σαν να μπαίναμε στο ναό της ποίησης. Ο χώρος κατάφορτος από βιβλία -οι στοίβες γέμιζαν ακόμη και το πάτωμα- πίνακες, ρίζες, πέτρες, ενθύμια καταλάμβαναν κάθε εκατοστό. Στους τοίχους με τους δεκάδες πίνακες, ανάμεσα στους οποίους κι ένας του Γιώργου Χατζάκη, κυριαρχεί το μαρτύριο του Άγιου Σεβαστιανού. Στην ερωτική εκδοχή του Γιάννη Τσαρούχη ένας νεαρός άνδρας, με τη γυμνή του μορφή και τα σπορτέξ παπούτσια, υπομένει τα βέλη. Πέτρες, βότσαλα, ρίζες αποτελούν την προέκταση του ποιητικού το έργου, φιλοτεχνώντας πάνω τους με μελάνι πρόσωπα, σώματα και φιγούρες, δίνοντας ζωή σε αντικείμενα, ένας σιωπηλός χορός που συμπληρώνει την περιρρέουσα ατμόσφαιρα.


Μέσα σ όλα αυτά η μορφή του Ρίτσου, στον γαλάζιο καναπέ κάτω από το μαύρο πορτατίφ, γοητευτικός, να ξετυλίγει τις μνήμες του –η φωνή του μοιάζει να απαγγέλει χαμηλόφωνα, είναι η συνέχεια κάποιου ποιήματος- με το τσιγάρο στο χέρι και το πακέτο, ένας «Άσσος σκέτος» δίπλα του, να μιλάει για τη ζωή στην πόλη όπου χάνεσαι, «σαν να ρίχνεις μια πέτρα στον ωκεανό σε αντίθεση με την ήρεμη επαρχία, μια πέτρα μέσα στη λίμνη που κάνει άπειρους κύκλους», εξομολογούνταν κεφάλαια από τη ζωή του για τις θεατρικές παραστάσεις ανά την Ελλάδα την περίοδο του εμφυλίου, για τους κοινούς γνωστούς.

Η γοητεία του Ρίτσου ακουμπούσε σε έναν μύθο ο οποίος, όμως, στηριζόταν σε μια ενότητα βίου και έργου. Στη δημόσια εικόνα του, η οποία επικρατεί ακόμη, είναι ο ποιητής της ρωμιοσύνης, της αγωνιστικής αισιοδοξίας με τις βεβαιότητες και το χρέος για έναν καλύτερο κόσμο. Κι αν τώρα πια ηχεί παράξενα η ποιητική του ρητορική με τους υψηλούς τόνους δεν φταίει μόνον η ποίησή του αλλά και ο κόσμος που άλλαξε. Κάτι ανάλογο μήπως δεν συμβαίνει, ως ένα βαθμό, όχι με τον λυρισμό αλλά με την επική πλευρά της ποίησης του Ελύτη όπως είναι «Αξιον εστί» ή με τη θλίψη, τα αγάλματα και την ελληνικότητα του Σεφέρη; Η εικόνα του ποιητή-ηγέτη που καλλιέργησαν και οι τρεις τους, κατά το πρότυπο του Παλαμά, φαντάζει ξένη σε μια πεζή, αντιηρωική εποχή της αφθονίας και της κατανάλωσης.

Υπάρχει ωστόσο και η άλλη πλευρά: Ο Ρίτσος χειριζόταν με άνεση όλη την κλίμακα της ποιητικής ευαισθησίας η οποία εγκολπωνόταν κάθε θεματική του δημόσιου και του ιδιωτικού βίου. Είναι –σε αντιδιαστολή με τους υπόλοιπους της γενιάς του- ο ποιητής των ταπεινών πραγμάτων που ανασύρει τον μικρόκοσμο της καθημερινότητας, ακούει τους ψιθύρους τους, ερμηνεύει τις σιωπές τους, τα ανατοποθετεί. Πίσω από τη δημόσια εικόνα του, υπάρχει η ποίηση της ιδιωτικής εμπειρίας. Ο έρωτας, η αίσθηση της ματαιότητας των πραγμάτων, η φθορά του χρόνου και ο θάνατος, ο πικρός στοχασμός μέσα από τα τραγικά προσωπεία της «Τέταρτης Διάστασης».


