Τρίτη, 30 Ιούνιος 2009

Edgardo Cozarinsky: "Ο Μολδαβός Σωματέμπορος"


Μεγάλες προσδοκίες
Εβραϊκή διασπορά στον κόσμο των τάνγκος και των πορνείων

ΕΔΓΑΡΔΟ ΚΟΖΑΡΙΝΣΚΙ, Ο Μολαδαβός Σωματέμπορος Μετάφρ. Αλίκη Βασώνη Εκδ. Πάπυρος, Αθήνα 2008, σ. 177

Πώς διαποτίζει η ιστορία τις ζωές των ανθρώπων; Είναι το ερώτημα που θέτει επανειλημμένα στα βιβλία του, αλλά και στον «Μολδαβό Σωματέμπορο» ο Εδγάρδο Κοζαρίνσκι, ανασύροντας στην επιφάνεια, μαζί με τα φαντάσματα της Ιστορίας, το μακρύ ταξίδι των Εβραίων από την κεντρική Ευρώπη στη γη της επαγγελίας του Νέου Κόσμου, το Μπουένος Άιρες των τάγκος και των πορνείων.

Αν και γεννημένος στην Αργεντινή, οι πολιτικές περιπέτειες τον ανάγκασαν να ζήσει πολλά χρόνια στο Παρίσι, όπου καθιερώθηκε ως σκηνοθέτης κινηματογραφικών ταινιών μυθοπλασίας αλλά ντοκυμανταίρ, ανάμεσα στα οποία πορτραίτα καλλιτεχνών όπως ο Ζαν Κοκτώ, η Σάρα Μπερνάρ και ο Αντρέι Ταρκόφσκι. Το πρώτο του βιβλίο -«Ο Μπόρχες και ο Κινηματογράφος»- εκδόθηκε στα 1974, ωστόσο στη λογοτεχνία καθιερώθηκε το 1985 με την επιτυχία «Urban voodoo», με πρόλογο της Σούζαν Σόνταγκ. «Ο Μολδαβός Σωματέμπορος», το πρώτο του μυθιστόρημα, μαζί με τους «Τέσσερις τοίχους» του Β. Χατζηγιαννίδη, ήταν το 2007 στη λίστα των υποψήφιων για το βραβείο καλύτερου ξένου μυθιστορήματος που απονέμει η εφημερίδα "Independent".

Η αισθητική των ταινιών του που κινούνται ανάμεσα στη μυθοπλασία και την πραγματικότητα φαίνεται ότι επηρεάζει και τη γραφή του. Το ανά χείρας βιβλίο έχει ως φόντο την ιστορία των εμιγκρέδων της κεντρικής Ευρώπης και τη σκοτεινή πλευρά του εμπορίου λευκής σαρκός των συμμοριών του Μπ
ουένος Άιρες και ιδιαίτερα της εβραϊκής Ζβι Μιγκτάλ που είχε τον έλεγχο 2.000 οίκων ανοχής και 30.000 γυναικών.

Στον πυρήνα της αφήγησης υπάρχουν τα χειρόγραφα μιας παλιάς μουσικής παράστασης στα γίντις -της γλώσσας των Εβραίων Aσκενάζι- με τίτλο «Μολδαβός Σωματέμπορος», η οποία είχε ανέβει στις συνοικίες μεταναστών στα 1927. Το έργο μιλούσε για την ιστορία ενός προαγωγού που επωμίζεται το έγκλημα μιας πόρνης και καταλήγει στη φυλακή.

Ένας νεαρός σπουδαστής δημοσιογραφίας συναντά τον γέρο ηθοποιό Σάμι Βαρσάουερ, ο οποίος του παραδίδει τα άχρηστα χειρόγραφα που φυλάει μέσα σ' ένα κουτί παπουτσιών. Ο αφηγητής με το πρόσχημα της αναζήτησης των πρωταγωνιστών και την ερμηνεία του έργου αναδεικνύει μια άγνωστη πλευρά της μετανάστευσης, δραματικά επίκαιρη και σήμερα. Κάτω από την ιστορία του θεατρικού έργου εμφανίζονται τα πραγματικά πρόσωπα του δράματος γύρω από ένα ερωτικό τρίγωνο: η τρυφερή και φυματική πόρνη Ζούζα, με τα μεγάλα όνειρα, κρατώντας μια βαλίτσα στο χέρι και τα ταξιδιωτικά έγγραφα κρυμμένα στο μεσοφόρι της, πάνω στο κατάστρωμα ενός καραβιού με το βλέμμα στραμμένο στον ορίζοντα, αναρωτιέται πού είναι το Άγαλμα της Ελευθερίας, για να καταλήξει στους οίκους ανοχής του Μπουένος Άιρες. Ο μπαντονεονίστας Σάμι Βαρσάουερ που την αγάπησε και την απήγαγε. Η Περλ, το κορίτσι από την Ουκρανία, αντίζηλος της Ζούζα, πόρνη και αργότερα τραγουδίστρια μαζί με τον Σάμι, που θα τον οδηγήσει από τα τάγκος στον κόσμο του σοβαρού θεάτρου.

Η αφήγηση συμπληρώνει έναν ολόκληρο κύκλο, για να καταλήξει εκεί όπου ξεκίνησε. Στο τέλος του αιώνα, στο Παρίσι, ο Μάξι, γιος του Βαρσάουερ, σε μια άλλη ήπειρο και άλλη εποχή, επαναλαμβάνει την ιστορία του «Μολδαβού Σωματέμπορα», προσπαθώντας να σώσει από την πορνεία και τη σωματεμπορία μια μικρή από το Κοσσυφοπέδιο την οποία ερωτεύεται για να καταλήξει στη φυλακή.


