Τρίτη, 26 Σεπτεμβρίου 2017

Τα κόκκινα και τα μαύρα φεγγάρια του έρωτα


ΜΑΡΙΑ ΛΑΤΣΑΡΗ,  «Εν δυνάμει πραγματικότητα»,
ποιήματα, εκδ. Μανδραγόρας, σ. 60
Συνήθως οι ποιητές και οι πεζογράφοι που αργούν να εκδοθούν αποδεικνύονται περισσότερο ώριμοι και κάτοχοι της τέχνης τους. Η Μαρία Λάτσαρη επιβεβαιώνει αυτόν τον κανόνα. Η πρώτη της ποιητική συλλογή αποτελεί μια ευχάριστη έκπληξη. Η ποίησή της δεν είναι πόζα, φιλολογία ή εύκολος λυρισμός. Έχει ένα σκληρό πυρήνα αλήθειας, ένα βίωμα που μεταπλάθεται ποιητικά και την υποστηρίζει. Η γλώσσα διακρίνεται για την λιτότητα, την εκφραστική οικονομία και την ευθυβολία. Ο Ροΐδης έγραφε ότι χρησιμοποιούσε τα λεκτικά σχήματα και τις ιδιότροπες παρομοιώσεις ως ανθυπνωτικό φάρμακο δίκην ξηράς κολοκύνθης στο κεφάλι του αναγνώστη. Η ποίηση της Μαρία Λάτσαρη σου δίνει σφαλιάρες ζωής και αλήθειας που σε ξαφνιάζουν.
Ο έρωτας, για να αναφερθώ δείγματος χάριν σε μια μόνον από τις βασικές θεματικές της συλλογής, διατρέχει όλη την κλίμακα και τα πρόσωπά του. Από το «πάντα» και το «ποτέ» των εραστών, το δοξαστικό παραλήρημα της σάρκας και της ψυχής, τις πολύχρωμες και μεθυστικές αντανακλάσεις, τη φθορά και την απουσία, μέχρι το ποιητικό υποκείμενο να ψηλαφήσει με την αφή τα πικρά σκοτάδια και τα μαύρα φεγγάρια στους ραγισμένους καθρέφτες του. Έρωτας άλλοτε γήινος, σώμα και λυσιμελής κραυγή κι άλλοτε κόλαφος, ζήλεια που παλινδρομεί ανάμεσα το μίσος και την αγάπη.
Όπως αναφέρει και το μότο του Δάντη που προτάσσεται στο τελευταίο ποίημα της συλλογής για τον  Πάρη και  τον Τριστάνο -δυο από τους μεγαλύτερους μύθους στης Δύσης- «είναι ο έρωτας που τους έκανε να αναχωρήσουν από τον κόσμο αυτό». Το  σαρκοβόρο πάθος από σώμα σε σώμα θα «αναζητά άλλον ξενιστή να την αντέχει την αγάπη». Αυτό φαίνεται και από τα ποιήματα για τις δυο διάσημες γυναίκες. Την    απελπισμένη Μαρί- Τερέζ, την ερωμένη του Πικάσο, που επέλεξε την «αθόρυβη έξοδο σε σχήμα θηλιάς» για να σφραγίσει τον θανάσιμο έρωτά της  και την Καμίγ Κλοντέλ, μούσα και σύντροφο του Ροντέν, που πασχίζει μάταια στο άσυλο με «δάχτυλα σε απόγνωση/ χωρίς σμίλη και σκαρπέλο» να δαμάσει την τρέλα του έρωτα. Ωστόσο, απ’  αυτό το ταξίδι η ποίηση επιστρέφει πάντα με την οδυνηρή γνώση, εξημερώνοντας τον πόνο και τις πληγή.
Ορισμένα ποιήματα όπως το «Είναι όλα ίδια», «Στο τέλος του λαβυρίνθου»,  δείχνουν μια κατεύθυνση κοινωνική. Υποδειγματικό, κατά την άποψή μου, είναι το ολιγόστιχο «Στον βυθό». Πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα προσέγγιση σε ένα φλέγον κοινωνικό ζήτημα όπως οι πρόσφυγες, όχι με έναν πολιτικό-κοινωνικό λόγο αλλά ως «ποίηση της υπαρξιακής εμπειρίας της ιστορίας», όπως περιέγραφε την ποίηση του Τάκη Σινόπουλου ο Γιάννης Δάλλας. Με τους πρώτους στίχους μετεωρίζεσαι και στέκεσαι αναποφάσιστος ακόμη για τη γυναικεία μορφή, η περιγραφή της οποίας θυμίζει γοργόνα που ανησυχεί για την ομορφιά της. Οι δυο προτελευταίοι στίχοι μάλιστα σου μεταδίδουν μια παραπλανητική αισιοδοξία. «Βρίσκεται ινσαλάχ/ μίλια μακριά από τη φρίκη της πατρίδας». Ωστόσο, ο ακροτελεύτιος με την αιφνίδια αποκάλυψη του οριστικού μηνύματος, ανατρέπει τις αναγνωστικές προσδοκίες και το φορτίζει δραματικά με το ρίγος της αλήθειας. «Κάθισε στην ανάστροφη καρίνα/ η μπλούζα ασήμιζε από τα λέπια/ χαμογελούσε με επιφύλαξη/ μην είχε φύκια/ ανάμεσα στα δόντια/ (πού να ψάχνει τώρα/ τον μπόγο της για νήμα)/ Βρίσκεται ινσαλάχ/ μίλια μακριά από τη φρίκη της πατρίδας/ πολλές οργιές κάτω απ’ την επιφάνεια του Αιγαίου».
Η γλωσσική επεξεργασία ενσωματώνει στο ποιητικό κείμενο  μια συμβολική εικονοποιία που παραπέμπει στη ζωγραφική και το ασυνείδητο αφού «τα όνειρα, συνθέτουν σ’ ένα πρόσωπο τον αειθαλή και φυλλοβόλο εαυτό μας». Έκδηλο στις σελίδες είναι, επίσης,  το αποτύπωμα των σπουδών της στη βιολογία, του  διδακτορικού  της  στις νευροεπιστήμες, αλλά και στο χώρο της μετάφρασης καρπός της οποίας είναι και το «Φαντάσματα στον εγκέφαλο» από τις  Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, καθώς ενοφθαλμίζει στοιχεία τους στον ποιητικό λόγο. «Ρωτώ την ποίηση/ για το σχήμα της λύπης/ την ιτιά μου δείχνει/ το δέντρο που πονά, αυτή/ με γερμένα τα κλαριά/ προσκυνά βουβά το χώμα/ Νευρωνικό αντίστοιχο/ λέει η επιστήμη/ γυναίκας κλαίουσας που/ με λυτά τα μακριά μαλλιά/ θρηνεί ασάλευτη/ του έρωτα/ το φθαρτό σώμα».
Η πρώτη ώριμη συλλογή της Λάτσαρη, αναδεικνύει μια ποιητική φωνή που προοιωνίζεται μια πολύ ενδιαφέρουσα εξέλιξη.
ΑΥΓΗ 10.09.2017