«Αλήθεια, πόσα πράγματα άχρηστα, με πόση απληστία συναγμένα∙
– φράζαν το χώρο- δεν μπορούσαμε να σαλέψουμε∙ τα γόνατά μας
χτυπούσαν σε ξύλινα, πέτρινα, μετάλλινα γόνατα. Ω, βέβαια, θα πρέπει
πολύ να γεράσουμε, πολύ, ώσπου να γίνουμε δίκαιοι, να φτάσουμε εκείνη
την ήμερη αμεροληψία, τη γλυκειά ανιδιοτέλεια στις συγκρίσεις, στις
κρίσεις,
όταν δικό μας πια μερτικό δεν υπάρχει σε τίποτα πάρεξ σ’ αυτή την
ησυχία.
Α, ναι, πόσες ανόητες μάχες, ηρωισμοί, φιλοδοξίες, υπεροψίες,
θυσίες και ήττες και ήττες, κι άλλες μάχες, για πράγματα που κιόλας
είταν από άλλους αποφασισμένα, όταν λείπαμε εμείς. Και οι άνθρωποι,
αθώοι,
να χώνουν τις φουρκέτες των μαλλιών μες στα μάτια τους, να χτυπούν
το κεφάλι
στον πανύψηλο τοίχο, γνωρίζοντας βέβαια πως ο τοίχος δεν πέφτει
ούτε ραγίζει καν, να δουν τουλάχιστον μες από μια χαραμάδα
λίγο γαλάζιο ασκίαστο απ’ το χρόνο και τη σκιά τους. Ωστόσο –ποιος
ξέρει-
ίσως εκεί που κάποιος αντιστέκεται χωρίς ελπίδα, ίσως εκεί να αρχίζει
η ανθρώπινη ιστορία, που λέμε, κ’ η ομορφιά του ανθρώπου»


«Η Ελένη»

Μετά το θάνατό του ακολούθησε μια περίοδος σιωπής και αναθεώρησης της θέσης του. Σήμερα, και όσο απομακρυνόμαστε από την εποχή που το γέννησε, ωριμάζει ο χρόνος για μια νηφάλια επανεξέταση και αποτίμηση του έργου του. Βεβαίως, ο όγκος συνιστά ένα σοβαρό πρόβλημα πρόσληψης της ποιητικής παραγωγής εν όλω. Επίσης, η ιδεολογική του εμπλοκή οδήγησε σε μια πολιτική και επικαιρική χρήση της ποίησής του. Όμως, νομίζω ότι η χαμηλότονη, εξομολογητική φωνή των μικρών ποιημάτων και του μελαγχολικού, υπαρξιακού απολογισμού των μεγάλων συνθέσεων έχει κερδίσει δίκαια τη θέση της στον λογοτεχνικό κανόνα και θα αποτελεί ένα μέτρο σύγκρισης.



«Γυμνό το σώμα σου,
αυθεντικό-
τελεσίδικη απάντηση στο τίποτα.
Έλα.

Ούτε απόψε πανσέληνος.
Ένα κομμάτι λείπει.
Το φιλί σου.




Γιάννης Ρίτσος: 100 χρόνια από τη γέννησή του, Εθνικό Κέντρο Βιβλίου


Ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου: www.nektarios.gr

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ ΔΙΑΒΑΖΕΙ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟ







Τρίτη, 03 Μαρτίου 2009

Η ελληνικότητα και οι στρατηγικές των πολιτικών κομμάτων

Το κείμενο που ακολουθεί είναι συμβολή στην έρευνα του περιοδικού Monthly Review. Το πλούσιο και ενδιαφέρον αφιέρωμα του περιοδικού -τχ. 50, Φεβρουάριος 2009- είχε ως στόχο να διερευνήσει τις δυνατότητες που έχει η Ελλάδα να διατηρήσει στοιχεία της εθνικής της ταυτότητας την εποχή της παγκοσμιοποίησης και με δεδομένη την ένταξή της στους ευρωπαϊκούς θεσμούς- στους θεσμούς της Δύσης. Το ερώτημα το οποίο τέθηκε ήταν το εξής:

Το τελευταίο χρονικό διάστημα έχουν γίνει πολλές συζητήσεις γύρω από την έννοια της ελληνικότητας στο χώρο της ιστορίας, της τέχνης, της λογοτεχνίας κ.τ.λ. Πώς πιστεύετε ότι η ελληνικότητα εμπεριέχεται σήμερα στην πολιτική στρατηγική των ελληνικών κομμάτων;

Στην έρευνα συμμετείχαν, μεταξύ άλλων, οι: Ηλίας Ανδριόπουλος, συνθέτης, Νάσος Βαγενάς, καθηγητής Θεωρίας και Κριτικής, Αλέξης Ζήρας, κριτικός λογοτεχνίας, Κώστας Ζουράρις, πολιτειολόγος, Θόδωρος, γλύπτης, Νικήτας Κακλαμάνης, δήμαρχος Αθηναίων, Μάκης Καραγιάννης, πεζογράφος, Ροβήρος Μανθούλης, σκηνοθέτης, Νίκος Μαραντζίδης, καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης, Δημήτρης Νανόπουλος, ακαδημαϊκός - καθηγητής Φυσικής, Γιάννης Πανούσης, καθηγητής Πανεπιστημίου, Στέλιος Παπαθεμελής, πρόεδρος της Δημοκρατικής Αναγέννησης, Μανώλης Ρασούλης, συνθέτης, Ευριπίδης Στυλιανίδης, υπουργός κ.ά.



Ιδεολογικές χρήσεις και καταχρήσεις της ελληνικότητας.

Η πρόσφατη διαμάχη από τις σελίδες των «ΝΕΩΝ» επανέφερε στο προσκήνιο μια σύγκρουση η οποία ενδεδυμένη διάφορα διλήμματα -μοντερνισμός και ελληνικότητα, ελληνισμός και Δύση, ελληνικότητα και παγκοσμιοποίηση- επανέρχεται συνεχώς εμφανίζοντας μια εξαιρετική αντοχή στον χρόνο.

Αυτή η αγωνιώδης και διαρκής αναζήτηση προσώπου, η οποία διατρέχει όλον τον εικοστό αιώνα, η εθνική μας ανασφάλεια και το άγχος της ελληνικότητας, επιτείνονται από τη σημερινή «παγκόσμια αταξία», τις συζητήσεις για τις «ετερότητες», τις πολιτισμικές, φυλετικές και εθνοτικές ταυτότητες.
Δυστυχώς κάθε φορά η συζήτηση αρχίζει από το μηδέν. Ξεχνούμε ότι η λέξη «ελληνικότητα» που εισάγεται στα 1851 από τον Κωνσταντίνο Πωπ, αναδείχτηκε κυρίως από τη γενιά του ’30 και υπήρξε σημαντική για τη διαμόρφωση της ιδεολογίας και της αισθητικής της. Γενικά, ο Σεφέρης απέφυγε να την ορίσει και σε αντίθεση με τον Κ. Τσάτσο –ο οποίος στον διάλογό τους ισχυριζόταν ότι υπάρχουν αντικειμενικά στοιχεία και κανόνες που τη συγκροτούν- πρόβαλε μια δυναμική αντίληψη για την ελληνικότητα, η οποία δεν είναι αιώνια, στατική και αμετάβλητη αλλά διαμορφώνεται ιστορικά.