Οι ιστορίες με τις οποίες διαρθρώνεται το βιβλίο δεν επικαλύπτονται. Οι διαφορετικές τροχιές των ηρώων διασταυρώνονται και φωτίζουν η μια την άλλη, αποτυπώνουν την αντίδραση των πρόσωπων απέναντι στους μαιάνδρους της μεγάλης Ιστορίας. Η γλώσσα του ποιητική και υποβλητική. Η εκφραστική οικονομία, η οποία σημαδεύει το καίριο, διακρίνεται και στον όγκο του ολιγοσέλιδου κειμένου το οποίο είναι, μάλλον, νουβέλα. Ο Κοζαρίνσκι, διηγηματογράφος κυρίως, δυσπιστεί όπως και ο Μπόρχες, για το μυθιστόρημα και τις επουσιώδεις πληροφορίες με το οποίο, συνήθως, παραγεμίζεται. Καταθέτει όλο το υλικό της τεκμηρίωσης -χειρόγραφα, αποσπάσματα ημερολογίων, εξομολογήσεις- αλλά αρνείται να ολοκληρώσει το εγχείρημα παραδίνοντας τη σκυτάλη στον αναγνώστη. Η αφήγηση παραμένει ημιτελής και μια καχυποψία για το μυθιστόρημα και τη ματαιότητα της γραφής διαπερνάει τις τελευταίες σελίδες.
«Προτιμώ να σεβαστώ τη σιωπή».

Ο «Μολδαβός Σωματέμπορος» είναι ένα βιβλίο το οποίο πέρασε απαρατήρητο από το κοινό και την κριτική για να μας συστήσει τον άγνωστο αλλά γοητευτικό Εδγάρδο Κοζαρίνσκι.

ΑΥΓΗ 28.06.09

Δευτέρα, 20 Απρίλιος 2009

Γιάννης Ρίτσος: Εικόνες από μια συνάντηση



Είναι αλήθεια ότι μπήκαμε με δέος με τον Βασίλη, στον χώρο του ποιητή, στο διαμέρισμά του της Μιχαήλ Κόρακα 39, στην Αθήνα, πριν είκοσι χρόνια, σαν να μπαίναμε στο ναό της ποίησης. Ο χώρος κατάφορτος από βιβλία -οι στοίβες γέμιζαν ακόμη και το πάτωμα- πίνακες, ρίζες, πέτρες, ενθύμια καταλάμβαναν κάθε εκατοστό. Στους τοίχους με τους δεκάδες πίνακες, ανάμεσα στους οποίους κι ένας του Γιώργου Χατζάκη, κυριαρχεί το μαρτύριο του Άγιου Σεβαστιανού. Στην ερωτική εκδοχή του Γιάννη Τσαρούχη ένας νεαρός άνδρας, με τη γυμνή του μορφή και τα σπορτέξ παπούτσια, υπομένει τα βέλη. Πέτρες, βότσαλα, ρίζες αποτελούν την προέκταση του ποιητικού το έργου, φιλοτεχνώντας πάνω τους με μελάνι πρόσωπα, σώματα και φιγούρες, δίνοντας ζωή σε αντικείμενα, ένας σιωπηλός χορός που συμπληρώνει την περιρρέουσα ατμόσφαιρα.


Μέσα σ όλα αυτά η μορφή του Ρίτσου, στον γαλάζιο καναπέ κάτω από το μαύρο πορτατίφ, γοητευτικός, να ξετυλίγει τις μνήμες του –η φωνή του μοιάζει να απαγγέλει χαμηλόφωνα, είναι η συνέχεια κάποιου ποιήματος- με το τσιγάρο στο χέρι και το πακέτο, ένας «Άσσος σκέτος» δίπλα του, να μιλάει για τη ζωή στην πόλη όπου χάνεσαι, «σαν να ρίχνεις μια πέτρα στον ωκεανό σε αντίθεση με την ήρεμη επαρχία, μια πέτρα μέσα στη λίμνη που κάνει άπειρους κύκλους», εξομολογούνταν κεφάλαια από τη ζωή του για τις θεατρικές παραστάσεις ανά την Ελλάδα την περίοδο του εμφυλίου, για τους κοινούς γνωστούς.

Η γοητεία του Ρίτσου ακουμπούσε σε έναν μύθο ο οποίος, όμως, στηριζόταν σε μια ενότητα βίου και έργου. Στη δημόσια εικόνα του, η οποία επικρατεί ακόμη, είναι ο ποιητής της ρωμιοσύνης, της αγωνιστικής αισιοδοξίας με τις βεβαιότητες και το χρέος για έναν καλύτερο κόσμο. Κι αν τώρα πια ηχεί παράξενα η ποιητική του ρητορική με τους υψηλούς τόνους δεν φταίει μόνον η ποίησή του αλλά και ο κόσμος που άλλαξε. Κάτι ανάλογο μήπως δεν συμβαίνει, ως ένα βαθμό, όχι με τον λυρισμό αλλά με την επική πλευρά της ποίησης του Ελύτη όπως είναι «Αξιον εστί» ή με τη θλίψη, τα αγάλματα και την ελληνικότητα του Σεφέρη; Η εικόνα του ποιητή-ηγέτη που καλλιέργησαν και οι τρεις τους, κατά το πρότυπο του Παλαμά, φαντάζει ξένη σε μια πεζή, αντιηρωική εποχή της αφθονίας και της κατανάλωσης.

Υπάρχει ωστόσο και η άλλη πλευρά: Ο Ρίτσος χειριζόταν με άνεση όλη την κλίμακα της ποιητικής ευαισθησίας η οποία εγκολπωνόταν κάθε θεματική του δημόσιου και του ιδιωτικού βίου. Είναι –σε αντιδιαστολή με τους υπόλοιπους της γενιάς του- ο ποιητής των ταπεινών πραγμάτων που ανασύρει τον μικρόκοσμο της καθημερινότητας, ακούει τους ψιθύρους τους, ερμηνεύει τις σιωπές τους, τα ανατοποθετεί. Πίσω από τη δημόσια εικόνα του, υπάρχει η ποίηση της ιδιωτικής εμπειρίας. Ο έρωτας, η αίσθηση της ματαιότητας των πραγμάτων, η φθορά του χρόνου και ο θάνατος, ο πικρός στοχασμός μέσα από τα τραγικά προσωπεία της «Τέταρτης Διάστασης».