Υπάρχει ακόμα ελπίδα…


ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΚΥΡΚΟΣ, Συνέντευξη στον Μάκη Καραγιάννη, Παρέμβαση τχ. 54, Ιούνιος 1992 
 http://booksjournal.gr/slideshow/item/2588-leonidas-kyrkos-yparxei-akoma-elpida

 Με αφορμή τη συμπλήρωση έξι χρόνων από το θάνατο του Λεωνίδα Κύρκου δημοσιεύουμε μια άγνωστη και διαφορετική συνέντευξη του Λεωνίδα Κύρκου πριν από 25 χρόνια, στην οποία μιλάει  για τον Εμμανουήλ Ροΐδη, την ευθύνη των πολιτών και των κομμάτων, για το γεγονός ότι  δεν είχαμε σοσιαλδημοκρατία στην Ελλάδα αφού επικράτησε ο σταλινισμός και προπαντός για την υποκρισία και τις ευθύνες της αριστεράς, που υποστήριζε την αποθέωση του ανθρώπου και την ίδια στιγμή δόξαζε την καταβαράθρωση, την καταπίεση των ανθρώπων και τα εγκλήματα στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού. Υπογραμμίζει την  εθνικιστική δημαγωγία της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, τα πλέγματα του  αντιευρωπαϊσμού και του ανάδελφου έθνους που μας οδηγούν με ιλιγγιώδη ταχύτητα στο περιθώριο. Διακρίνει κανείς μια  καθαρή σκέψη μακριά από λαϊκισμό. Ήταν η εποχή που ο κόσμος, όπως φαίνεται και από τη συνέντευξη, υποδεχόταν τους πολιτικούς της αριστεράς όπως ο Λ. Κύρκος με τριαντάφυλλα. Αν μας λείπει είναι γιατί ήταν από τους λίγους πολιτικούς άνδρες που είχε τη δυνατότητα να συνδυάζει στον λόγο του συγκεκριμένες προτάσεις και  ταυτόχρονα να εμπνέει το λαό, να αγγίζει τις καρδιές των πολιτών. Μας λείπει, σ’ αυτή την εποχή της κρίσης που κυριαρχούν στη βουλή τα πολιτικά κνώδαλα, το όραμα, η αισιοδοξία και η ελπίδα του.
Ερ. κ.  Κύρκο ο Ροΐδης έλεγε πριν 100 χρόνια ότι τίτλος του διορθωτή του ρωμαίικου αμιλλάται κατά την γελοιότητα εκείνον του τετραγωνισμού του κύκλου. Όσα καταμαρτυρούσε από τότε Ροΐδης για την ελληνική κοινωνία, δηλαδή η συναλλαγή, ο μικροκομματισμός, το ατομικό συμφέρον διατηρούνται ακέραια μέχρι σήμερα. Εσείς που έχετε μία θητεία 50 χρόνων στην πολιτική βλέπετε ότι η ελληνική κοινωνία είναι ανεπίδεκτη αλλαγής;
Απ. Όχι βέβαια. Θα ήταν κακό να τα αποδώσουμε όλα στην μοίρα του Έλληνα, όπως θα έλεγαν μερικοί σχολιαστές. Αυτά που είπε ο Ροΐδης εγώ τα υπογράφω όχι γιατί ανήκουν στο χαρακτήρα του Έλληνα, αλλά γιατί αυτό το πολιτικό σύστημα επιβιώνει και έχει τις ρίζες του και σε εκείνα που ο Ροΐδης με τόση σκοπιμότητα καταμαρτυρούσε συναλλαγή, διαφθορά πελατειακή σχέση, ιεραρχική δομή έλλειψη κοινωνικού ελέγχου, τον αυθάδη κομματισμό, το κομματικό εκτραχηλισμό που με όλα τα μέσα προσπαθεί για την άνοδο στην εξουσία. Τα χαρακτηριστικά ενός συστήματος, που έχει χαρακτηριστικά μισοφεουδαρχικά, π.χ. τα αρχηγικά κόμματα μην πει κανένας ότι αποτελούν αντανάκλαση των σημερινών αναγκών ή μία αντίληψη σύγχρονη που θέλει τα κόμματα συντελεστές μιας δραστηριότητας μεγάλης, μιας δραστηριοποίησης των ανθρώπων κ.λπ.

Ερ.  Τα κόμματα είναι φορείς μιας σύγχρονης αντίληψης ή αποτελούν ένα από τα βασικά εμπόδια για τον εκσυγχρονισμό της ελληνικής κοινωνίας;
Απ. Αναμφισβήτητα το δεύτερο γιατί και αυτά είναι έκφραση αυτών των δομών που κυριαρχούν και που ως τώρα δεν βρέθηκαν δυνάμεις, παρά τα εύηχα οράματα που χρησιμοποιήθηκαν από την Νέα Δημοκρατία π.χ. που εκφράζοντας το πιο συντηρητικό τμήμα του κατεστημένου δεν είχε κανένα λόγο και τώρα προσεγγίζει στα αδιέξοδα και θα εκραγεί και αυτή. Το ΠΑΣΟΚ από την άλλη μεριά αξιοποίησε αυτά τα στοιχεία και αντί να φέρει μία ριζοσπαστικά καινούργια κουλτούρα και προσπάθεια ανασυγκρότησης αφομοιώθηκε, αφού χρησιμοποίησε μία υφιστάμενη κατάσταση και κατέπνιξε μέσα στο εσωτερικό της ριζοσπαστικές φωνές, χωρίς να αμφισβητήσει κανείς τα κάποια βήματα που έγιναν και προετοιμάζουν τις ουσιαστικότερες αλλαγές που θα γίνουν αύριο.