Για τη φορτισμένη με ποικίλες εννοηματώσεις και καταχρηστικές συνδηλώσεις παρανοημένη έννοια, ας κρατήσουμε την πολύ ευρύχωρη προσέγγιση του Σεφέρη ότι περιλαμβάνει τα «χαρακτηριστικά των αληθινών έργων που θα έχουν γίνει από Έλληνες» (Δοκιμές Α σελ 480-481).
Αντί, λοιπόν, η συζήτηση να γίνεται με ανταλλαγές χαρακτηρισμών περί «γραικυλισμού», «σωβινισμού», σεφεροκτόνων, «εθνομηδενιστών» και «σχιζοφρενών εθνοκτόνων με το πριόνι» χρειάζεται αποσαφήνιση και τοποθέτηση της έννοιας μέσα στο νέο πλαίσιο.

Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, όχι μόνο των αγορών αλλά και των πολιτισμών, κατά την οποία επιταχύνεται η ανταλλαγή ιδεών, πληροφοριών και κειμένων, αποτελεί ουτοπία η σκέψη ότι ένα κράτος-έθνος μπορεί να παραμένει αύταρκες, στραμμένο και αναδιπλωμένο στον εαυτό του. Νομίζω ότι το ερώτημα «ελληνικότητα» ή κοσμοπολιτισμός με τη μορφή της αποκλειστικής διάζευξης αποτελεί ψευδοδίλημμα. Προσεγγίζουμε τον κόσμο, κατά τη Martha Nussbaum, μέσα από μια τοπική ταυτότητα, από τις ιδιαίτερες αγάπες που έχουμε διαμορφώσει και που συνιστούν ομόκεντρους κύκλους -οικογένεια, γειτονιά, πόλη, περιοχή- ο μέγιστος των οποίων είναι η ανθρωπότητα.

Απέναντι στον οδοστρωτήρα της παγκοσμιοποίησης και τον αυτάρεσκο εθνικισμό, που πολλές φορές φτάνει στα όρια του φονταμενταλισμού, πρέπει να αναζητήσουμε τη διαλεκτική ένταση του τοπικού με το παγκόσμιο. Ο ελληνικός πολιτισμός δεν διαμορφώθηκε με κλειστά σύνορα αλλά μέσα από τη διαφορά, τη σύγκριση και τον αδιάκοπο εμπλουτισμό του με το ξένο. Ακόμη και οι μεγάλοι μας ποιητές -Σολωμός, Κάλβος, Καβάφης, Σεφέρης, Ελύτης- οι οποίοι νομοθέτησαν τον κανόνα της εθνικής μας λογοτεχνίας δημιούργησαν το έργο τους με τον συνεχή διάλογο άλλων γλωσσών και πολιτισμών.

Η ελληνικότητα δεν εμπεριέχεται προγραμματικά στην πολιτική στρατηγική των κομμάτων αλλά αποσπασματικά και αντανακλαστικά: Πότε ως υπεράσπιση της παιδείας και της γλώσσας, πότε ως σύγκρουση για το νόημα της ιστορίας και των βιβλίων, πότε ως μάχη των ταυτοτήτων ή της σημαίας. Κάτω απ’ όλα αυτά, κυρίως την τελευταία δεκαπενταετία, αναδύεται ένας λόγος εμποτισμένος με αισθήματα ανασφάλειας απέναντι στην παγκοσμιοποίηση και τη «Νέα Τάξη», που καταργεί τις παλιές διαχωριστικές γραμμές αριστεράς-δεξιάς. Δίπλα στην ακροδεξιά ρητορική της φυλής και του εθνικισμού εμφανίζονται δυνάμεις της παραδοσιακής αριστεράς, η οποία πάντα είχε αναφορές στον λαό και στον διεθνισμό, να ερωτοτροπούν με το έθνος, την παράδοση, την ελληνικότητα ενάντια στην παγκόσμια τάξη.

Στην πολιτική ρητορική κυριαρχεί περισσότερο το ιδεολόγημα της ελληνικότητας, με την έννοια της «ψευδούς συνείδησης». Ένα θεωρητικό ρευστό που διαμορφώνεται και παίρνει σχήμα κάθε φορά από το δοχείο του ομιλητή. Η ελληνικότητα, όπως και η ιστορία, είναι μια μεγάλη αφήγηση, με την οποία αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας και τον κόσμο. Συγκροτείται από διαφορετικές και αντικρουόμενες εκδοχές που έρχονται στην επιφάνεια με αφορμή το κρυφό σχολειό, τα βιβλία της ιστορίας, την ελληνικότητα της Μακεδονίας κτλ.