«Αλήθεια, πόσα πράγματα άχρηστα, με πόση απληστία συναγμένα∙
– φράζαν το χώρο- δεν μπορούσαμε να σαλέψουμε∙ τα γόνατά μας
χτυπούσαν σε ξύλινα, πέτρινα, μετάλλινα γόνατα. Ω, βέβαια, θα πρέπει
πολύ να γεράσουμε, πολύ, ώσπου να γίνουμε δίκαιοι, να φτάσουμε εκείνη
την ήμερη αμεροληψία, τη γλυκειά ανιδιοτέλεια στις συγκρίσεις, στις
κρίσεις,
όταν δικό μας πια μερτικό δεν υπάρχει σε τίποτα πάρεξ σ’ αυτή την
ησυχία.
Α, ναι, πόσες ανόητες μάχες, ηρωισμοί, φιλοδοξίες, υπεροψίες,
θυσίες και ήττες και ήττες, κι άλλες μάχες, για πράγματα που κιόλας
είταν από άλλους αποφασισμένα, όταν λείπαμε εμείς. Και οι άνθρωποι,
αθώοι,
να χώνουν τις φουρκέτες των μαλλιών μες στα μάτια τους, να χτυπούν
το κεφάλι
στον πανύψηλο τοίχο, γνωρίζοντας βέβαια πως ο τοίχος δεν πέφτει
ούτε ραγίζει καν, να δουν τουλάχιστον μες από μια χαραμάδα
λίγο γαλάζιο ασκίαστο απ’ το χρόνο και τη σκιά τους. Ωστόσο –ποιος
ξέρει-
ίσως εκεί που κάποιος αντιστέκεται χωρίς ελπίδα, ίσως εκεί να αρχίζει
η ανθρώπινη ιστορία, που λέμε, κ’ η ομορφιά του ανθρώπου»


«Η Ελένη»

Μετά το θάνατό του ακολούθησε μια περίοδος σιωπής και αναθεώρησης της θέσης του. Σήμερα, και όσο απομακρυνόμαστε από την εποχή που το γέννησε, ωριμάζει ο χρόνος για μια νηφάλια επανεξέταση και αποτίμηση του έργου του. Βεβαίως, ο όγκος συνιστά ένα σοβαρό πρόβλημα πρόσληψης της ποιητικής παραγωγής εν όλω. Επίσης, η ιδεολογική του εμπλοκή οδήγησε σε μια πολιτική και επικαιρική χρήση της ποίησής του. Όμως, νομίζω ότι η χαμηλότονη, εξομολογητική φωνή των μικρών ποιημάτων και του μελαγχολικού, υπαρξιακού απολογισμού των μεγάλων συνθέσεων έχει κερδίσει δίκαια τη θέση της στον λογοτεχνικό κανόνα και θα αποτελεί ένα μέτρο σύγκρισης.



«Γυμνό το σώμα σου,
αυθεντικό-
τελεσίδικη απάντηση στο τίποτα.
Έλα.

Ούτε απόψε πανσέληνος.
Ένα κομμάτι λείπει.
Το φιλί σου.




Γιάννης Ρίτσος: 100 χρόνια από τη γέννησή του, Εθνικό Κέντρο Βιβλίου


Ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου: www.nektarios.gr

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ ΔΙΑΒΑΖΕΙ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟ







Τρίτη, 3 Μάρτιος 2009

Η ελληνικότητα και οι στρατηγικές των πολιτικών κομμάτων

Το κείμενο που ακολουθεί είναι συμβολή στην έρευνα του περιοδικού Monthly Review. Το πλούσιο και ενδιαφέρον αφιέρωμα του περιοδικού -τχ. 50, Φεβρουάριος 2009- είχε ως στόχο να διερευνήσει τις δυνατότητες που έχει η Ελλάδα να διατηρήσει στοιχεία της εθνικής της ταυτότητας την εποχή της παγκοσμιοποίησης και με δεδομένη την ένταξή της στους ευρωπαϊκούς θεσμούς- στους θεσμούς της Δύσης. Το ερώτημα το οποίο τέθηκε ήταν το εξής:

Το τελευταίο χρονικό διάστημα έχουν γίνει πολλές συζητήσεις γύρω από την έννοια της ελληνικότητας στο χώρο της ιστορίας, της τέχνης, της λογοτεχνίας κ.τ.λ. Πώς πιστεύετε ότι η ελληνικότητα εμπεριέχεται σήμερα στην πολιτική στρατηγική των ελληνικών κομμάτων;

Στην έρευνα συμμετείχαν, μεταξύ άλλων, οι: Ηλίας Ανδριόπουλος, συνθέτης, Νάσος Βαγενάς, καθηγητής Θεωρίας και Κριτικής, Αλέξης Ζήρας, κριτικός λογοτεχνίας, Κώστας Ζουράρις, πολιτειολόγος, Θόδωρος, γλύπτης, Νικήτας Κακλαμάνης, δήμαρχος Αθηναίων, Μάκης Καραγιάννης, πεζογράφος, Ροβήρος Μανθούλης, σκηνοθέτης, Νίκος Μαραντζίδης, καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης, Δημήτρης Νανόπουλος, ακαδημαϊκός - καθηγητής Φυσικής, Γιάννης Πανούσης, καθηγητής Πανεπιστημίου, Στέλιος Παπαθεμελής, πρόεδρος της Δημοκρατικής Αναγέννησης, Μανώλης Ρασούλης, συνθέτης, Ευριπίδης Στυλιανίδης, υπουργός κ.ά.



Ιδεολογικές χρήσεις και καταχρήσεις της ελληνικότητας.

Η πρόσφατη διαμάχη από τις σελίδες των «ΝΕΩΝ» επανέφερε στο προσκήνιο μια σύγκρουση η οποία ενδεδυμένη διάφορα διλήμματα -μοντερνισμός και ελληνικότητα, ελληνισμός και Δύση, ελληνικότητα και παγκοσμιοποίηση- επανέρχεται συνεχώς εμφανίζοντας μια εξαιρετική αντοχή στον χρόνο.