Ερ.  Ποια είναι, όμως, η ευθύνη των πολιτών, οι οποίοι συνήθως χαϊδεύονται από τα κόμματα; Μήπως υπάρχει μία συνενοχή ανάμεσα στα κόμματα και τον πολίτη, αφού τα πρώτα φρόντιζαν μόνο να αναπαράγονται με ένα πελατειακό σύστημα, ο δε πολίτης να βολεύεται; Μήπως υπάρχει ένα «ζωτικό ψεύδος» που τους συνδέει, αφού όλοι γνωρίζουν ότι δεν πρόκειται τίποτε να αλλάξει και όλοι συνεχίζουν στον ίδιο ρυθμό;
Απ. Η ευθύνη των πολιτών είναι ότι δεν ωρίμασαν σαν πολίτες κι αυτό μπορεί να φανεί πάρα πολύ βαρύ, αλλά η πολιτική ζωή δεν έδωσε την ευκαιρία λόγω των διαδοχικών περιπετειών στις οποίες έμπαινε από στρατιωτικό πραξικόπημα στο μεσοπόλεμο, από πολιτικά κινήματα σε άλλα πολιτικά κινήματα, από τις εντάσεις που οδήγησαν στην επάνοδο του βασιλιά, στη δικτατορία της 4ης  Αυγούστου. Από εκεί κι ύστερα ο εμφύλιος πόλεμος, το κλίμα της αντεπανάστασης που κυριάρχησε, το ελάχιστο διάλειμμα της Ένωσης Κέντρου, οι συμβιβασμοί της και η Χούντα, δεν έδωσε τη δυνατότητα σ’ αυτή την πορεία να διαμορφωθεί η περιλάλητη κοινωνία των πολιτών και οι άνθρωποι κάθε φορά που πήγαιναν να κινητοποιηθούν η να διαμορφώσουν κινήματα συνέχιζαν τη δραστηριότητά τους στα ξερονήσια, διότι η οποιαδήποτε δραστηριότητα κοινωνική ταυτιζόταν με το κομμουνιστικό κίνημα. Έτσι, λοιπόν, ας μην τους αποδώσουμε την πρώτη ή την κεντρική ευθύνη, ας αποδώσουμε την κεντρική ευθύνη στα κόμματα.
Τώρα θα μιλήσω και για την αριστερά. Υπάρχει μία ιστορική ιδιομορφία στην Ελλάδα την οποία κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει και στην οποία πρέπει να μαθαίνουμε. Οι σοσιαλιστικές ιδέες όταν  πήραν μία μορφή οργανωμένη σφραγίστηκαν από την κυριαρχία των κομμουνιστικών απόψεων. Δεν υπήρξε στην Ελλάδα σοσιαλιστικό κίνημα, σοσιαλδημοκρατικό κίνημα με παράδοση. Οι ελάχιστες προσπάθειες που υπήρξαν συντρίφτηκαν μπροστά στον κομμουνιστικό όγκο. Το δυστύχημα είναι ότι στον όγκο αυτό κυριάρχησε η σταλινική κουλτούρα. Έτσι, λοιπόν, το εντύπωμα που έμεινε στο ελληνικό εργατικό και αριστερό κίνημα ήταν το σταλινικό εντύπωμα. Αυτό οδήγησε στο ξεστράτισμα και την καταστροφή. Βεβαίως και οι άλλες χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού δεν διέπραξαν μόνο λάθη, αλλά και τρομερά εγκλήματα σε βάρος των ανθρώπων και σε βάρος της κοινωνίας ευρύτερα.

Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

Ο κόσμος όπως τον ξέραμε γυρίζει σελίδα

Του Λέων Ναρ 
Μάκης Καραγιάννης, «Πόλη χωρίς θεούς» , εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 308
Στην Ελλάδα της κρίσης έχουν ήδη εκφραστεί οι πλέον ακραίες θέσεις και απόψεις. Πλανάται ένα τοξικό νέφος συνομοσιωλογίας και ανορθολογισμού, το οποίο έχει επικαθήσει στο κοινωνικό σώμα προκαλώντας καρκινικές μεταλλάξεις. Ανυπόστατοι μύθοι, απλουστευτικά στερεότυπα, στρεβλές ιδεολογίες, απλοϊκές ιδεοληψίες, τερατώδη ιδεολογήματα δηλητηριάζουν σχεδόν καθημερινά τον δημόσιο λόγο. Όλα αυτά έχουν ως θέμα τους την κρίση, σε όλες της τις εκφάνσεις, όχι μόνον την οικονομική.
Αυτήν την πραγματικότητα επιχειρεί να αναμετρήσει το εξαιρετικό μυθιστόρημα του Μάκη Καραγιάνη Πόλη χωρίς θεούς. Διαβάζοντας το βιβλίο είχα διαρκώς την αίσθηση ότι διεξάγεται ένας εμφύλιος πόλεμος χωρίς όπλα, με συγκρούσεις, με φανατισμό αλλά και με εντονότατο το στοιχείο του διχασμού. Το επίτευγμά του είναι ότι δίνει μια ιστορική διάσταση στην τρέχουσα κρίση, υπογραμμίζοντας την ίδια στιγμή ότι αν μπορεί να προκύψουν λύσεις, κάτι τέτοιο θα επέλθει μόνο ως αποτέλεσμα ριζικών πολιτικών ανατροπών.
Οι ήρωες του μυθιστορήματος, θύματα οι περισσότεροι της δομής του πολιτικοκοινωνικού συστήματος και της γενικής υστέρησης της χώρας,αναδεικνύουν μια θλιβερή πραγματικότητα: η οικονομική παγκοσμιοποίηση έχει ανάγκη την πολιτική της συμπλήρωση και υποστήριξη. Καυτηριάζεται, ακόμη, ανελέητα η κυριαρχία του χρηματοπιστωτικού τομέα και τίθεται ως αφορμή για συζήτηση η γιγάντωση της ανισότητας των εισοδημάτων στον δυτικό κόσμο.Αντί να τρέφουμε τυφλή εμπιστοσύνη στην αγορά, να αξιολογήσουμε την όποια κοινωνική δικαιοσύνη σε σχέση με την αποδοτικότηταστη σφαίρα της ψυχικής υγείας, να ένα ακόμη πρόταγμα του μυθιστορήματος.

Ερωτικές υποθέσεις με φόντο την κοινωνική μικροϊστορία

Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης, «Η λιτανεία», εκδ. Στοχαστής 2016, σ.106
Η «Λιτανεία», μια νουβέλα με απλή γλώσσα που συνδυάζει την πλοκή με την  ιστορία, είναι το  τελευταίο του βιβλίο του Ελπιδοφόρου Ιντζέμπελη. Ένας δημοσιογράφος από την Αθήνα, με αφορμή την πτώση του μεγάλου πέτρινου γεφυριού της Πλάκας,  θα ανέβει στην Άρτα για ρεπορτάζ. Η έρευνα θα τον φέρει αντιμέτωπο με τα προβλήματα που δημιουργούνται από το φράγμα του ποταμού Αράχθου της ΔΕΗ στην περιοχή και τα αντιτιθέμενα συμφέροντα της τοπικής κοινωνίας.
Σε ένα δεύτερο αφηγηματικό επίπεδο, στις αρχές του εικοστού αιώνα, ένας παράνομος έρωτας ιστορείται ταυτόχρονα με  μια εξέγερση με επαναστατικές ιδέες απέναντι στους τσιφλικάδες και τους κοτζαμπάσηδες, η οποία θα πνιγεί εν τη γενέσει της.  Στο αφηγηματικό σχήμα του Ιντζέμπελη οι δυο ιστορίες, εκτυλίσσονται  σε δυο παράλληλα χρονικά επίπεδα που εναλλάσσονται συνεχώς. Είναι μια τεχνική που χρησιμοποίησε επιτυχημένα σε προηγούμενα αφηγήματα και  ιδιαίτερα στην «Τελευταία εξίσωση του Κωνσταντίνου Καραθεοδωρή».
Οι δυο ιστορίες εκτυλίσσονται στην Άρτα που είναι ο κοινός παρονομαστής των δύο ιστοριών και μέσα σε λίγες σχετικά σελίδες εκδιπλώνει μια πλοκή με πλούσια φαντασία πάνω σε ένα καμβά που συνδυάζει τις οικογενειακές και ερωτικές σχέσεις, με τις  βαθιές πολιτικές και κοινωνικές αντιθέσεις που θα οδηγήσουν σε συγκρούσεις.

