Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2018

Η ατέρμονη αναζήτηση της «αλήθειας» στα μαθηματικά, στη λογοτεχνία, στη ζωή

Ο μαθηματικός και πεζογράφος Μάκης Καραγιάννης μιλά στην «Α»
Συνέντευξη στο Νίκο Σγουρό

Τη δυνατότητα να «περιπλανηθούν» στην διαδικασία «αναζήτησης της αλήθειας μέσα από τα Μαθηματικά και τη Λογοτεχνία» θα έχουν την προσεχή Κυριακή όσοι βρεθούν στην εκδήλωση που διοργανώνει στο «Ρεξ» στις 11 το πρωί το παράρτημα Λασιθίου της Ελληνικής Μαθηματικής Εταιρείας, στο πλαίσιο ανακήρυξης του έτους 2018 ως «Έτος Μαθηματικών». Στην ίδια εκδήλωση θα βραβευθούν οι μαθητές του Νομού, που διακρίθηκαν με τις επιδόσεις τους στους Μαθηματικούς διαγωνισμούς την περυσινή σχολική χρονιά.

Ο μαθηματικός, πεζογράφος και κριτικός Μάκης Καραγιάννης θα προσπαθήσει μέσα από την ομιλία του και συνδυάζοντας τη διττή του ιδιότητα να εξηγήσει την αέναη αυτή αναζήτηση των «γιατί» και «πώς» - και να προσδιορίσει το ψάξιμο της αλήθειας στην πραγματική ζωή, στη λογοτεχνία, στα μαθηματικά.

Παράλληλα, ομάδες μαθητών από σχολεία του Αγίου Νικολάου, της Νεάπολης και της Κριτσάς θα βρεθούν με πρωτοβουλία της Πολιτιστικής Ομάδας Καθηγητών Αγίου Νικολάου  το πρωί της Δευτέρας στο «Ρεξ» και θα έχουν την ευκαιρία να μιλήσουν για το ίδιο θέμα με τον κ. Καραγιάννη.

Λίγο πριν μιλήσει στους μαθητές και σε όσους δώσουν το «παρών» στις εκδηλώσεις, ο μαθηματικός, πεζογράφος και κριτικός, με εμπειρία στα μαθηματικά ως καθηγητής στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και με πλήθος δημοσιεύσεων, λογοτεχνικών κριτικών, αλλά και εκδόσεων δικών του μυθιστορημάτων και δοκιμίων, μιλά στην ΑΝΑΤΟΛΗ. Κάνοντας μια πρώτη προσέγγιση αυτής της «αλήθειας» αναφερόμενος στην αλληλοσυμπόρευση μαθηματικών - λογοτεχνίας. Και αναζητώντας τελικά το πόσο δύσκολο ή εύκολο είναι σήμερα για ένα παιδί να αγαπήσει τα μαθηματικά (και τη λογοτεχνία) σε μια χώρα, που, όπως λέει, δεν ευνοεί την πρόοδο και την αναγνώριση των ίδιων των δικών της επιστημόνων.