Αυτή η αγωνιώδης και διαρκής αναζήτηση προσώπου, η οποία διατρέχει όλον τον εικοστό αιώνα, η εθνική μας ανασφάλεια και το άγχος της ελληνικότητας, επιτείνονται από τη σημερινή «παγκόσμια αταξία», τις συζητήσεις για τις «ετερότητες», τις πολιτισμικές, φυλετικές και εθνοτικές ταυτότητες.
Δυστυχώς κάθε φορά η συζήτηση αρχίζει από το μηδέν. Ξεχνούμε ότι η λέξη «ελληνικότητα» που εισάγεται στα 1851 από τον Κωνσταντίνο Πωπ, αναδείχτηκε κυρίως από τη γενιά του ’30 και υπήρξε σημαντική για τη διαμόρφωση της ιδεολογίας και της αισθητικής της. Γενικά, ο Σεφέρης απέφυγε να την ορίσει και σε αντίθεση με τον Κ. Τσάτσο –ο οποίος στον διάλογό τους ισχυριζόταν ότι υπάρχουν αντικειμενικά στοιχεία και κανόνες που τη συγκροτούν- πρόβαλε μια δυναμική αντίληψη για την ελληνικότητα, η οποία δεν είναι αιώνια, στατική και αμετάβλητη αλλά διαμορφώνεται ιστορικά.

Για τη φορτισμένη με ποικίλες εννοηματώσεις και καταχρηστικές συνδηλώσεις παρανοημένη έννοια, ας κρατήσουμε την πολύ ευρύχωρη προσέγγιση του Σεφέρη ότι περιλαμβάνει τα «χαρακτηριστικά των αληθινών έργων που θα έχουν γίνει από Έλληνες» (Δοκιμές Α σελ 480-481).
Αντί, λοιπόν, η συζήτηση να γίνεται με ανταλλαγές χαρακτηρισμών περί «γραικυλισμού», «σωβινισμού», σεφεροκτόνων, «εθνομηδενιστών» και «σχιζοφρενών εθνοκτόνων με το πριόνι» χρειάζεται αποσαφήνιση και τοποθέτηση της έννοιας μέσα στο νέο πλαίσιο.

Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, όχι μόνο των αγορών αλλά και των πολιτισμών, κατά την οποία επιταχύνεται η ανταλλαγή ιδεών, πληροφοριών και κειμένων, αποτελεί ουτοπία η σκέψη ότι ένα κράτος-έθνος μπορεί να παραμένει αύταρκες, στραμμένο και αναδιπλωμένο στον εαυτό του. Νομίζω ότι το ερώτημα «ελληνικότητα» ή κοσμοπολιτισμός με τη μορφή της αποκλειστικής διάζευξης αποτελεί ψευδοδίλημμα. Προσεγγίζουμε τον κόσμο, κατά τη Martha Nussbaum, μέσα από μια τοπική ταυτότητα, από τις ιδιαίτερες αγάπες που έχουμε διαμορφώσει και που συνιστούν ομόκεντρους κύκλους -οικογένεια, γειτονιά, πόλη, περιοχή- ο μέγιστος των οποίων είναι η ανθρωπότητα.

Απέναντι στον οδοστρωτήρα της παγκοσμιοποίησης και τον αυτάρεσκο εθνικισμό, που πολλές φορές φτάνει στα όρια του φονταμενταλισμού, πρέπει να αναζητήσουμε τη διαλεκτική ένταση του τοπικού με το παγκόσμιο. Ο ελληνικός πολιτισμός δεν διαμορφώθηκε με κλειστά σύνορα αλλά μέσα από τη διαφορά, τη σύγκριση και τον αδιάκοπο εμπλουτισμό του με το ξένο. Ακόμη και οι μεγάλοι μας ποιητές -Σολωμός, Κάλβος, Καβάφης, Σεφέρης, Ελύτης- οι οποίοι νομοθέτησαν τον κανόνα της εθνικής μας λογοτεχνίας δημιούργησαν το έργο τους με τον συνεχή διάλογο άλλων γλωσσών και πολιτισμών.

Η ελληνικότητα δεν εμπεριέχεται προγραμματικά στην πολιτική στρατηγική των κομμάτων αλλά αποσπασματικά και αντανακλαστικά: Πότε ως υπεράσπιση της παιδείας και της γλώσσας, πότε ως σύγκρουση για το νόημα της ιστορίας και των βιβλίων, πότε ως μάχη των ταυτοτήτων ή της σημαίας. Κάτω απ’ όλα αυτά, κυρίως την τελευταία δεκαπενταετία, αναδύεται ένας λόγος εμποτισμένος με αισθήματα ανασφάλειας απέναντι στην παγκοσμιοποίηση και τη «Νέα Τάξη», που καταργεί τις παλιές διαχωριστικές γραμμές αριστεράς-δεξιάς. Δίπλα στην ακροδεξιά ρητορική της φυλής και του εθνικισμού εμφανίζονται δυνάμεις της παραδοσιακής αριστεράς, η οποία πάντα είχε αναφορές στον λαό και στον διεθνισμό, να ερωτοτροπούν με το έθνος, την παράδοση, την ελληνικότητα ενάντια στην παγκόσμια τάξη.

Στην πολιτική ρητορική κυριαρχεί περισσότερο το ιδεολόγημα της ελληνικότητας, με την έννοια της «ψευδούς συνείδησης». Ένα θεωρητικό ρευστό που διαμορφώνεται και παίρνει σχήμα κάθε φορά από το δοχείο του ομιλητή. Η ελληνικότητα, όπως και η ιστορία, είναι μια μεγάλη αφήγηση, με την οποία αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας και τον κόσμο. Συγκροτείται από διαφορετικές και αντικρουόμενες εκδοχές που έρχονται στην επιφάνεια με αφορμή το κρυφό σχολειό, τα βιβλία της ιστορίας, την ελληνικότητα της Μακεδονίας κτλ.

Υπάρχει, βέβαια, και η τραγική πλευρά της ελληνικότητας. Η θλιβερή εικόνα των νεοελλήνων οι οποίοι ομνύουν στις αρετές του αρχαιοελληνικού πολιτισμού αλλά κολυμπούν στον οθωμανικό ραγιαδισμό, το ρουσφέτι και τη διαφθορά, εκστασιάζονται με το Αιγαίο και τον λυρισμό του Ελύτη ενώ ταυτόχρονα με τα αυθαίρετά τους έχουν καταπατήσει και καταστρέψει κάθε σπιθαμή ελληνικού τοπίου, φαντασιώνονται Μεγαλέξανδρους, αλλά δεν πληρώνουν φόρους και καταληστεύουν ένα υπερχρεωμένο ελληνικό δημόσιο.
Δυστυχώς, η πολιτική ρητορική της εύκολης δημαγωγίας η οποία μας θεωρεί πάντα θύματα και έθνος ανάδελφο, φοβική απέναντι στο ξένο, αγορεύει ασύστολα με συνθήματα, καταργεί τις αποχρώσεις, βρίσκει όλο και μεγαλύτερο ακροατήριο.