Υπάρχει, βέβαια, και η τραγική πλευρά της ελληνικότητας. Η θλιβερή εικόνα των νεοελλήνων οι οποίοι ομνύουν στις αρετές του αρχαιοελληνικού πολιτισμού αλλά κολυμπούν στον οθωμανικό ραγιαδισμό, το ρουσφέτι και τη διαφθορά, εκστασιάζονται με το Αιγαίο και τον λυρισμό του Ελύτη ενώ ταυτόχρονα με τα αυθαίρετά τους έχουν καταπατήσει και καταστρέψει κάθε σπιθαμή ελληνικού τοπίου, φαντασιώνονται Μεγαλέξανδρους, αλλά δεν πληρώνουν φόρους και καταληστεύουν ένα υπερχρεωμένο ελληνικό δημόσιο.
Δυστυχώς, η πολιτική ρητορική της εύκολης δημαγωγίας η οποία μας θεωρεί πάντα θύματα και έθνος ανάδελφο, φοβική απέναντι στο ξένο, αγορεύει ασύστολα με συνθήματα, καταργεί τις αποχρώσεις, βρίσκει όλο και μεγαλύτερο ακροατήριο.

Ενδιαφέρουσα θα ήταν μια άλλη εκδοχή της ελληνικότητας, η οποία δεν είναι περιχαρακωμένη αλλά ανοιχτή σε ρεύματα και πολιτισμούς, δεν εκχωρεί τον στοχασμό και την κριτική σκέψη στα στερεότυπα, στις βολικές «αλήθειες» που χαϊδεύουν τα αυτιά, περήφανη για τις συλλογικές κατακτήσεις αλλά ταυτόχρονα που δεν φοβάται να αντικρίσει όσα η κυρίαρχη εθνική μνήμη έσπρωξε κάτω από το χαλί, έτοιμη να διαλεχθεί και να κατανοήσει τις μνήμες του «Άλλου».

info:
Η ελληνικότητα και οι στρατηγικές των πολιτικών κομμάτων




Ακολουθούν τα κείμενα:

Από το ηλεκτρονικό περιοδικό Αντίβαρο

Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου 2009

Η ρητορική της βιογραφίας

ΘΑΛΗΣ+ΦΙΛΟΙ

Η ομάδα ΘΑΛΗΣ+ΦΙΛΟΙ
Σας προσκαλεί στην ομιλία του
ΜΑΚΗ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ
πεζογράφου και κριτικού
με θέμα:

"Η ρητορική της βιογραφίας
Οι περιπτώσεις των Τζιρόλαμο Καρντάνο και Εβαρίστ Γκαλουά"

την Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου, στις 8:00 μμ
στο Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης
(Πλατεία Ιπποδρομίου, 546 21 Θεσσαλονίκη, τηλ. 23 10 264668)


Η βιογραφία ως λογοτεχνικό είδος, από τους «Παράλληλους Βίους» του Πλούταρχου και τα Συναξάρια έως τη Βικτωριανή Αγγλία, έχει μια μεγάλη παράδοση. Η συναρπαστική ζωή του τυχοδιώκτη, μαθηματικού και αστρολόγου Τζιρόλαμο Καρντάνο μας εισάγει στο ιστορικό πλαίσιο για την επίλυση των εξισώσεων 3ου και 4ου βαθμού, τα πρώτα μεγάλα προβλήματα που κατόρθωσαν να λύσουν ευρωπαίοι επιστήμονες από την εποχή των αρχαίων ελλήνων.


Ο τραγικός βίος του Εβαρίστ Γκαλουά, ο οποίος θεμελίωσε τη μοντέρνα Άλγεβρα, αποτελεί μια ξεχωριστή περίπτωση στην ιστορία των επιστήμης ή τον «θρίαμβο της μνημειώδους βλακείας επάνω στην αδάμαστη μεγαλοφυΐα», όπως έγραψε ο Ε. Τ. Μπελ. Οι διαφωνίες των βιογράφων για το θάνατό του αποτελούν ένα σημαντικό παράδειγμα για τη μελέτη των αφηγηματικών τρόπων τους οποίους μετέρχονται, αλλά και αφορμή για μια ενδιαφέρουσα περιπλάνηση πάνω στις αλήθειες και τις πλάνες των βιογραφιών.