Τα θεωρήματα και τα ερωτήματα
ΑΝΑΤΟΛΗ: Πώς ακριβώς προσδιορίζετε την «αλήθεια» που αναζητείτε μέσα από τα μαθηματικά και τη λογοτεχνία;
Μάκης Καραγιάννης: Όπως θα πω και στην ομιλία μου, είναι αυτή η περιπέτεια αναζήτησης της αλήθειας η οποία έχει ξεκινήσει από τα μαθηματικά. Μέχρι τον 6o  αιώνα και την εποχή του Θαλή τα μαθηματικά είχαν μια χρηστική λειτουργία. Ο Θαλής είναι αυτός που εισήγαγε την απόδειξη στα μαθηματικά αποδεικνύοντας τα πρώτα θεωρήματα. Ταυτόχρονα, την ίδια εποχή στα παράλια της Μ. Ασίας μπαίνουν οι βάσεις της ορθολογικής σκέψης. Αναπτύσσεται δηλαδή η φιλοσοφία, η επιστήμη, η πόλις, η ιδιότητα του πολίτη και έχουμε κάτι πολύ σημαντικό: το πέρασμα από τον Μύθο που μέχρι τότε υπήρχε, στο Λόγο. Αυτή είναι και η απαρχή της αλήθειας της επιστήμης και είναι ένα μεγάλο βήμα για την ανθρωπότητα. Και πρώτα απ’ όλα οφείλεται στα μαθηματικά, στους πρώτους μαθηματικούς, στον Θαλή και αργότερα στον Ευκλείδη που κωδικοποίησε αυτή την αλήθεια  μέσα από τη γεωμετρία και έγινε αργότερα το υπόδειγμα για κάθε επιστήμη.
Α: Με βάση τη δική σας σχετική εμπειρία, η αλήθεια στην επιστήμη και στη ζωή πώς ορίζεται, πού και σε τί εμπεριέχεται;
Μ.Κ.: Ενώ για την αλήθεια στα μαθηματικά και αργότερα στην επιστήμη δεν υπάρχει ιδιαίτερη ερμηνεία, αφού υπάρχουν τα εργαλεία και ο θετικός λόγος που την αποδεικνύουν, η τραγωδία είναι η αλήθεια στην πραγματική ζωή που είναι υποκειμενική. Ο καθένας έχει τη δική του αλήθεια. Εάν δείτε ένα πρωί ή ένα βράδυ τηλεόραση, θα διαπιστώσετε πόσοι άνθρωποι σε ένα πάνελ είναι έτοιμοι να «κατασπαράξουν» το διπλανό τους βέβαιοι για τη δική τους αλήθεια. Μέχρι την εποχή του Διαφωτισμού τα μαθηματικά, η φιλοσοφία, η ποίηση πορεύονταν μαζί, αργότερα άρχισε αυτή η άγρια εξειδίκευση.
Και νομίζω πως η λογοτεχνία μας προσφέρει ακριβώς αυτό: μπορεί να θέσει τον συνολικά τον κόσμο ως ερώτημα. Μπορεί να ψάξει και να βάλει την αλήθεια του ενός, δίπλα στην αλήθεια του άλλου. Είναι δύσκολο γιατί η αλήθεια στη λογοτεχνία είναι υποκειμενική, αλλά δυστυχώς για τα μεγάλα ερωτήματα για τον έρωτα, το θάνατο, τις ανθρώπινες σχέσεις, τον πόνο και την περιπέτεια των αισθημάτων, δεν θα βρούμε απαντήσεις σε ένα επιστημονικό εγχειρίδιο. Το μεγάλο μάθημα για το πώς θα ζει κανείς ευτυχισμένος δεν διδάσκεται σε κανένα σχολείο. Η λογοτεχνία αναζητά την αλήθεια στην πραγματική ζωή. Αντικείμενό της είναι ο άνθρωπος σαν ένα πλάσμα που σκέφτεται και αισθάνεται, ότι καθένας είναι διαφορετικός. Έχει όμως τη γοητεία της γιατί μπορεί ακριβώς να βάλει μια τάξη στο χάος που ζούμε, να μας βοηθήσει να δούμε την ομορφιά της ζωής, να μας δώσει μια παρηγοριά. Και γι’ αυτό παρ’ όλη την υποκειμενικότητά της, έχει μια ουσιαστική λειτουργία σήμερα.
Α: Θεωρείτε πως μαθηματικά και λογοτεχνία υπάρχουν στιγμές και καταστάσεις στη ζωή που αλληλοπορεύνται και είναι αλληλένδετα;
Μ.Κ.: Για τον πολύ κόσμο τα μαθηματικά π.χ. είναι ένας μύθος και οι μαθητές τα αντιμετωπίζουν με φόβο. Αλλά για μένα που ασχολούμαι  και με τα δύο είναι κάτι το γοητευτικό, γιατί και τα δύο συνδυάζουν την αναζήτηση της αλήθειας - και υπάρχουν πολλά παραδείγματα λογοτεχνών που ήταν ταυτόχρονα μαθηματικοί ή λογοτεχνών που ήταν μαθηματικοί - ο Έκτορας Κακναβάτος, ο Μανόλης Ξεξάκης, ο Νίκος Μπακόλας, ο Απόστολος Δοξιάδης. Όπως είχε πει ο Heisenberg (Γερμανός φυσικός με σπουδαία συμβολή στη θεμελίωση της Κβαντομηχανικής) «δύο μόνο γλώσσες έχει ο άνθρωπος για να περιγράψει την πραγματικότητα: τα μαθηματικά και την ποίηση». Τα μαθηματικά για να περιγράψει την ποσότητα και την ποίηση, την λογοτεχνία για να περιγράψει την ποιότητα, την αλήθεια, την ομορφιά της ζωής.

Έλληνες μαθηματικοί και επιστήμονες
Α: Κατά την διάρκεια της εκδήλωσης βράβευσης των διακριθέντων μαθητών του Λασιθίου, ο Παλλασιθιώτικος Μαθηματικός Διαγωνισμός μετά από πρόταση του παραρτήματος Λασιθίου της Ελληνικής Μαθηματικής Εταιρείας θα λάβει το όνομα του Γεραπετρίτη στην καταγωγή και παγκοσμίως αναγνωρισμένου επιστήμονα Κωνσταντίνου Δασκαλάκη. Πώς κρίνετε την παρουσία του κ. Δασκαλάκη;
Μ.Κ.: Πραγματικά είναι από τους ανθρώπους που τιμούν τη χώρα καθώς είναι ένας πολύ μεγάλος επιστήμονας και μαθηματικός σε παγκόσμιο επίπεδο. Είναι αυτός που έθεσε το θεώρημα του John Forbes Nash σε διαφορετική βάση. Νομίζω ότι αυτή είναι μια οφειλόμενη τιμή που θα έπρεπε να κάνει ο τόπος.
Θα πρέπει ίσως να μας προβληματίσει ότι τα δικά μας παιδιά, όπως ο Δασκαλάκης, ο Νανόπουλος και άλλοι διακρίνονται στο εξωτερικό. Και θα πρέπει να υπάρχουν πια προϋποθέσεις όλοι αυτοί να δημιουργούν και να γίνονται μεγάλοι και από το εσωτερικό. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Νανόπουλου, που είχε κάνει αίτηση στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, και απορρίφθηκε ενώ είχε 47.000 παραπομπές σε εργασίες του.