Ενδιαφέρουσα θα ήταν μια άλλη εκδοχή της ελληνικότητας, η οποία δεν είναι περιχαρακωμένη αλλά ανοιχτή σε ρεύματα και πολιτισμούς, δεν εκχωρεί τον στοχασμό και την κριτική σκέψη στα στερεότυπα, στις βολικές «αλήθειες» που χαϊδεύουν τα αυτιά, περήφανη για τις συλλογικές κατακτήσεις αλλά ταυτόχρονα που δεν φοβάται να αντικρίσει όσα η κυρίαρχη εθνική μνήμη έσπρωξε κάτω από το χαλί, έτοιμη να διαλεχθεί και να κατανοήσει τις μνήμες του «Άλλου».

info:
Η ελληνικότητα και οι στρατηγικές των πολιτικών κομμάτων




Ακολουθούν τα κείμενα:

Από το ηλεκτρονικό περιοδικό Αντίβαρο

Δευτέρα, 16 Φεβρουάριος 2009

Η ρητορική της βιογραφίας

ΘΑΛΗΣ+ΦΙΛΟΙ

Η ομάδα ΘΑΛΗΣ+ΦΙΛΟΙ
Σας προσκαλεί στην ομιλία του
ΜΑΚΗ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ
πεζογράφου και κριτικού
με θέμα:

"Η ρητορική της βιογραφίας
Οι περιπτώσεις των Τζιρόλαμο Καρντάνο και Εβαρίστ Γκαλουά"

την Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου, στις 8:00 μμ
στο Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης
(Πλατεία Ιπποδρομίου, 546 21 Θεσσαλονίκη, τηλ. 23 10 264668)


Η βιογραφία ως λογοτεχνικό είδος, από τους «Παράλληλους Βίους» του Πλούταρχου και τα Συναξάρια έως τη Βικτωριανή Αγγλία, έχει μια μεγάλη παράδοση. Η συναρπαστική ζωή του τυχοδιώκτη, μαθηματικού και αστρολόγου Τζιρόλαμο Καρντάνο μας εισάγει στο ιστορικό πλαίσιο για την επίλυση των εξισώσεων 3ου και 4ου βαθμού, τα πρώτα μεγάλα προβλήματα που κατόρθωσαν να λύσουν ευρωπαίοι επιστήμονες από την εποχή των αρχαίων ελλήνων.


Ο τραγικός βίος του Εβαρίστ Γκαλουά, ο οποίος θεμελίωσε τη μοντέρνα Άλγεβρα, αποτελεί μια ξεχωριστή περίπτωση στην ιστορία των επιστήμης ή τον «θρίαμβο της μνημειώδους βλακείας επάνω στην αδάμαστη μεγαλοφυΐα», όπως έγραψε ο Ε. Τ. Μπελ. Οι διαφωνίες των βιογράφων για το θάνατό του αποτελούν ένα σημαντικό παράδειγμα για τη μελέτη των αφηγηματικών τρόπων τους οποίους μετέρχονται, αλλά και αφορμή για μια ενδιαφέρουσα περιπλάνηση πάνω στις αλήθειες και τις πλάνες των βιογραφιών.



Virginia Woolf: The Art of Biography


πληροφορίες www.thalesandfriends.org ή Κατερίνα Καλφοπούλου 6948309722, 2310216903

kalfokat@gmail.com


Κυριακή, 1 Φεβρουάριος 2009

Κώστας Ντιός: Ο ζωγράφος και λογοτέχνης

Μεροληπτική κατάθεση



Ο Κώστας Ντιός γεννήθηκε στη Κοζάνη το 1959. Ξεκίνησε τις σπουδές του στην Ecole Nationale Supérieure des Beaux-Arts στο Παρίσι το 1978. Δούλεψε αρχικά στο εργαστήρι του γλύπτη César. Συνέχισε στο εργαστήρι του Olivier Debré. Aποφοίτησε απ' τη Σχολή το 1983. Ζει στην Κοζάνη από το 1991 και εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση.

Οι σπουδές, η ατμόσφαιρα του Παρισιού αλλά και οι παρέες με συγγραφείς όπως ο Ντανίλο Κις συνέβαλαν ώστε η ζωγραφική του Κώστα Ντιό να εγγράφει στον καμβά τη μνήμη και την ιστορία της τέχνης συνομιλώντας με τους μεγάλους δασκάλους, όπως Magrit, o Rembrandt, o Van Gogh και ο Hieronymus Bosch.


Τοπία, γράφει η κριτικός Θάλεια Στεφανίδου, που νοσταλγούν ασέληνες νύχτες, άτακτα, ατημέλητα εσωτερικά εργαστηρίων, ψάρια θηράματα, τρίο γυναικών και ντουέτα ανδρών σπαράγματα της διάρρηξης ενός θερμού κόκκινου…Το αποτέλεσμα είναι καθηλωτικό. Πνευματικότητα και λυρισμός, ρυθμός και κίνηση θέρμη και πάθος.»

Σήμερα συνεχίζει τις δονικιχωτικές του περιπλανήσεις μακριά από τον θόρυβο του κέντρου όπου βρίσκονται τα χρηματιστήρια των εικαστικών αξιών. Αισθάνομαι ότι του κλέβω πολύτιμο χρόνο όταν φιλοσοφούμε μετ’ ευτελείας ποτίζοντας τις οινοπνευματικές συζητήσεις μας με ατέλειωτα ποτήρια μπύρας. Γι’ αυτό και η ενοχική αυτή μεροληπτική κατάθεση.


Κώστας Ντιος: Αυτοβιογραφικό σημείωμα


….Το 1978 ήμουνα στην Ecole des Beaux-Art Παρισιού, στο εργαστήρι του γλύπτη Cezar. Συνέχισα στο εργαστήρι ζωγραφικής του Ol Debre. Τον Ιούνιο του 1984 άφησα με βαριά καρδιά την ερωτική πόλη του φωτός. Πίσω απ’ τα τζάμια του τραίνου, κάπου στην Ιταλία, οι παπαρούνες χόρευαν χαρούμενες στα χωράφια.