Virginia Woolf: The Art of Biography


πληροφορίες www.thalesandfriends.org ή Κατερίνα Καλφοπούλου 6948309722, 2310216903

kalfokat@gmail.com


Κυριακή, 01 Φεβρουαρίου 2009

Κώστας Ντιός: Ο ζωγράφος και λογοτέχνης

Μεροληπτική κατάθεση



Ο Κώστας Ντιός γεννήθηκε στη Κοζάνη το 1959. Ξεκίνησε τις σπουδές του στην Ecole Nationale Supérieure des Beaux-Arts στο Παρίσι το 1978. Δούλεψε αρχικά στο εργαστήρι του γλύπτη César. Συνέχισε στο εργαστήρι του Olivier Debré. Aποφοίτησε απ' τη Σχολή το 1983. Ζει στην Κοζάνη από το 1991 και εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση.

Οι σπουδές, η ατμόσφαιρα του Παρισιού αλλά και οι παρέες με συγγραφείς όπως ο Ντανίλο Κις συνέβαλαν ώστε η ζωγραφική του Κώστα Ντιό να εγγράφει στον καμβά τη μνήμη και την ιστορία της τέχνης συνομιλώντας με τους μεγάλους δασκάλους, όπως Magrit, o Rembrandt, o Van Gogh και ο Hieronymus Bosch.


Τοπία, γράφει η κριτικός Θάλεια Στεφανίδου, που νοσταλγούν ασέληνες νύχτες, άτακτα, ατημέλητα εσωτερικά εργαστηρίων, ψάρια θηράματα, τρίο γυναικών και ντουέτα ανδρών σπαράγματα της διάρρηξης ενός θερμού κόκκινου…Το αποτέλεσμα είναι καθηλωτικό. Πνευματικότητα και λυρισμός, ρυθμός και κίνηση θέρμη και πάθος.»

Σήμερα συνεχίζει τις δονικιχωτικές του περιπλανήσεις μακριά από τον θόρυβο του κέντρου όπου βρίσκονται τα χρηματιστήρια των εικαστικών αξιών. Αισθάνομαι ότι του κλέβω πολύτιμο χρόνο όταν φιλοσοφούμε μετ’ ευτελείας ποτίζοντας τις οινοπνευματικές συζητήσεις μας με ατέλειωτα ποτήρια μπύρας. Γι’ αυτό και η ενοχική αυτή μεροληπτική κατάθεση.


Κώστας Ντιος: Αυτοβιογραφικό σημείωμα


….Το 1978 ήμουνα στην Ecole des Beaux-Art Παρισιού, στο εργαστήρι του γλύπτη Cezar. Συνέχισα στο εργαστήρι ζωγραφικής του Ol Debre. Τον Ιούνιο του 1984 άφησα με βαριά καρδιά την ερωτική πόλη του φωτός. Πίσω απ’ τα τζάμια του τραίνου, κάπου στην Ιταλία, οι παπαρούνες χόρευαν χαρούμενες στα χωράφια.