Τα σφάλματα και η επιβράβευση
Α: Πιστεύετε πως για ένα παιδί είναι το ίδιο εύκολο να αγαπήσει τα μαθηματικά και τη λογοτεχνία;
Μ.Κ.: Τα μαθηματικά κουβαλούν πίσω τους έναν μύθο και έναν φόβο. Εγώ επειδή ταυτόχρονα είμαι μαθηματικός σε σχολείο σε κάθε τμήμα που μπαίνω στην αρχή της χρονιάς γράφω στον πίνακα «δεν φοβάμαι να κάνω λάθος». Εάν αρχίσεις να φοβάσαι το λάθος, τότε έχεις χάσει το παιχνίδι. Όλοι οι μεγάλοι μαθηματικοί έχουν κάνει λάθη. Το λάθος είναι συνυφασμένο με την διαδικασία αναζήτησης της αλήθειας. Μέσα από διαδοχικά σφάλματα και προσεγγίσεις φτάνουμε στην αλήθεια. Κανείς δεν είναι σοφός για να έχει πάντα όλες τις αποδείξεις και απαντήσεις. Ρόλο σε όλο αυτό παίζει και το τί ζητάμε από τα μαθηματικά στο σχολείο καθώς αυτά είναι προσανατολισμένα στις εξετάσεις και χάνουν έτσι την μαγεία. Τα παιδιά δεν έχουν την περίσσια του χρόνου για να ασχοληθούν με τον τρόπο που πρέπει και να τ’ αγαπήσουν.
Α: Δεν είναι ωστόσο εκ φύσεως πιο εύκολο για το ανθρώπινο μυαλό και ειδικά ενός παιδιού να αφομοιώσει και να οικειοποιηθεί ένα λογοτεχνικό δοκίμιο σε σχέση με ένα μαθηματικό θεώρημα;
Μ.Κ.: Όταν κάτι το αγαπήσεις και βρίσκεις ευχαρίστηση απ’ αυτό, ασχολείσαι μόνος σου. Αυτό που ξεχωρίζει τους καλούς μαθητές είναι πως μέσα από αυτή την διαδικασία βρίσκουν μια ευχαρίστηση και αυτή η επιβράβευση κάνει τα παιδιά να αγαπήσουν ένα πράγμα και να ασχολούνται από μόνα τους. Ενώ βέβαια όλοι θαυμάζουν τα μαθηματικά και τη λογοτεχνία ελάχιστοι είναι αυτοί που πραγματικά αγαπούν τη λογοτεχνία. Κάθε Σεπτέμβρη ρωτώ τα παιδιά πόσα βιβλία διάβασαν το καλοκαίρι και από όλο το τμήμα θα βρεθούν 3-4 απ’ αυτά.
Α: Σε αυτό παίζει σίγουρα ρόλο και η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας, του διαδικτύου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης...
Μ.Κ.: Είναι γεγονός και αυτό συμβαίνει και στους «μεγάλους». Είναι πιο εύκολο, δε χρειάζεται να σκεφτείς, το μάτι απλώς τρέχει σε όμορφες εικόνες. Το να δοθείς σήμερα ολοκληρωτικά σε κάτι είναι δύσκολο τη στιγμή που έχεις να αντιμετωπίσεις ένα σωρό πειρασμούς -κινητά, κονσόλες παιχνιδιών, διαδίκτυο, μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τηλεόραση, από τα μαθήματά τους. Λείπει δηλαδή αυτός ο χρόνος ο ουσιαστικός για να δοθείς σε κάτι.

Αναδρομή και επανεκτίμηση
Ποιόν λογοτέχνη και ποιόν μαθηματικό θαυμάζετε και θεωρείτε ότι σας έχει επηρεάσει στη δουλειά και στη ζωή σας;
Μ.Κ.: Ένας άνθρωπος που πραγματικά με συγκίνησε είναι ο Έκτορας Κακναβάτος, ένας ποιητής και ταυτόχρονα μαθηματικός. Είναι ένας από τους υπερ-ρεαλιστές που εμφανίστηκαν (μαζί με τον Ελύτη κ.ά.) τη δεκαετία του ’40 και έχει γράψει εξαιρετική ποίηση, στην οποία μέσα υπάρχουν και τα μαθηματικά. Επειδή έτυχε να τον γνωρίσω, να τον παρουσιάσω και να κάνω αφιέρωμα γι’ αυτόν σε λογοτεχνικά περιοδικά, γνώρισα από κοντά πόσο σεμνός άνθρωπος ήταν. Υπήρξε αριστερός, είχε εξοριστεί, είχε μια μεγάλη περιπέτεια. Ήταν ένας σπουδαίος ποιητής και αυτός ο συνδυασμός εμένα με γοητεύει.
Κατά το γράψιμο του βιβλίου μου τα τελευταία 3 χρόνια είχα θέσει το ερώτημα της ελληνικής ιδιαιτερότητας, τί είναι αυτό που χαρακτηρίζει τους Έλληνες και έκανα μια αναδρομή από τον Όμηρο μέχρι σήμερα. Κατά τη διάρκεια αυτή διάβασα πολλά πράγματα και διαπίστωσα και πάλι πως υπήρχαν πολλοί μεγάλοι Έλληνες- μαθηματικοί σαν τον Δασκαλάκη, επιστήμονες σαν το Νανόπουλο, μεγάλοι Έλληνες φιλόσοφοι, ο Αξελός, ο Κονδύλης, ο Καστοριάδης και έζησαν στο εξωτερικό. Και υπάρχει το ερώτημα: γιατί όλοι αυτοί οι μεγάλοι μεγαλουργούν στο εξωτερικό και δεν υπάρχει η κρίσιμη μάζα/ ποσότητα, η ελληνική νοοτροπία που να αναγνωρίζει την αξία, να την αποδέχεται και να μπορούν να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για να πάμε ένα βήμα μπροστά. Τα 3 αυτά χρόνια λοιπόν επανεκτίμησα τον Καστοριάδη σε σχέση με παλαιότερα  γιατί είναι ένας μεγάλος φιλόσοφος με βαθιά γνώση της ελληνικής γραμματείας και φιλοσοφίας.

Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2018

Βιογραφία και αυτοβιογραφία. Οι εκδοχές του εαυτού στο πε-ζωγραφικό έργο του Κώστα Ντιο


Κώστας Ντιος: "Inconclusive dialogues" 
Νομίζω ότι ο Κώστας Ντιος δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Είναι γνωστό ότι το 1978, μαθήτευσε στο εργαστήρι του γλύπτη Cezar, στην Ecole des Beaux-Art του Παρισιού, παρακινημένος από τις αφηγήσεις του πατέρα του, που έφταναν στα αυτιά του στιλβωμένες από τη γοητεία του μύθου της Σχολής Καλών Τεχνών της Αθήνας, της οποίας υπήρξε φοιτητής την εποχή του Ιακωβίδη. Αργότερα, συνέχισε στο εργαστήρι ζωγραφικής του Olivier Debré, αδερφού του διάσημου συγγραφέα Ρεζίς Ντεμπρέ. Θεωρώ ότι η ευρωπαϊκή του παιδεία τον καθόρισε ως ζωγράφο σε τέτοιo βαθμό, ώστε το έργο του να εντάσσεται στην μνήμη της τέχνης του και διαλέγεται μ’ αυτή.
Η ιστορικός τέχνης Θάλεια Στεφανίδου αναφέρει ότι η πηγή της εμπνευσής του βρίσκεται στη ζωγραφική των μεγάλων δασκάλων. Του Greco, του Velasquez, του Rembrandt, του Vermmeer, του Van Gogh, του Magritte. Εκείνων που νομοθέτησαν τους νόμους της τέχνης που διακονεί.

Ωστόσο, είναι ελάχιστα γνωστό ότι ο Κώστας Ντιος είναι ένας εξαίρετος πεζογράφος. Υπάρχει ένα σώμα δεκατεσσάρων αφηγημάτων, δημοσιευμένων όλων στην Παρέμβαση, που κινούνται στο χώρο ανάμεσα στη βιογραφία και την αυτοβιογραφία. Πρόκειται για υβριδικά αφηγήματα  στα οποία περιλαμβάνονται συνοπτικές βιογραφίες διάσημων ζωγράφων όπως είναι Φίλιππο Λίπι, ο Βαν Γκογκ, ο Μπενβενούτο Τσελίνι, ο Καραβάτζιο με ενσωματωμένο αυτοβιογραφικό υλικό του συγγραφέα.
Η βιογραφία ως λογοτεχνικό είδος έχει μια μεγάλη παράδοση. Ξεκινάει από τους «Παράλληλους Βίους» του Πλούταρχου, τους μεσαιωνικούς  «βίους αγίων» και τα Συναξάρια, τις βιογραφίες της Βικτωριανής Αγγλίας και της Γαλλίας και φτάνει ως τις μέρες μας, όπου τις τελευταίες δεκαετίες ανταγωνίζεται άλλα λογοτεχνικά είδη.
Στην Ελλάδα δεν έχει μεγάλη απήχηση και πρόκειται για ένα παραμελημένο είδος. Παρ’ όλο που στην ελληνική γραμματολογία μπορεί να βρει κανείς απομνημονεύματα των αγωνιστών του ’21 όπως του Μακρυγιάννη και του Κασομούλη, και αρκετές βιογραφίες και μυθιστορηματικές βιογραφίες όπως «Ο κοσμοκαλόγερος» του Μιχαήλ Περάνθη για τον Παπαδιαμάντη ή σύγχρονες όπως αυτή του Ρόντρικ Μπίτον για τον   Σεφέρη, το είδος ποτέ δεν αναπτύχθηκε ιδιαίτερα.
Κώστας Ντιος: "Ο πειρασμός του Αγίου Αντωνίου"

Η βιογραφία αρχίζει να γίνεται τέχνη και να αποκτά συγγένειες με το μυθιστόρημα, κυρίως ως προς την αφήγηση. Οι βιογράφοι άρχισαν να ενδιαφέρονται πια όχι μόνο για τις πράξεις αλλά χρησιμοποιώντας τις τεχνικές των μυθιστοριογράφων, δηλαδή τη φαντασία, την υποδήλωση, τη δραματική εντύπωση,  προσπαθούν αναδημιουργήσουν την προσωπικότητα και τον ψυχολογικό κόσμο του βιογραφούμενου, να περάσουν δηλαδή από την «αλήθεια της πραγματικότητας» στην «αλήθεια της φαντασίας».
Τι σημαίνει όμως αυτή η πεζογραφική εμμονή του Ντιο στις βιογραφίες των διάσημων ζωγράφων; Κατ’ αρχάς πρέπει να τονίσουμε ότι έρχεται ως συνέχεια του ζωγραφικού του έργου. H Ira Bruce Nadel, στο «Writers as Biographers»,  υποδεικνύει ότι οι συγγραφείς ως βιογράφοι επιλέγουν ως αντικείμενό τους επιφανείς προκατόχους με τέτοιο τρόπο, που απηχεί τις φροϋδικές λειτουργίες του Πατέρα. Με την επανεξέταση των προγόνων τους μπορούν να καταλάβουν τους εαυτούς τους και την καταγωγή των καλλιτεχνικών τους ονείρων. Παρά το γεγονός ότι ο βιογραφούμενος ασκεί επίδραση στον συγγραφέα, αυτή η αυτοαναφορική βιογραφία είναι μια πράξη απελευθέρωσης.
Αλλά “για ποιον μιλάει κανείς όταν μιλάει για τον εαυτό του;” αναρωτιέται ο Georges Gusdorf. «Ο πατέρας μου ο Τομάζο ήταν κρεοπώλης. Ούτε ο ίδιος ούτε η μάνα μου Αντωνία, αγνώστων ή αδιάφορων λοιπών στοιχείων, ήταν ζωντανοί όταν η θεία μου, πιεσμένη από μια πρωτοφανή φτώχια, μ’ εμπιστεύτηκε στο μοναστήρι των Καρμηλιτών στη Φλωρεντία». Στην εισαγωγική αυτή παράγραφο από το «Το φιλί που λείπει», το αφηγηματικό εγώ περιγράφει τα παιδικά χρόνια του ζωγράφου της Αναγέννησης Φίλιππου Λίπι. Θα μπορούσαμε να πούμε ως εδώ ότι η αυτοβιογραφία του Φίλιππου Λίπι ή του Βαν Γκογκ που εκφέρεται μέσω του αφηγηματικού «εγώ», έχει σχέση με αυτό που Μπόρχες ονομάζει η «Αυτοβιογραφία του Άλλου».