Κατά καιρούς, ανασύροντας από διάφορες γωνιές του εργαστηρίου μου ζωγραφιές προηγούμενων χρόνων, που επέζησαν κακήν –κακώς, είδα πως όλες μαζί συνέθεταν ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα. Λέω μυθιστόρημα γιατί δεν ξέρω αν εγώ «μιλούσα» μ’ αυτές τις ζωγραφιές ή εκείνες με τη μυθοπλαστική τους επιμονή έχτιζαν το παραμύθι, μέσα στο οποίο βολεύομαι εδώ και πολλά χρόνια. Παραπαίοντας στις ετερόκλητες επί το πλείστον διαθέσεις των επαρχιών, στις οποίες καλώς ή κακώς ιδιωτεύω, ένοιωθα σαν αιρετικός όταν ζωγράφιζα κι έκρυβα το αποτέλεσμα της δουλειάς μου, ενώ βούλιαζα (δεν είναι δύσκολο να συμβεί σε κάποιον εδώ στα βόρεια προάστια της Ελλάδας) σε βιοτικές χασομέρειες κι ανόητα πάρεργα- διετέλεσα διακοσμητής ταβανιών, τοιχογράφος, περιστασιακός αγιογράφος, ενώ για λίγο άσκησα το έντιμο επάγγελμα του ελαιοχρωματιστή- βλέποντας παλιά μου ευρήματα γεμάτα νεανική δύναμη κι ορίζοντες αγαπημένους να απομακρύνονται αμετάκλητα.



Θέτοντας την ειλικρίνεια μου ενώπιον των ευθυνών της και υπό την οξυδερκή κρίση των ιχνηλατών ελαφρών αφηγημάτων, θα πω ότι το 1989, με τις ευλογίες του αειθαλούς φίλου Κώστα Λαχά και τη ηθική συμπαράσταση των Δ. Φράγκου και Τέτας Μακρή, επιβιβάστηκα με ό,τι νόμιζα δικό μου σε μια παλιά μηχανή με καλάθι, αρχίζοντας ένα απρόβλεπτο ταξίδι. Χρειαζόμουνα ένα όχημα που θα με οδηγούσε σε πράγματα που, ενώ με συγκινούσαν, είχα ξεχάσει και χάσει. Ο ξεχασμένος μου εαυτός, προσωποποιημένος στην παρουσία στο καλάθι της μηχανής, του παλιού απ’ το δημοτικό συμμαθητή μου Κώστα Καρύδα (είναι περίεργα τα οχήματα και τα πρόσωπα που επιλέγει η βιωματική μας μνήμη), λειτούργησε σα μίτος που θα μ’ έβγαζε απ’ αυτό το ανύπαρκτο παρόν.


Στα θολά ηλιοβασιλέματα του ταξιδιού, στους παγωμένους χειμώνες της βόρειας Ελλάδας και στην απατηλή βεβαιότητα των καλοκαιριών που ακολουθήσανε, την τέχνη που θεωρούσα κτήμα μου και γλωσσικό ιδίωμα σπάνια τη συνάντησα με το πρόσωπο που φανταζόμουνα. Ζωγράφιζα αγγίζοντας ελάχιστα τα όνειρά μου, των οποίων συνεχίζω να είμαι όμηρος, ενώ στα ελάχιστα ραντεβού με το θαύμα της δημιουργίας ευχόμουνα να μη βρεθώ ανυποψίαστο θύμα της ανθρώπινης ματαιοδοξίας. Το 1997, κοιτάζοντας για λίγο πίσω στην εποχή της εφηβείας μου (συνήθεια όσων έχουν προσπεράσει με ολοένα αυξανόμενη ταχύτητα τα σαράντα), μου προέκυψε η επιθυμία να ζωγραφίσω ανθρώπους και τοπία, που σε ανύποπτο χρόνο είχα φωτογραφίσει χωρίς συγκεκριμένο λόγο, καθώς και η επιθυμία να διασκευάσω πρωτόλειες ζωγραφιές μου, της εποχής του «πρώτου έρωτα» για τη ζωγραφική, αδιαφορώντας όλο και περισσότερο για την εικαστική υπόσταση των προτάσεών μου. Σε πολλές από τις εικόνες που προέκυψαν η συμμετοχή μου ήταν αυτή του φιλότεχνου σχολιαστή, ενώ αυτή η μεταμοντέρνα κατάσταση με οδήγησε στην υστερόβουλη όσο κι εγωκεντρική σκέψη ότι οι καλοί φιλότεχνοι είναι ένα κόσμημα εξ ίσου πολύτιμο με τους , εν γένει, πολύτιμους ζωγράφους.


info: Κώστας Ντιός, http://www.ntios.gr/


Δευτέρα, 5 Ιανουάριος 2009

Τέρι Ήγκλετον και κριτική

Μελαγχολικές συγκρίσεις


Ασφαλώς μπορεί να βρει κανείς πολλά σημεία του έργου του Ήγκλετον με τα οποία θα μπορούσε να διαφωνήσει. Άλλωστε έχει περάσει η εποχή της αθωότητας κατά την οποία τρέχαμε πίσω από όλα τα μεγάλα ονόματα της ευρωπαϊκής πρωτοπορίας, τα οποία κραδαίνοντας εντυπωσιακές έννοιες και λέξεις μας υπόσχονταν το μαγικό κλειδί για την ερμηνεία των κειμένων και της πραγματικότητας. Σήμερα ελπίζω ότι έχουμε κατανοήσει ότι οι θεωρίες ερωτοτροπούν με την καθολική αλήθεια, όμως είναι σαφή τα όρια της ερμηνευτικής τους ισχύος και φέρνουν εν σπέρματι την ανατροπή η οποία θα τις οδηγήσει στο μουσείο της ιστορίας της λογοτεχνίας.