Κατά καιρούς, ανασύροντας από διάφορες γωνιές του εργαστηρίου μου ζωγραφιές προηγούμενων χρόνων, που επέζησαν κακήν –κακώς, είδα πως όλες μαζί συνέθεταν ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα. Λέω μυθιστόρημα γιατί δεν ξέρω αν εγώ «μιλούσα» μ’ αυτές τις ζωγραφιές ή εκείνες με τη μυθοπλαστική τους επιμονή έχτιζαν το παραμύθι, μέσα στο οποίο βολεύομαι εδώ και πολλά χρόνια. Παραπαίοντας στις ετερόκλητες επί το πλείστον διαθέσεις των επαρχιών, στις οποίες καλώς ή κακώς ιδιωτεύω, ένοιωθα σαν αιρετικός όταν ζωγράφιζα κι έκρυβα το αποτέλεσμα της δουλειάς μου, ενώ βούλιαζα (δεν είναι δύσκολο να συμβεί σε κάποιον εδώ στα βόρεια προάστια της Ελλάδας) σε βιοτικές χασομέρειες κι ανόητα πάρεργα- διετέλεσα διακοσμητής ταβανιών, τοιχογράφος, περιστασιακός αγιογράφος, ενώ για λίγο άσκησα το έντιμο επάγγελμα του ελαιοχρωματιστή- βλέποντας παλιά μου ευρήματα γεμάτα νεανική δύναμη κι ορίζοντες αγαπημένους να απομακρύνονται αμετάκλητα.



Θέτοντας την ειλικρίνεια μου ενώπιον των ευθυνών της και υπό την οξυδερκή κρίση των ιχνηλατών ελαφρών αφηγημάτων, θα πω ότι το 1989, με τις ευλογίες του αειθαλούς φίλου Κώστα Λαχά και τη ηθική συμπαράσταση των Δ. Φράγκου και Τέτας Μακρή, επιβιβάστηκα με ό,τι νόμιζα δικό μου σε μια παλιά μηχανή με καλάθι, αρχίζοντας ένα απρόβλεπτο ταξίδι. Χρειαζόμουνα ένα όχημα που θα με οδηγούσε σε πράγματα που, ενώ με συγκινούσαν, είχα ξεχάσει και χάσει. Ο ξεχασμένος μου εαυτός, προσωποποιημένος στην παρουσία στο καλάθι της μηχανής, του παλιού απ’ το δημοτικό συμμαθητή μου Κώστα Καρύδα (είναι περίεργα τα οχήματα και τα πρόσωπα που επιλέγει η βιωματική μας μνήμη), λειτούργησε σα μίτος που θα μ’ έβγαζε απ’ αυτό το ανύπαρκτο παρόν.


Στα θολά ηλιοβασιλέματα του ταξιδιού, στους παγωμένους χειμώνες της βόρειας Ελλάδας και στην απατηλή βεβαιότητα των καλοκαιριών που ακολουθήσανε, την τέχνη που θεωρούσα κτήμα μου και γλωσσικό ιδίωμα σπάνια τη συνάντησα με το πρόσωπο που φανταζόμουνα. Ζωγράφιζα αγγίζοντας ελάχιστα τα όνειρά μου, των οποίων συνεχίζω να είμαι όμηρος, ενώ στα ελάχιστα ραντεβού με το θαύμα της δημιουργίας ευχόμουνα να μη βρεθώ ανυποψίαστο θύμα της ανθρώπινης ματαιοδοξίας. Το 1997, κοιτάζοντας για λίγο πίσω στην εποχή της εφηβείας μου (συνήθεια όσων έχουν προσπεράσει με ολοένα αυξανόμενη ταχύτητα τα σαράντα), μου προέκυψε η επιθυμία να ζωγραφίσω ανθρώπους και τοπία, που σε ανύποπτο χρόνο είχα φωτογραφίσει χωρίς συγκεκριμένο λόγο, καθώς και η επιθυμία να διασκευάσω πρωτόλειες ζωγραφιές μου, της εποχής του «πρώτου έρωτα» για τη ζωγραφική, αδιαφορώντας όλο και περισσότερο για την εικαστική υπόσταση των προτάσεών μου. Σε πολλές από τις εικόνες που προέκυψαν η συμμετοχή μου ήταν αυτή του φιλότεχνου σχολιαστή, ενώ αυτή η μεταμοντέρνα κατάσταση με οδήγησε στην υστερόβουλη όσο κι εγωκεντρική σκέψη ότι οι καλοί φιλότεχνοι είναι ένα κόσμημα εξ ίσου πολύτιμο με τους , εν γένει, πολύτιμους ζωγράφους.


info: Κώστας Ντιός, http://www.ntios.gr/