Κυριακή, 12 Μαρτίου 2017

500 ΛΕΞΕΙΣ ΜΕ ΤΟΝ ΜΑΚΗ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 12.3.17
Ο Μάκης Καραγιάννης (Κοζάνη, 1958) είναι πεζογράφος και κριτικός. Εχει εκδώσει τρία πεζογραφικά βιβλία και τη μελέτη «Η αισθητική της ιθαγένειας». Σπούδασε μαθηματικά και ήταν συνεκδότης του περιοδικού «Παρέμβαση». Τελευταίο του μυθιστόρημα το «Πόλη χωρίς θεούς» από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο».
Ποια βιβλία έχετε αυτόν τον καιρό πλάι στο κρεβάτι σας;
Παναγιώτης Κονδύλης «Πλανητική πολιτική μετά τον ψυχρό πόλεμο», George Steiner «Αντιγόνες», Isaiah Berlin «Οι ρίζες του ρομαντισμού». Ολα για τις ανάγκες ενός δοκιμίου που γράφω αυτόν τον καιρό και ανιχνεύει διαχρονικά την ελληνική ιδιαιτερότητα.
Ποιος ήρωας/ηρωίδα λογοτεχνίας θα θέλατε να είστε και γιατί;
Ο Λισιέν ντε Ριμπαμπρέ από τις «Χαμένες ψευδαισθήσεις» του Μπαλζάκ υπάρχει μέσα στον καθένα μας. Οι ματαιοδοξίες του, τα πάθη και οι χαμένοι έρωτες δίνουν «έναν αέρα μυθιστορηματικό στην ασήμαντη ζωή μας». Ομως στην εποχή της παράκρουσης και της post-truth πολιτικής ακόμη και ο Λισιέν με τις ζωτικές αυταπάτες φαντάζει νησίδα ορθολογισμού.
Με ποιον συγγραφέα θα θέλατε να δειπνήσετε;
Ασφαλώς με τον Φλομπέρ. Τον θαυμάζω και, επιπλέον, σε έναν αριστερό δίνει το αναγκαίο μελαγχολικό αντίβαρο θυμίζοντάς του ότι «το μεγάλο όνειρο της Δημοκρατίας είναι να εξυψώσει τον προλετάριο στο ίδιο επίπεδο βλακείας που έχει φθάσει ο αστός».
Ποιο ήταν το τελευταίο βιβλίο που σας έκανε να θυμώσετε;
Δεν με θυμώνουν, αλλά με απογοητεύουν τα περισσότερα βιβλία που κυκλοφορούν.
Και το τελευταίο που σας συγκίνησε;
Αν και πέρασε πολύ καιρός, το «Βίοι ελάσσονες» του Πιερ Μισόν. Πρόκειται για ένα αριστούργημα, που δυστυχώς στην Ελλάδα πέρασε απαρατήρητο από αναγνώστες και κριτικούς.
Ποιο κλασικό βιβλίο δεν έχετε διαβάσει και ντρέπεστε γι’ αυτό;
«Το ουράνιο τόξο της βαρύτητας» του Τόμας Πίντσον.
Τι σημαίνει να ζεις σε μια «Πόλη χωρίς θεούς»;
Οτι αναποδογύρισε το σύμπαν. Ο κόσμος όπως τον ξέραμε γυρίζει σελίδα. Περιδινίζεσαι στην αέναη κίνηση του ρευστού κόσμου της παγκοσμιοποίησης από τον οποίο δεν μπορείς να ξεφύγεις. Ο φόβος σκεπάζει την πόλη. Η βία είναι κυρίαρχη και το «ψόφα» ακούγεται στους δρόμους σαν πολεμική ιαχή.
Με ποιους τρόπους μπορεί η οικονομική κρίση να αποτελέσει έμπνευση για έναν πεζογράφο;
Νομίζω η πεζογραφία έριξε αρκετή μελάνη πάνω της. Ομως, εμένα μου άρεσε πάντα η επιλογή του Αλμπέρ Καμύ στην «Πανούκλα». Μίλησε για το «κακό» του 20ού αιώνα με έναν μεταφορικό τρόπο.
Εχετε Facebook, Twitter κτλ.; Εάν ναι, εμποδίζουν ή εμπλουτίζουν το γράψιμο και το διάβασμα;
Για έναν πεζογράφο είναι ένας θαυμάσιος τρόπος για να χάνει τον χρόνο του. Ωστόσο, τίποτε το ανθρώπινο δεν μου είναι ξένο. Ακόμη κι εγώ, αρκετές φορές, υποκύπτω στον πειρασμό.

Μάκης Καραγιάννης: συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη

http://diastixo.gr01 Φεβρουαρίου 2017
Ο Μάκης Καραγιάννης γεννήθηκε στις Γούλες Κοζάνης το 1958. Σπούδασε μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Είναι συνιδρυτής του περιοδικού Παρέμβαση και συμμετείχε στη διεύθυνσή του (1988-1993). Έχει δημοσιεύσει πεζογραφία, λογοτεχνική κριτική και μελέτες. Ασκεί συστηματικά κριτική βιβλίου από τις στήλες της εφημερίδας Η Αυγή και από το ιστολόγιο «Τοις Εντευξομένοις» (http://mkaragiannis.blogspot.com).
Σε έναν κόσμο που γκρεμίζεται, πέφτουν όλα όσα με κόπο και όνειρο είχαμε φτιάξει. Μήπως ζούμε σε μια εποχή ρευστότητας;
Η Πόλη χωρίς θεούς μιλάει για τους χαμένους της κρίσης και της ζωής. Υπάρχει μια φράση που επαναλαμβάνεται αρκετές φορές στο μυθιστόρημα. «Αναποδογύρισε το σύμπαν». Τίποτε δεν μένει όρθιο. Ο κόσμος όπως τον ξέραμε γυρίζει σελίδα. Υπάρχει έντονα το αίσθημα της απώλειας. Οι ήρωες νιώθουν εγκλωβισμένοι και ανήμποροι σε έναν καφκικό Πύργο από τον οποίο δεν μπορούν να ξεφύγουν. Περιδινούνται στην αέναη κίνηση ενός «Ρευστού Κόσμου». Όπως ομολογεί ο αφηγητής, αλλά μόνον στην ακροτελεύτια παράγραφο του βιβλίου, «Ήταν η εποχή της Ρευστότητας». Η Νέα Πόλη για την οποία μιλάει το μυθιστόρημα είναι μια μεταφορά των «Ρευστών Καιρών», τους οποίους έχουν περιγράψει αρκετοί κοινωνιολόγοι και φιλόσοφοι. Και αναφέρομαι στους Ζίγκμουντ Μπάουμαν και στο ομώνυμο βιβλίο του, τον Άντονι Γκίντενς, τον Παναγιώτη Κονδύλη με την Πλανητική πολιτική κ.ά.
Πριν από το 2009 ο ιδιωτικός τομέας βρισκόταν σε ακμή. Οι Έλληνες πίστευαν ότι ζουν σε μία από τις πλούσιες χώρες του κόσμου. Τι συνέβη και ο κόσμος γύρισε ανάποδα;
Η Ελλάδα είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση. Αποδείχτηκε ότι η οικονομία ήταν χτισμένη σε σαθρά θεμέλια και το κράτος χρεοκοπημένο. Τα αδιέξοδα 40 χρόνων που συσσώρευσε ένα φαύλο πελατειακό πολιτικό σύστημα την έκαναν να πέσει με το πρώτο κύμα της παγκόσμιας κρίσης.
"Το μυθιστόρημα, αν και θυμίζει την ελληνική κρίση, δεν αναφέρεται μόνον σ’ αυτή. Μιλάει για την παγκόσμια κρίση και την πρωτόγνωρη τάση του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου να ρυθμίζει τις αγορές σε τέτοιο σημείο, ώστε να μιλάμε για το διαζύγιο της εξουσίας και της πολιτικής. Οι κυβερνήσεις έχασαν την ικανότητα του ελέγχου και των αποφάσεων, αφού τα πιο σημαντικά θέματα αποφασίζονται σε πλανητικό επίπεδο".