Θεωρώ όμως ότι το έργο του είναι σημαντικό γιατί μας υπενθυμίζει ότι η μελέτη της λογοτεχνίας δεν μπορεί να αποκοπεί από την ιστορική και κοινωνική πραγματικότητα. Ότι μέσα στον αισθητικό και ιδεολογικό χυλό είναι αναγκαία η επίγνωση των καταστατικών ορίων και ο επανακαθορισμός του τρόπου με τον οποίο ορίζονται η λογοτεχνία, η κριτική και θεωρία της λογοτεχνίας. Είναι σημαντικό γιατί τα βιβλία και η στάση του δείχνουν μια σαφή κατεύθυνση, έχουν συγκεκριμένες αρχές με τις οποίες μπορούμε να συμφωνούμε ή να διαφωνούμε.

Θα έλεγε κανείς ότι όλα αυτά είναι αυτονόητα. Μια ματιά όμως στην ελληνική πραγματικότητα φαίνεται απογοητευτική. Ποια είναι τα μείζονα προβλήματα που σημάδεψαν την κριτική τη χρονιά που πέρασε; Επρόκειτο για αισθητικές, θεωρητικές, ιδεολογικές διαμάχες ή ταλανίζεται από τις προσωπικές πικρίες και αντιπαραθέσεις του συγγραφικού μικρόκοσμου;
Δεν διατείνομαι ότι υπάρχει μαγική συνταγή. Ωστόσο, ο Ήγκλετον μοιάζει με τον καθρέφτη όπου αντανακλάται ο επαρχιωτισμός της κριτικής μας.

Το εξαιρετικό αφιέρωμα της ΑΥΓΗΣ (21 και 28.12.2008), με αφορμή την επίσκεψή του στην Ελλάδα, με αρκετά κείμενα και τη συνέντευξη, αποτελεί μια καλή εισαγωγή στο έργο του Ιρλανδού στοχαστή.



Τέρι Ήγκλετον: Συνέντευξη Μέρος Α
Τέρι Ήγκλετον: Συνέντευξη Μέρος Β
Τάκη Καγιαλής: Ένας αριστερός κριτικός
Βασίλης Λαμπρόπουλος: Ένας ακόμη επιφανής κριτικός επισκέπτεται την Ελλάδα
Κώστας Βούλγαρης: Να οραματιστούμε νέες μορφές θεωρητικής και πολιτικής πράξης...
Τέρι Ήγκλετον: Ουτοπία και πολιτική πράξη
Νικόλας Σεβαστάκης: Η μεταφυσική του Τρόμου
Αθηνά Βογιατζόγλου: Από τον ιστορικό στον γλωσσικό υλισμό
Τέρι Ήγκλετον: Τι είναι η ποίηση
Τάκης Καγιαλής: Για ένα ενδεχόμενο μέλλον
Γιάννης Βαρουφάκης: Το κατά Τέρι Ήγκλετον Νόημα της Ζωής
Γιώργος Μερτίκας: Απορίες μιας βιοπολιτικής
Γιάννης Βαρουφάκης: Μια περίεργη πρόσκληση
Βιβλιογραφία Τέρι Ήγκλετον

Τετάρτη, 26 Νοέμβριος 2008

GEORGE STEINER: Η σιωπή των βιβλίων


Το σκάνδαλο των βιβλίων

Η σιωπή των βιβλίων
Μτφρ.: ΣΟΦΙΑ ΔΙΟΝΥΣΟΠΟΥΛΟΥ
εκδόσεις «Ολκός» Σελ. 86, Αθήνα 2008



Κριτικός, θεωρητικός, ερμηνευτής, συντηρητικός, ουμανιστής, όποια λέξη κι αν επιλέξουμε για να χαρακτηρίσουμε τον Τζορτζ Στάινερ δεν παύει να είναι ένας από τους μεγάλους στοχαστές του καιρού μας. Παρά τις αντιρρήσεις που έχουν εκφραστεί για επιμέρους απόψεις του, παραμένει ένας καθολικός διανοούμενος, ο δοκιμιακός λόγος του οποίου εκτείνεται από το αρχαίο δράμα, την κριτική της γλώσσας και του πολιτισμού έως την ευρωπαϊκή λογοτεχνία και τη φιλοσοφία.

Στο ανά χείρας έργο θέτει το ερώτημα ενός τέλους των βιβλίων, εξετάζει ιστορικά την πορεία τους εκκινώντας από τις απαρχές τους -το «Έπος του Γιλγαμές» και τη βίβλο των Εβραίων- περνώντας στη μετά τον Γουτεμβέργιο χρυσή εποχή και καταλήγοντας στην εποχή της οθόνης και του διαδικτύου.

Η πρώτη στάση του Στάινερ στην ιστορική του διαδρομή είναι ο πλατωνικός μύθος στον «Φαίδρο». Η κριτική του γραπτού λόγου, αντιστικτικά με τον προφορικό, γίνεται με τα παραδείγματα του Σωκράτη και του Ιησού οι οποίοι δεν έγραψαν τίποτε. Αναδεικνύει τα πλεονεκτήματα της βιωμένης εμπειρίας του επιχειρήματος, τη δυνατότητα του αντίλογου και της άμεσης αμφισβήτησης, ενώ τονίζει τις σχέσεις αυθεντίας και εξουσίας που ενσωματώνονται στα θεολογικά, επιστημονικά και νομικά κείμενα.

Παρά το γεγονός ότι ο Απόστολος Παύλος είναι ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς της δυτικής παράδοσης, όπως δηλώνει, οι απαγορευμένοι κατάλογοι, ο φόβος και η καχυποψία της εκκλησίας στο πνεύμα των βιβλίων παρέμεινε σε όλους τους αιώνες.
Αν και ο Στάινερ ομολογεί στο τέλος ότι το πάθος για τα βιβλία και την ανάγνωση σφράγισε τη ζωή του, παρουσιάζει με επάρκεια όλα τα επιχειρήματα τα οποία προβλήθηκαν εναντίον τους. Ο «ακραίος ποιμενισμός», όπως το ονομάζει, είναι ένα από το τα δύο κύρια ρεύματα αμφισβήτησής τους και έχει κυρίως τις ρίζες του στον Ρουσώ, τον Γκαίτε και την αντίληψη του ρομαντισμού σύμφωνα με την οποία η γκρίζα γνώση των βιβλίων υστερεί σε σχέση με τη ζωή, την αυθεντικότητα, τη ζωογόνο ορμή του βιώματος.