Ωστόσο, στη δεύτερη παράγραφο κι ενώ το «εγώ» μιλάει για το μάταιο και αυτοκαταστροφικό πάθος της ζωγραφικής,  συνάγεται εμμέσως  ότι πρόκειται για τα  νεανικά χρόνια του συγγραφέα. «Προς γενικήν  χλεύη έχω ασκήσει το πάρεργο του ζωγράφου σε όσες επαρχίες έτυχε να βρεθώ». Το υποκείμενο της αφήγησης εξακολουθούμε να το πιστώνουμε στον Φίλιππο Λίπι, αλλά το τοπωνύμιο της Εράτυρας που ακολουθεί και η αναφορά στον Danilo Kis φανερώνουν ότι ήδη μιλάει ο συγγραφέας.  Στη συνέχεια στη σκυτάλη της αφήγησης, και πίσω από το πρώτο πρόσωπο, εναλλάσσονται τα ώριμα χρόνια των δυο ζωγράφων. Η αφηγηματική δολιότητα του εγώ, που παλινδρομεί συνεχώς σε διαφορετικά προσωπεία, υπονομεύει και το αντικείμενο της αφήγησης στις παραγράφους που αναφέρονται στο μεγάλο έρωτα του μοναχού, και διάσημου ζωγράφου, με τη Λουκρητία.
Κάποιο ηλιοβασίλεμα, εξομολογείται, «η Λουκρέτσια χύθηκε σαν άμμος ανάμεσα στα δάχτυλά μου και γω μέτρησα τους κόκκους της έναν προς έναν. Ο προστάτης μου ο δούκας, ο γέρο-Κόζιμο, σαν έμαθε την περιπέτειά μου, ξέσπασε σε γέλια βροντερά που όμοια δεν ακούσατε ποτέ στη ζωή σας και ζήτησε από τον Πάπα να με απαλλάξει απ’ το μοναστικό όρκο…». Κι ενώ περιγράφει τα βάσανα του ερωτευμένου ανθρώπου που ναυάγησε στα βαθιά γαλάζια μάτια μιας γυναίκας, εξιστορώντας τη φενάκη και τη ματαιότητα του έρωτα, στο τέλος αντιλαμβανόμαστε ότι η Λουκρέτσια εναλλάσσεται ακροποδητί με άλλο πρόσωπο και η γυναικεία μορφή με τα γαλάζια μάτια αναφέρεται στο σήμερα. Μικρή σημασία έχει αν ονομάζεται Λουκρέτσια, Ραλλού, Λένα ή Ισαβέλλα. «Πολλά βράδια ταξίδεψα με ουίσκι, πάνω στην επικίνδυνη βάρκα των επικλήσεών μου στο θεό της νύχτας. Κάποιο πρωί είδα ζωγραφισμένη στη σκόνη της τηλεόρασης μια καρδιά, την ίδια που είχα ξαναδεί τρία χρόνια πριν πάνω στη σκόνη του αυτοκινήτου μου. Ένα μεσημέρι του Μάρτη, συναντηθήκαμε στον ίδιο πεζόδρομο και κάναμε πως δεν ιδωθήκαμε…Μου έμεινε ο γραφικός της χαρακτήρας με κίτρινο παστέλ στην πλάτη ενός πίνακα και μια πικρή μελαγχολία κάθε φορά που, ο αέρας που φύσηξε τα πανιά της, την ξαναφέρνει στη μνήμη μου…».

Προς το τέλος της ιστορίας το πρόσωπο της αφήγησης αισθάνεται την ανάγκη να υπερασπιστεί τη νομιμότητα του εγχειρήματός του. Απολογείται και ορκίζεται ότι ελάχιστες είναι οι δικές του λέξεις και ότι τις δανείστηκε για να φτιάξει την ιστορία του. «Θέλω να συμπληρώσω πως η άθλια ανικανότητα που με διακρίνει στο να συγκροτώ τη σκέψη μου, με κάνει να πιστεύω πως εδώ και ώρα συγχέω τις ιστορίες δύο διαφορετικών ανθρώπων. Ελπίζω να μην είναι σοβαρό το ολίσθημά μου. Ούτως ή άλλως, λένε, πως ενώπιον του βλέμματος του Παλαιού των ημερών, δυο πλάσματά Του αποτελούν την άλλη όψη του ίδιου νομίσματος» αναφέρει.
Στην ακροτελεύτια παράγραφο, τελικά μας αποκαλύπτεται και κάνει τον απολογισμό της ζωής του. «Ισχυρίζονται πως υπήρξα ένας ακόλαστος μοναχός που τον διέφθειραν τα εγκόσμια. Οι ίδιοι οι πουριτανοί έχουν να λένε ότι οι άγγελοί μου ήταν ένα σεράι που καμιά σχέση με την αγιότητα δεν είχαν. Μπορεί στις γυναίκες να έβλεπα αγγέλους, αλλά υπήρξα εξ ίσου ένας ευλαβής που με μόνο μπούσουλα την ψυχή και την τέχνη μου αναζήτησα το Θεό. Το όνομά μου είναι Φίλιππο Λίπι».
Στη τελευταία αυτή πρόταση τη θέση του Φίλιππο Λίπι, θα διαδεχτούν σε παρόμοιες συνθέσεις, ο Βαν Γκογκ στο «Βικέντιου απολογισμοί», ο Μπενβενούτο Τσελίνι και ο Μιτσουχίρο Καρασουμάρου στο «Η Εγνατία της επιστροφής και η παραεγνατία της φυγής», ο Καραβάτζιο στο «Η ελπίδα είναι το όνειρο των ξυπνητών ανθρώπων», ο Χοκουσάι στη «Μικρά Σύνοψη».