Ο Ξενοφώντας Κάπας είναι ιδιοκτήτης μιας βιοτεχνίας ρούχων. Ενώ οι δουλειές του πάνε καλά αποφασίζει να κάνει το άνοιγμα. Παίρνει δάνεια και μεγαλώνει την επιχείρησή του. Έτσι δεν συνέβη και στους ιδιώτες που τους αγκάλιασαν οι τράπεζες και τους έδωσαν πλουσιοπάροχα δάνεια;
Έχετε δίκιο. Ωστόσο το μυθιστόρημα, αν και θυμίζει την ελληνική κρίση, δεν αναφέρεται μόνον σ’ αυτή. Μιλάει για την παγκόσμια κρίση και την πρωτόγνωρη τάση του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου να ρυθμίζει τις αγορές σε τέτοιο σημείο, ώστε να μιλάμε για το διαζύγιο της εξουσίας και της πολιτικής. Οι κυβερνήσεις έχασαν την ικανότητα του ελέγχου και των αποφάσεων, αφού τα πιο σημαντικά θέματα αποφασίζονται σε πλανητικό επίπεδο. Έτσι, ο Ξενοφώντας Κάπας μοιάζει «χαμένος. Ναυαγός μέσα σε μια θάλασσα από δολάρια, γιεν, ευρώ, δάνεια και μετοχές, που ξεκινούσε από την πόλη του κι έφτανε ως τη Γουόλ Στριτ κι από κει στο Τόκιο. Η πτώχευσή του ήταν μια ασήμαντη κουκκίδα στον ωκεανό της χρηματαγοράς».

Δύο βιβλία της πρόσφατης παραγωγής

Του Τάσου Καλούτσα, frear.gr, 23.1.17
Μερικές σκέψεις για δυο βιβλία της πρόσφατης πεζογραφικής παραγωγής του 2016 που έφτασαν στα χέρια μου: Στην τρίτη κατά σειρά συλλογή της Μαρίας Κουγιουμτζή Όλα μπορούν να συμβούν μ’ ένα άγγιγμα (εκδ. Καστανιώτη) τριάντα δύο σύντομες εξιστορήσεις κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον μας, εφόσον εξασφαλίζουν την ιδιαίτερη διεγερσιμότητα που επιβάλλει στον αναγνώστη η αυθεντική λογοτεχνία. Εκκινώντας από την περιγραφή απλών καθημερινών περιστατικών (πραγματικών ή επινοημένων) ή μέσα από τις δαιδαλώδεις (συχνά εφιαλτικές) ατραπούς της ευρηματικής της φαντασίας, σε οδηγούν στα έγκατα της ανθρώπινης ψυχής και σε κάνουν να νιώσεις με ξεχωριστή ένταση τη συγκίνηση που προκαλούν τα βαθιά ανθρώπινα συναισθήματα: Πόνος και αγανάκτηση απ’ την ανάλγητη επιβολή κάθε μορφής (εξουσιαστικής) βίας, συμπόνια προς τα κάθε λογής αδύναμα ή ανυπεράσπιστα θύματά της ‒τους αδικημένους ή τους «ναυαγισμένους»‒ διάχυτος αισθησιασμός που σπαράσσεται από τη μοναξιά, παράφορα πάθη που συνορεύουν με την απόγνωση και την τρέλα, εκρηκτικά ξεσπάσματα φιμωμένων ενστίκτων που, μέσα από μια καλοστημένη σκηνοθεσία οικογενειακών συμβάντων ή συγκρούσεων, αντιπαραθέτουν την αγριότητα με την τρυφεράδα, την ανθρώπινη θηριωδία με την δίχως όρια αφοσίωση και, περιέργως, σε γαληνεύουν, επιδαψιλεύοντας τη γλυκιά παραμυθία που προσφέρει η τέχνη στην ύπαρξη. Αγάπη προπάντων για τη Ζωή (στο σύνολό της), αυτήν που φιλόστοργα αγκαλιάζει η λογοτεχνία (υπερνικώντας και το φόβο του θανάτου): «Στα βιβλία μπορείς να ζεις και νεκρός, δεν σ’ το απαγορεύει κανείς». Εν συντομία, ένας κόσμος (επίγειος και υπόγειος) δυνατών συγκινήσεων, εγκαρτέρησης και αγωνίας, τρόμου κι ελπίδας.
Βαθιά τομή στο παρόν της χώρας μας που δοκιμάζεται από την πολύχρονη οικονομική κρίση επιχειρεί με το νέο του βιβλίο Πόλη χωρίς θεούς (εκδ. Μεταίχμιο) ο Μάκης Καραγιάννης. Στο επίκεντρο η ιστορία του βιοτέχνη Ξενοφώντα Κάπα, που χρεωκόπησε, με αποτέλεσμα, προοδευτικά, και οι σχέσεις μεταξύ των μελών της οικογένειάς του ν’ αρχίσουν να «φυλλορροούν».

Με το μέταλλο των παλιών καιρών


Τον παρακολούθησα τελευταία φορά το 2013. Η Θεσσαλονίκη τιμούσε στη 10η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου, σε μια συγκινητική εκδήλωση, τον Δ. Ν. Μαρωνίτη. Οι πανεπιστημιακοί ανέλυσαν το έργο του, μίλησαν για τον «καλύτερο ομηριστή που είναι και καλύτερος μεταφραστής». Ήταν μια ψυχική ανάταση για όλους μας. Ένα ξέφωτο μέσα στην καταχνιά.