Το δεύτερο ρεύμα θέτει το, προκλητικό για την οντολογία του βιβλίου ερώτημα, της αναγκαιότητας και της προσφοράς του. Όπως το συμπυκνώνει εύστοχα ο Πιζάρεφ: «Για τον άνθρωπο του λαού, ένα ζευγάρι μπότες αξίζει χίλιες φορές περισσότερο από τα άπαντα του Σαίξπηρ ή του Πούσκιν». Ο Τολστόι, μάλιστα, προς το τέλος του, μίλησε καταστρεπτικές συνέπειες της λογοτεχνίας στην ηθική των ανθρώπων αποκηρύσσοντας τα ίδια του έργα.

Τα βιβλία και οι βιβλιοθήκες, οι ναοί του παρελθόντος με το εξουθενωτικό τους βάρος για το σύγχρονο πνεύμα, θεωρήθηκαν πολλές φορές στη διάρκεια της Ιστορίας ανυπέρβλητο εμπόδιο για τα μεγάλα οράματα του μέλλοντος. Έτσι, οι φουτουριστές και οι λενινιστές ποιητές ζητούσαν να καταστραφούν, ώστε να απελευθερωθεί η φαντασία και ο επαναστατικός στοχασμός που θα τα έκανε όλα από την αρχή. Οι μουσουλμάνοι κατακτητές της Αλεξάνδρειας παρέδωσαν τη βιβλιοθήκη της στις φλόγες, αφού «αρκούσε» το Κοράνιο μόνο του. Ωστόσο, παρατήρησε ο Χάινε, «εκεί που σήμερα καίμε βιβλία αύριο θα καίμε ανθρώπους». Ακόμη και ο Μπαχτίν, μέσα στις σταλινικές συνθήκες, χρησιμοποίησε σελίδες από το έργο του δίκην τσιγαρόχαρτου. Οι σελίδες της αισθητικής για την ανακούφιση του σώματος και των πνευμόνων.

«Η σιωπή των βιβλίων» με την έλλειψη σχολαστικότητας, παραπομπών και υποσημειώσεων, δείχνει ότι ο στοχασμός δεν είναι προνόμιο μόνον των δύσβατων κειμένων, αλλά μπορεί να συνδυάζεται με την απόλαυση της ανάγνωσης. Το δοκίμιο του Στάινερ, συμπληρωμένο με το επίμετρο του Μισέλ Κρεπύ, κλείνει με «το σκάνδαλο του βιβλίου». Η λογιοσύνη της Γερμανίας, η παραγωγή και η μελέτη βιβλίων δεν εμπόδισε τη βαρβαρότητα και τη θηριωδία των ναζί. Ο Πάουντ, ο Κλωντέλ, ο Σελίν, ο Χάιντεγκερ είναι παραδείγματα ότι οι άνθρωποι του πνεύματος δεν υπήρξαν αδιάβροχοι στη βαρβαρότητα που διέσχισε την Ιστορία. Η σαγήνη των «υπέρτατων μυθοπλασιών», κατά την έκφραση του Γουάλας Στήβενς υπνωτίζει την ανθρώπινη συνείδηση. Οφείλουμε, όμως, μια απάντηση σ’ αυτό το πρόβλημα, αν θέλουμε να είμαστε άξιοι του πάθους της ανάγνωσης, αυτής της εμπειρίας που αποκομίζουμε όταν, με μια παράξενη αλχημεία, οι λέξεις αρχί­ζουν να κυματίζουν, η ψυχή ξεμουδιάζει, η απόλαυση αποκτάει σώμα και μπαίνουμε γοητευμένοι σ' έναν άλλο κόσμο.
ΑΥΓΗ 12.10.2008
Full interview with George Steiner


George Steiner - Wikipedia

Σάββατο, 1 Νοέμβριος 2008

In memoriam

















Στις 30 Οκτωβρίου συμπληρώθηκαν 20 χρόνια από από τον θάνατο του Τάσου Λειβαδίτη.
Κάποια τη στιγμή εγκατέλειψε τον ρεαλισμό και το επικό χαρακτήρα της ποίησής του, αφιερώθηκε στη μεγάλη εσωτερική περιπλάνηση και στις βαθύτερες πτυχές της ύπαρξης, για να γίνει ο μεγάλος ρομαντικός των ελληνικών γραμμάτων.

Στα τοπία της ποίησής του γεμάτα πλανόδιους μουσικούς και ανεξχνίαστες χειρονομίες , πέφτει μια σιαγανή βροχή από όρκους βιολέτες και παλιά ενθύμια. Παρά τα χρόνια που πέρασαν συνεχίζει να γράφει το το συναξάρι των ταπεινών, των ανώνυμων και περιθωριακών , να μοιράζει δάφνες σε νικημένους, να αποδίδει δικαιοσύνη σε όλους τους απεγνωσμένους.

Σκοτεινός, αισθαντικός, μυστηριώδης, τρυφερός, ανθρώπινος θα επιστρέφει πάντα για να μας θυμίζει ότι " η σιωπή κάνει τον κόσμο πιο μεγάλο, η θλίψη πιο δίκαιο", να εξημερώνει τη ματαιότητα και το ανεκπλήρωτο της ζωής.



ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ

"Κάποτε θα πάρουμε ένα γράμμα, θα 'ναι από μιαν άλλη εποχή, θα το ακουμπήσουμε στο τραπέζι αμήχανοι, θα σκεφτούμε πόσο είμαστε ακόμα ξένοι, οι λέξεις θα 'χουν γίνει φαντάσματα, στο δρόμο θα βρίσκεις καμιά φορά ένα επισκεπτήριο, αλλά δε θα 'χουμε μνήμη, τα καφενεία άδεια σαν τοπία του υπερπέραν -και μόνον εγώ, ο τρελλός θα σηκωθώ και φωνάξω: "σύντροφοι", σαν ν' απαντάω στην ατέλειωτη αυτή σιωπή...

Το ημερολόγιο θα δείχνει Οκτώβριο -με τα μαραμένα φύλλα και τις εξεγέρσεις."