Υπάρχει και μια άλλη ομάδα αφηγημάτων, όπου στην άλλη εκδοχή του «εγώ» εναλλάσσονται ο αδελφός Κύριλλος στο «Ο κατά κόσμον Αθανάσιος», ο Σίμος, οδηγός μικρού φορτηγού, στο «Προσχέδιο για ένα μονόλογο», ο Μάρκος Η. Αλεξίου στην «Πρωθύστερη βιογραφία» ή ο Νίκος ο τσαγκάρης στην «Αφήγηση που ξεχάστηκε στο χτες». Ενδεικτικό αυτής της δεύτερης ομάδας είναι το «Σχέδιο με μολύβι» για τον διάσημο συγγραφέα Ντανίλο Κις, όπου ο Κώστας Ντιος μεταφέρει στο χαρτί, ως ελάχιστο φόρο τιμής για τον  φίλο του από τα χρόνια του Παρισιού, τις κοινές τους μνήμες.  
Χαρακτηριστικά είναι και τα άλλοθι που ψάχνει ο συγγραφέας. Παλιά τετράδια και ημερολόγια είναι συνήθως οι αφορμές για ξεχασμένες ιστορίες και αυτοβιογραφικές βυθοσκοπήσεις με τις εικαστικές αναζητήσεις,  όπως φανερώνουν και οι τίτλοι των αφηγημάτων.
Ωστόσο, ο πεζογραφικός λόγος του Κώστα Ντιο δεν είναι ούτε βιογραφία, ούτε αυτοβιογραφία. Ποια είναι, όμως, η αλήθεια των αφηγήσεών του; Πρόκειται για αναπαράσταση ή κατασκευή; Ο ίδιος ο συγγραφέας απαντά μέσα από τα αφηγήματά του: «Το ότι αλλοιώναμε την πραγματικότητα δεν σημαίνει ότι λέγαμε ψέματα. Απλώς ασκούσαμε το νόμιμο δικαίωμα που έχουν οι άνθρωποι που ξόδεψαν τα χρόνια τους, να ξαναζούν την ιστορία της ζωής τους όπως εκείνοι θέλουν και όχι όπως αυτή εξελίχθηκε ερήμην τους». («Πρωθύστερη βιογραφία»)
Παρ’ όλο που στις ιστορίες του υπάρχουν βιογραφικά και αυτοβιογραφικά στοιχεία δεν αποτελούν ένα curriculum vitae, αλλά ανασύρονται επιλεκτικά περιστατικά από τα  δυο υποκείμενα της αφήγησης, ώστε με τη συμπαράθεση των διαφορετικών βίων να  υπάρχει μια ψυχολογική ενότητα. Η αλήθεια τους δεν είναι βιογραφική, αλλά λογοτεχνική. Τα θραύσματα των διαφορετικών εκδοχών του «εγώ», ανασυντίθενται έτσι που στο τέλος, η αφήγηση αποκτά μια οργανική ενότητα. Τελικά, ο Ντιος ως πεζογράφος αναλαμβάνει πολλαπλές ελευθερίες και διαμορφώνει μια  προσωπική αφηγηματική τεχνική, η οποία υπερβαίνει τα  δύο είδη, της βιογραφίας  και αυτοβιογραφίας και μεταμορφώνει τις ιστορίες του σε ένα καθαρά λογοτεχνικό αφήγημα.
Εκείνο που δίνει ενότητα και υπόσταση σ’ αυτό το διπλασιασμένο εγώ είναι, κυρίως, ο ανεκπλήρωτος έρωτας και το πάθος για την τέχνη της ζωγραφικής.  Η ματαιότητα είναι ο καμβάς πάνω στον οποίο συνυφαίνονται τα κοινά πεπρωμένα των υποκειμένων της αφήγησης, τα οποία στο τέλος καίγονται ως λαμπάδες από το ερωτικό πάθος και την ουτοπία της τέχνης. Κι αυτό είναι που δίνει στις ιστορίες του έναν χαρακτήρα ρομαντικό.
Κατά την άποψή μου η αφηγηματική τεχνική και η γενικότερη καλλιτεχνική ευαισθησία του Κώστα Ντιο, με τις αναφορές στην ιστορία της ζωγραφικής καθιστούν τα δεκατέσσερα αφηγήματα μοναδικά.  Είναι κρίμα που βρίσκονται διάσπαρτα στους ξεχασμένους και σκονισμένους τόμους της Παρέμβασης μακριά από το πλατύ κοινό. Νομίζω ότι  Περιφέρεια η οποία εμπράκτως έδειξε τα φιλότεχνα αισθήματά της, θα έπρεπε να αναλάβει την έκδοσή τους σε έναν μικρό καλαίσθητο τόμο.
Το ζωγραφικό ισοδύναμο των αφηγήσεων του θα έλεγα ότι είναι το Inconclusive dialogues”, οι «Ατελέσφοροι διάλογοι». Κατά την ταπεινή μου προσωπική αισθητική, πρόκειται ίσως  για τον καλύτερο πίνακα του Ντιο. Εδώ παρατηρούμε  τα βασικά χαρακτηριστικά που αναφέραμε στα αφηγήματα. Ομάδες συνομιλητών, κουβεντιάζουν δίπλα στη θάλασσα. Δεξιά και σε πρώτο πλάνο όρθιοι, ο ίδιος ο ζωγράφος με δυο, όπως εικάζουμε από την ενδυματολογική περιβολή, αναγεννησιακές μορφές. Τη θέση της αυτοβιογραφίας παίρνει η αυτοπροσωπογραφία, οι αναγεννησιακές μορφές τη θέση του Φίλιππο Λίπι, ενώ πλαισιώνεται με εικαστικές αναφορές στον πίνακα του Magritte «The Collective Invention» με τον θάνατο της  γοργόνας, τη γυναίκα ψάρι πεσμένη στην άμμο δίπλα στα κύματα. Οι κανόνες τις σύνθεσης του πίνακα και της αισθητικής της αφηγημάτων του,  φαίνεται να διαπνέονται από το ίδιο πνεύμα.  Ζωγραφική και πεζογραφία συνθέτουν όπως δηλώνει και ο ίδιος ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα.