Τον θυμάμαι στις εκδηλώσεις της πόλης τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης. Μαζί με τον Μανόλη Αναγνωστάκη ήταν αυτοί που συνέβαλαν στην πολιτική και πνευματική μας ενηλικίωση. Από τις επιφυλλίδες του Βήματος, τα Δεκαοχτώ κείμενα, τα κελιά της ΕΑΤ-ΕΣΑ την περίοδο της δικτατορίας, έδωσε το στίγμα του.  Θα ήταν ένας δημόσιος διανοούμενος και όχι ένας φιλόλογος κρυμμένος βαθιά στις σελίδες των βιβλίων. Και όπως έκαναν οι άνθρωποι της γενιάς του, με το μέταλλο των παλιών καιρών, υπεράσπισε τις λέξεις του με τις πράξεις. Συνέβαλε με το παράδειγμά του, τον δημόσιο λόγο και το πνευματικό του έργο στην εθνική μας αυτογνωσία.  Αργότερα έγινε υπόθεση των φιλολόγων. Λίγοι ενδιαφέρονταν για την «πολιτική ηθική του».

Ο ίδιος στην αντιφώνησή του μίλησε για το τρίγωνο γραφή, ανάγνωση και μετάφραση που χάραξε τη ζωή του. Μνημόνευσε τα αγαπημένα του πρόσωπα και τους δασκάλους του. Τον Γ. Κακριδή, τον Ε. Κριαρά, τον Λ. Πολίτη. Ανέφερε τους φίλους του. Την Α. Κυριακίδου- Νέστορος, τον Τ. Χρηστίδη, τον Π. Ζάννα. Ένας άλλος αέρας πλανιόταν στην ατμόσφαιρα. Για να καταλάβεις όμως τι σημαίνει Π. Ζάννας πρέπει να έχεις διαβάσει το «Ημερολόγιο φυλακής». «Ύστερα χωρίς να το περιμένει –γράφει για μια συνάντησή τους με τον Μαρωνίτη μέσα στις φυλακές στις 19.5.71- τον πλησίασα και τον αγκάλιασα. Νομίζω πως κλαίγαμε – ή σχεδόν- και οι δυο. Οι φύλακες φώναζαν. Με τράνταξε. Δεν μπόρεσα να τον ρωτήσω τίποτα».

Σάββατο, 21 Μαΐου 2016

Η γραμματική της ειρωνείας

Από το αφιέρωμα του περιοδικού "Σίσυφος" στον Βασίλη Καραγιάννη
Ένα εργοτάξιο εξαιρετικών αισθημάτων

Χ. Μούκα 1. Μπαίνοντας μέσα αντικρίζεις μια συμπαθητική αταξία. Παντού βιβλία. Ξεχειλίζουν τους τοίχους, στο γραφείο ακόμα και στο πάτωμα, σε οργανωμένες στοίβες ή  πεταμένα χύδην. Ό,τι περισσεύει από χώρο καλύπτεται με πίνακες, φωτογραφίες και ζωγραφισμένες πέτρες. Δεν υπάρχει ούτε ένα εκατοστό ελεύθερου χώρου.  Στέκεται οχυρωμένος πίσω από τα βιβλία, ελεύθερος πολιορκημένος σε ένα χάρτινο χαράκωμα, σε έναν καθημερινό πόλεμο απέναντι στην άγνοια. Ένας  ακούραστος χαρτοποιμένας και βιβλιοασπάλαξ  που κυβερνάει μια τεράστια  βιβλιοθήκη στην οποία μπορείς να βρεις οτιδήποτε κυκλοφόρησε τα τελευταία πενήντα χρόνια.
Το γραφείο αυτό υπήρξε για τριάντα χρόνια το εντευκτήριο των ανθρώπων των γραμμάτων, της πολιτισμένης -όπως πάντα του αρέσει να τονίζει- αριστεράς και των αριστερών. Όχι σαν τα σημερινά σκύβαλα που δηλώνουν έτσι και  διακρίνονται πανελληνίως για ανοησία τους, αλλά εκείνων με τα τρύπια παπούτσια που έκαναν τη θητεία τους στις φυλακές και τις εξορίες και ένας ένας πήγαιναν εκεί για να του εμπιστευτούν ό,τι πολυτιμότερο είχαν στο τέλος του βίου τους: ένα πακέτο χαρτιά, κακογραμμένα και ανορθόγραφα, με την ιστορία της ζωής τους.

Βιολέτες για μια εποχή

Στο γραφείο αυτό ξεκίνησε και η «Παρέμβαση». Μια ωραία πνευματική διαδρομή τριάντα χρόνων που άφησε έντονα το στίγμα της στα γράμματα και τον χώρο των λογοτεχνικών περιοδικών. Κάπου εκεί θυμάμαι κι εγώ τα ωραία χρόνια της «Παρέμβασης», την περίοδο της μανιφατούρας, ανάμεσα σε σουβλάκια και μπίρες, με το ραδιόφωνο να παίζει Καζαντζίδη και τρίτο πρόγραμμα και εμείς έμπλεοι από ζωτικές αυταπάτες –«μικροδιεκπεραιωτές του ανέφικτου»-  για να σώσουμε τον κόσμο πολιτιστικά και πολιτικά, σε μιαν ανέμελη εποχή της μπελ εποκ, όταν ο κόσμος έκανε χρήματα, αγωνιούσε για τα χρηματιστήρια κι  εμείς - όπως πάντα-  ασχολούμασταν με έργα μη παραδεδεγμένης χρησιμότητας. Ανατρέχοντας μια δεύτερη φορά σε εκείνον τον καιρό ένα ίζημα νοσταλγίας μένει στα χέρια και σε αποζημιώνει γενναιόδωρα ξανακερδίζοντας τον χαμένο χρόνο.

Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2015

Η επαγγελία της αδύνατης μεταρρύθμισης

Πίνακας Κώστας Ντιος
Σημειώσεις για την καχεξία του πολιτικού λόγου
την εποχή της κρίσης - Μέρος 2ο
 
Του Μάκη Καραγιάννη

Η Πολιτική Επιθεώρηση μετά από πέντε χρόνια και τρεις μήνες καθημερινής παρουσίας, 61o1 κείμενα και 1.206.169 προβολές σελίδων, έφτασε στο τέλος της. Όταν ξεκινούσε, μαζί με την κρίση, το καλοκαίρι του 2010 φιλοδοξούσε «να αναδείξει την κριτική σκέψη και τις ιδέες της ανανεωτικής δημοκρατικής αριστεράς, μέσα σε έναν κοινωνικό τοπίο στο οποίο κυριαρχoύσε ο θόρυβος των πληροφοριών και ο λαϊκισμός». Στα πέντε αυτά χρόνια όπου επικράτησε η πολεμική ρητορική περί χούντας και η συνωμοσιολογία, όπου οι λέξεις ιπτάμενα στιλέτα - «εθελόδουλοι», «δοσίλογοι», προδότες», "γερμανοτσολιάδες" - στόχευαν κάθε διαφορετική άποψη η Πολιτική Επιθεώρηση προσπάθησε να είναι μια νησίδα νηφάλιας σκέψης.
Από την θέση αυτή θέλω να ευχαριστήσω θερμά τους συνεργάτες της Πολιτικής Επιθεώρησης, όλους όσους της εμπιστεύθηκαν τα κείμενά τους, πολλές φορές ακόμη και επιστημονικά, όπως ο κ. Α. Μανιτάκης, αλλά και όσους -χωρίς την άδειά τους- αναδημοσίευσα κείμενα τους από τον τύπο. Είναι φανερό ότι το έκανα γιατί με εξέφραζαν πολιτικά, αλλά πολλές φορές με γοήτευσαν και θα ήθελα να τα έχω γράψει ο ίδιος. Παραφράζοντας τον Σεφέρη θα έλεγα ότι η πολιτική τα χρόνια της κρίσης, για όσους ήταν από την πλευρά της λογικής, ήταν μια πράξη απέραντης αλληλεγγύης.
Στα πέντε αυτά χρόνια η Ελλάδα ξυπνούσε με τα εμβατήρια του Τράγκα. Μεσουρανούσαν οι δωρεάν διαγραφές χρέους, τα παραμύθια του Σώρα και οι κραυγές του εθνολαϊκισμού για κρεμάλες στο Σύνταγμα. Προσπαθούσε μάταια να καταπολεμήσει την κρίση, αναπαράγοντας τον λόγο της χρεοκοπίας του παρασιτικού καταναλωτισμού. Ένα ολόκληρο σύστημα οργάνωσης και πολιτικής στην οποία στηρίχτηκε η μεταπολίτευση. Διότι δεν επρόκειτο μόνον για οικονομική χρεοκοπία, αλλά για τη χρεοκοπία των μυαλών και των συνειδήσεων. 
Είναι πάντως λυπηρό, και ενδεικτικό για το επίπεδο της κοινωνίας μας, ότι για το μείζον πρόβλημα που δίχασε βαθιά την ελληνική ψυχή πέντε χρόνια τώρα, δεν έγινε ούτε ένας σοβαρός δημόσιος διάλογος ανάμεσα στους μεταρρυθμιστές και τους αντιμνημονιακούς, όπως έγινε το 1938 ανάμεσα στον Σεφέρη και τον Τσάτσο για την αντίληψη περί «ελληνικότητας». Δεν υπήρξε καν μια απλή αντιπαράθεση στον τύπο. Μόνον τόνοι μελάνης με ύβρεις, μονόπλευρες καταγγελίες και άπειρα χτυπήματα στα πλήκτρα, γεμίζοντας με τοξικό μίσος ολόκληρο το ίντερνετ και τον αέρα που αναπνέαμε.

Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2015

Οι Έλληνες ριζοσπάστες και τα μαθηματικά χειρόγραφα του Καρλ Μαρξ.

Πίνακας Κώστας Ντιος

Σημειώσεις για την  καχεξία του πολιτικού λόγου
 την εποχή της κρίσης- Μέρος 1ο
Του Μάκη Καραγιάννη
Τώρα που η καμπύλη  φαινόμενου ΣΥΡΙΖΑ διέγραψε το μέγιστο σημείο της τροχιάς της, μπορούμε να κάνουμε ορισμένες παρατηρήσεις για τη ρητορική του δημόσιου λόγου που άρθρωσε. Η απουσία μιας συγκεκριμένης ανάλυσης της συγκεκριμένης κατάστασης, που θα παρείχε μια αξιόπιστη ερμηνεία της ελληνικής πραγματικότητας, η υποτίμηση των ελληνικών παραμέτρων της κρίσης, η στοιχειώδης άγνοια της λειτουργίας των ευρωπαϊκών θεσμών και της οικονομίας, οδήγησε στην  εντυπωσιακή στροφή μετά το δημοψήφισμα και την εκκωφαντική πτώση πάνω στον τοίχο της πραγματικότητας.
 Ποια ήταν η ανάλυση του για τη μεγαλύτερη παγκόσμια οικονομική κρίση των τελευταίων δεκαετιών, στο επίκεντρο της οποίας ήταν η χώρα μας; Όταν ο Καρλ Μαρξ προσπαθούσε να μελετήσει το κεφάλαιο και  τις αγορές με επιστημονικά μέσα, για να αναλύσει τις κρίσεις της εποχής του και να διατυπώσει τους νόμους της πτώσης του ποσοστού κέρδους, εδώ αντιμετωπίζαμε την κρίση με τη μεγαλοφυή σκέψη του Φλαμπουράρη ότι «θα τους πληρώσουμε με αέρα». Όποιος διαβάσει τα «Μαθηματικά χειρόγραφα» του Καρλ Μαρξ θα εκπλαγεί. Είχε πλήρη γνώση του διαφορικού λογισμού που διδάσκεται στο πανεπιστήμιο και προσπαθούσε να τον χρησιμοποιήσει στην πολιτική οικονομία για να εκφράσει με μαθηματικό τρόπο τους νόμους για τις κρίσεις, γιατί ήταν σημαντικό γι’ αυτόν «να πετάξει το πέπλο της ασάφειας στην επιστήμη».
Κι ενώ όλη Ελλάδα κρατούσε την αναπνοή της για την έκβαση του δημοψηφίσματος και τις τρομερές συνέπειες του, ο Λαφαζάνης, αρνούνταν να μας αποκαλύψει το μυστικό σχέδιο της κυβέρνησης για όλο το χρυσάφι του κόσμου. Φευ! Τι κρίμα! Κι όταν στις εκλογές άνοιξε το στόμα του, τι μας είπε; «η μετάβαση από το ευρώ σε εθνικό νόμισμα δεν είναι τίποτα το παράξενο ή περίεργο το οποίο απαιτεί ειδική μελέτη». Εξ άλλου είπαμε να κάνουμε ένα πείραμα. Από τον Μαρξ μέχρι τον Λαφαζάνη και τον Φλαμπουράρη η σκέψη διαγράφει μια τροχιά πυροτεχνήματος  από τα μαθηματικά στην αμπελοφιλοσοφία. Έχουν σημασία άραγε  οι αριθμοί και οι μελέτες; Κι όμως η ακροτελεύτια πρόταση από τις 732 σελίδες του βιβλίου του  Τομά Πικετί «Το Κεφάλαιο τον 21ο αιώνα» είναι η εξής: «Η άρνηση να μετράμε σπάνια λειτουργεί προς όφελος των πιο φτωχών».
 Ο ΣΥΡΙΖΑ αντί  για μια ουσιαστική ανάλυση της κρίσης και τη διατύπωση ενός ορθολογικού σχεδίου για την έξοδο, προτίμησε μόνο την καταγγελία, την αντιμνημονιακή ρητορική και την εισαγωγή εξ εσπερίας έτοιμων αντιλήψεων περί νεοφιλελευθερισμού, σε μια Ελλάδα που αγκομαχούσε και πέθαινε από την υπερβολική δόση κρατισμού.  Στη θέση της απόδειξης, η ηθική επίκληση. Στη θέση του συγκεκριμένου, η αοριστολογία. Στη θέση της αυτεπίγνωσης και της δύσκολης αλήθειας, οι βολικές ψευδαισθήσεις και τα τρυφερά ψέματα που λέμε στο εαυτό μας. 

Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2015

Μυθιστορήματα τούβλα εναντίον μικρής φόρμας


The Books' Journal τχ. 57

«Πολύ λίγα βιβλία αξίζουν τον κόπο να είναι τόσο μεγάλα. Οι Αμερικανοί ειδικά λατρεύουν τα μεγάλα βιβλία. Νομίζω ότι εξακολουθούν να πιστεύουν ότι ένα σπουδαίο αμερικανικό μυθιστόρημα πρέπει να μοιάζει με τούβλο» είπε σε συνέντευξη στο ραδιόφωνο του BBC ο Ίαν Μακ Γιούαν.

Τις τελευταίες δεκαετίες οι τάσεις της αγοράς επιβάλλουν ογκώδη μυθιστορήματα. Τα ερωτήματα, όμως, που ανακύπτουν σχετικά είναι πολλά. Είναι απόλυτα αναγκαίες οι 1161 σελίδες στο «2666» του Μπολάνιο; Οι 1002  σελίδες στο «Ουράνιο τόξο της βαρύτητας» του Πίντσον; Ο όγκος αυτός υπαγορεύεται από την εσωτερική οικονομία του έργου ή από την ακκιζόμενη ματαιοδοξία του συγγραφέα, καθώς αντικρίζει τον θηριώδη αριθμό της ακροτελεύτιας σελίδας;  Μπορεί ένας συγγραφέας να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη σε 1000 σελίδες; Ασφαλώς, αν είναι ο Ντοστογιέφσκι ή ο Τολστόι. Πόσες όμως λογοτεχνικές ιδιοφυίες  αυτού του διαμετρήματος κυκλοφορούν σήμερα στην αγορά; Είναι ακόμη και οι εγνωσμένης αξίας συγγραφείς αδιάβροχοι από τις τάσεις της αγοράς ή από τη δική τους μεγαλομανία;

Για το αναγνωστικό κοινό οι προθέσεις τους και  η συγγραφική κουζίνα είναι τυλιγμένα στην αχλύ ενός μύθου. Μια θρησκευτική αποστολή κατά την οποία ο ασκητής συγγραφέας είναι αφοσιωμένος στο έργο του αντιμέτωπος με τις ωδίνες της γραφής. Σ’ αυτό το σημείο όμως υπεισέρχονται τα διαφορετικά συγγραφικά σχέδια και οι διαφορετικές τεχνικές. Από τη μια οι μινιμαλιστές, οι  στυλίστες, με πατριάρχη τον Φλωμπέρ. Ο δύσκολος τοκετός. Η αναζήτηση της ακρίβειας, της μοναδικής σωστής λέξης –le mot juste-, που αγγίζει  τα όρια του μυστικισμού.  Γράφοντας ξανά και ξανά την ίδια σκηνή. «Αυτή η σκηνή του πανδοχείου θα μου πιάσει ίσως τρεις μήνες».


Από την άλλη τα μεγαλεπήβολα σχέδια με εμβληματική φυσιογνωμία τον Μπαλζάκ. Η συγγραφική ευκολία και  ο μεγάλος διασκελισμός. Ήταν ο εφιάλτης των τυπογράφων με τις συνεχείς αλλαγές της τελευταίας στιγμής. Και μόνον η σύλληψη της «Ανθρώπινης Κωμωδίας» προκαλεί ίλιγγο. Η φιλοδοξία να περιγράψει εξαντλητικά όλη την κοινωνία της εποχής του. 91 μυθιστορήματα,  30 νουβέλες, 2500 ήρωες σε 25 χρόνια.

«Τι συγγραφέας θα ήταν ο Μπαλζάκ  αν ήξερε να γράφει!» δήλωνε ο Φλωμπέρ.  Η πρώτη σκέψη μάς οδηγεί να αποδώσουμε τη ρήση του στη ζήλια. Μήπως είναι άδικη; Αν τους συγκρίνεις καταλαβαίνεις πώς ένιωθε. Η διαφορετική συγγραφική ιδιοσυγκρασία  εξηγεί την προκατάληψη. Η ακριβής λέξη, απέναντι στη βιομηχανία της γραφής. Ο ερημίτης των γραμμάτων που δεν ήθελε να βγάλει ούτε μια φωτογραφία, που αρνούνταν στους ζωγράφους να του κάνουν το πορτρέτο, απέναντι στον άνθρωπο πού ήθελε να κατακτήσει την Ευρώπη και τον κόσμο με την πένα, όπως έκανε ο Ναπολέοντας με το σπαθί του.

Και τότε, όμως, η  εμπορικότητα και η κοινωνική ζήτηση διαμόρφωναν –όπως σήμερα με τα μυθιστορήματα τούβλα- την αισθητική. Ο Μπαλζάκ ακολουθούσε και δημιουργούσε τους κανόνες της εποχής.  «Η Γεροντοκόρη» (1836) ήταν το πρώτο γαλλικό μυθιστόρημα που δημοσιεύεται σε συνέχειες.  Η λογοτεχνία σε αυτή τη μορφή υπαγορευόταν από την ανάγκη των εφημερίδων να αυξήσουν με έναν «κράχτη» τις πωλήσεις και απαιτούσε δράση, περιγραφές, καθαρά συναισθήματα. Αλλά ακόμη και οι «Χωρικοί» του κάποια στιγμή θα απορριφθούν από τον εκδότη της εφημερίδας και θα αντικατασταθούν από τη «Βασίλισσα Μαργκό» του Αλέξανδρου Δουμά. Το σύστημα –όπως πάντα-  πριμοδοτεί όποιον ακολουθεί πιστά τους κανόνες και κολακεύει το μεγάλο κοινό.

Ευτυχώς η λογοτεχνία γράφεται με πολλούς τρόπους και ο κάθε συγγραφέας επιβάλλεται ως σύνολο. Κάποιοι ακολουθούν το μονοπάτι του Φλωμπέρ, άλλοι τον δρόμο του Μπαλζάκ. Ωστόσο, κάτι μου λέει πίσω από τα περισσότερα  ογκώδη μυθιστορήματα  κάνει σινιάλο η υστεροφημία. Η αγωνία του συγγραφέα να χαράξει εφάπαξ και ακλόνητα το όνομά του στο λογοτεχνικό κανόνα. Κρύβεται η ίδια ματαιοδοξία του Μπαλζάκ, χωρίς όμως το ταλέντο που τον έκανε κλασικό.  

 «Προσωπικά μου αρέσει η ιδέα ότι μπορείς να πάρεις στα χέρια σου ένα βιβλίο και να το διαβάσεις μονομιάς ή μέσα σε τρεις ώρες, σαν να παρακολουθείς μια ταινία, μια όπερα ή ένα μεγάλο θεατρικό έργο» κλείνει το συλλογισμό του ο Ίαν Μακ Γιούαν. (ΝΕΑ 7.2.15)