«Κατά καιρούς, ανασύροντας από διάφορες γωνιές του εργαστηρίου μου ζωγραφιές προηγούμενων χρόνων, που επέζησαν κακήν –κακώς, είδα πως όλες μαζί συνέθεταν ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα. Λέω μυθιστόρημα γιατί δεν ξέρω αν εγώ «μιλούσα» μ’ αυτές τις ζωγραφιές ή εκείνες με τη μυθοπλαστική τους επιμονή έχτιζαν το παραμύθι, μέσα στο οποίο βολεύομαι εδώ και πολλά χρόνια».
Θα έλεγα ότι ο Ντιος υιοθετεί τη μεταμοντέρνα τεχνική της μίξης και της αμφισβήτησης του υποκειμένου, ώστε η βιογραφική και αυτοβιογραφική έκφραση να αποτελούν μια αφήγηση. Το «εγώ» της πρωτοπρόσωπης αφήγησης  στην πορεία αφομοιώνει και συγχωνεύει τις ιστορίες, γιατί ανάμεσα στα δυο προσωπεία υπάρχει μια εκλεκτική συγγένεια. Η σκέψη αυτή θα έλεγα ότι δεν είναι αυθαίρετη, γιατί είναι κοντά στη γενικότερη καλλιτεχνική του αισθητική. Ανασύροντας από τα αρχεία του υπολογιστή μου το εισαγωγικό κείμενό του για τον τόμο του Λευκώματος, το οποίο ένα Αυγουστάτικο απόγευμα του 2001 μου υπαγόρευσε για δακτυλογράφηση διαβάζω: «Σε πολλές από τις εικόνες που προέκυψαν η συμμετοχή μου ήταν αυτή του φιλότεχνου σχολιαστή, ενώ αυτή η μεταμοντέρνα κατάσταση με οδήγησε στην υστερόβουλη όσο κι εγωκεντρική σκέψη ότι οι καλοί φιλότεχνοι είναι ένα κόσμημα εξ ίσου πολύτιμο με τους , εν γένει, πολύτιμους ζωγράφους».
Η προσωπική μου σχέση με τον Κώστα Ντιο μου επιτρέπει, ως ένα βαθμό, να ανασηκώνω τον καμβά και να βλέπω αληθινά πρόσωπα πίσω από τους πίνακες ή κάτω από τις γραμμές. Όπως λέει και ο ίδιος «οι ελάχιστοι αναγνώστες (φίλοι μου κυρίως) ψάχνανε τους ήρωές μου και, το χειρότερο για όλους μας, τους βρίσκανε!».  Μπορώ, λοιπόν,  να βεβαιώσω όχι για τα γεγονότα και τα καθέκαστα, αλλά για την αλήθεια ενός  βιώματος  που κρύβεται κάτω από τις γραμμές ή πίσω από τη λυρική έκφραση  μιας επώδυνης εξομολόγησης που προσπαθούσε κατά καιρούς να σβήσει με τόνους οινοπνεύματος.
Υπήρξα για πολλά χρόνια θαμώνας του εργαστηρίου του. Έχω στη μνήμη μου τις μυρωδιές από τα λάδια και το λινέλαιο. Μα πιο πολύ τις πολύτιμες εικόνες. Τη συμπαθητική αταξία του εργαστηρίου με τα πινέλα, τα χρώματα και τους πίνακες.  Αρκετοί από αυτούς εφημέρευαν ολόκληρα χρόνια ακουμπισμένοι τον τοίχο, ως ένα έργο εν προόδω, όπως ο «Πειρασμός του Αγίου Αντωνίου», κατά τη προσωπική μου ονομαστική εκδοχή. Γιατί πέρα από την εικόνα το βαθύτερο θέμα του πάντα ήταν η τελειότητα. Ωστόσο, όπως είπε κάποιος, «το καρφί από το οποίο κρέμεται ο πίνακας, είναι ο θάνατος της ζωγραφικής». Και ο Κώστας Ντιος έμεινε μακριά από το χρηματιστήριο της τέχνης των Αθηνών, αφού οι τεράστιοι πίνακες που ζωγραφίζει συνήθως, είναι ακατάλληλοι για τα σαλόνια. Ο ίδιος, όμως, προτιμά αυτή την δονκιχωτική διαδρομή, που έχει κάτι από  το άρωμα των μεγάλων ζωγράφων,  παλεύοντας  να εμφυσήσει τη δική του αλήθεια  στα ζωτικά ψεύδη της τέχνης και να αγγίξει τα εικαστικά του όνειρα.
Τόσο οι πίνακές του όσο και τα κείμενα συνθέτουν ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα, με ύφος πικρό και μελαγχολικό. Συγκροτούν  μια ιστορία όπου παρακολουθούμε τον  ίδιο τον καλλιτέχνη άλλοτε μέσα στη μοναξιά του εργαστηρίου του, να βρίσκεται αντιμέτωπος με την αλήθεια ή τη φενάκη της τέχνης που τον έχει εμπλέξει στα δίχτυα της, όπως τους παραστρατημένους μοναχούς η μαγεία της αίρεσής τους κι άλλοτε πάλι τον βρίσκουμε να πίνει μπίρες «πίσω από τα τζάμια του καφενείου ενός παρακμιακού πεζόδρομου», να παρακολουθεί με εικαστικό βλέμμα το δρόμο ωσάν να αντικρίζει την αγαπημένη του «Νυχτερινή περιπολία», και να καταγράφει τη ζωή ως μια πράξη αντίστασης απέναντι στον χρόνο που μας ροκανίζει.
Μια ιστορία μέσα στην οποία θα  περιπολούν για πάντα στα χρόνια που έρχονται, όπως τα απαθανάτισε με την πένα ή τον χρωστήρα του,   ο τσαγκάρης Νίκος Μέντζας και η γενέθλια πόλη του υψωμένη σαν το Τολέδο στα σύννεφα, ο Βικέντιος Βαν Γκογκ με τον Καραβάτζιο καβάλα σε μια γερμανική μοτοσυκλέτα, αγαπημένοι χαρακτήρες της Κοζάνης μέσα σε εικαστικές μνήμες του   Ρέμπραντ.   
Τα πρόσωπά του θα συνεχίζουν αενάως τους ατελέσφορους και ανεξιχνίαστους διαλόγους, τα τοπία θα είναι γεμάτα παπαρούνες κι  από μακριά θα ακούγεται μια  παλιά, γλυκιά, τρυφερή μουσική.

 Παρέμβαση τχ. 188-189 Καλοκαίρι 2018

Τρίτη, 26 Σεπτεμβρίου 2017

Τα κόκκινα και τα μαύρα φεγγάρια του έρωτα


ΜΑΡΙΑ ΛΑΤΣΑΡΗ,  «Εν δυνάμει πραγματικότητα»,
ποιήματα, εκδ. Μανδραγόρας, σ. 60
Συνήθως οι ποιητές και οι πεζογράφοι που αργούν να εκδοθούν αποδεικνύονται περισσότερο ώριμοι και κάτοχοι της τέχνης τους. Η Μαρία Λάτσαρη επιβεβαιώνει αυτόν τον κανόνα. Η πρώτη της ποιητική συλλογή αποτελεί μια ευχάριστη έκπληξη. Η ποίησή της δεν είναι πόζα, φιλολογία ή εύκολος λυρισμός. Έχει ένα σκληρό πυρήνα αλήθειας, ένα βίωμα που μεταπλάθεται ποιητικά και την υποστηρίζει. Η γλώσσα διακρίνεται για την λιτότητα, την εκφραστική οικονομία και την ευθυβολία. Ο Ροΐδης έγραφε ότι χρησιμοποιούσε τα λεκτικά σχήματα και τις ιδιότροπες παρομοιώσεις ως ανθυπνωτικό φάρμακο δίκην ξηράς κολοκύνθης στο κεφάλι του αναγνώστη. Η ποίηση της Μαρία Λάτσαρη σου δίνει σφαλιάρες ζωής και αλήθειας που σε ξαφνιάζουν.
Ο έρωτας, για να αναφερθώ δείγματος χάριν σε μια μόνον από τις βασικές θεματικές της συλλογής, διατρέχει όλη την κλίμακα και τα πρόσωπά του. Από το «πάντα» και το «ποτέ» των εραστών, το δοξαστικό παραλήρημα της σάρκας και της ψυχής, τις πολύχρωμες και μεθυστικές αντανακλάσεις, τη φθορά και την απουσία, μέχρι το ποιητικό υποκείμενο να ψηλαφήσει με την αφή τα πικρά σκοτάδια και τα μαύρα φεγγάρια στους ραγισμένους καθρέφτες του. Έρωτας άλλοτε γήινος, σώμα και λυσιμελής κραυγή κι άλλοτε κόλαφος, ζήλεια που παλινδρομεί ανάμεσα το μίσος και την αγάπη.
Όπως αναφέρει και το μότο του Δάντη που προτάσσεται στο τελευταίο ποίημα της συλλογής για τον  Πάρη και  τον Τριστάνο -δυο από τους μεγαλύτερους μύθους στης Δύσης- «είναι ο έρωτας που τους έκανε να αναχωρήσουν από τον κόσμο αυτό». Το  σαρκοβόρο πάθος από σώμα σε σώμα θα «αναζητά άλλον ξενιστή να την αντέχει την αγάπη». Αυτό φαίνεται και από τα ποιήματα για τις δυο διάσημες γυναίκες. Την    απελπισμένη Μαρί- Τερέζ, την ερωμένη του Πικάσο, που επέλεξε την «αθόρυβη έξοδο σε σχήμα θηλιάς» για να σφραγίσει τον θανάσιμο έρωτά της  και την Καμίγ Κλοντέλ, μούσα και σύντροφο του Ροντέν, που πασχίζει μάταια στο άσυλο με «δάχτυλα σε απόγνωση/ χωρίς σμίλη και σκαρπέλο» να δαμάσει την τρέλα του έρωτα. Ωστόσο, απ’  αυτό το ταξίδι η ποίηση επιστρέφει πάντα με την οδυνηρή γνώση, εξημερώνοντας τον πόνο και τις πληγή.
Ορισμένα ποιήματα όπως το «Είναι όλα ίδια», «Στο τέλος του λαβυρίνθου»,  δείχνουν μια κατεύθυνση κοινωνική. Υποδειγματικό, κατά την άποψή μου, είναι το ολιγόστιχο «Στον βυθό». Πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα προσέγγιση σε ένα φλέγον κοινωνικό ζήτημα όπως οι πρόσφυγες, όχι με έναν πολιτικό-κοινωνικό λόγο αλλά ως «ποίηση της υπαρξιακής εμπειρίας της ιστορίας», όπως περιέγραφε την ποίηση του Τάκη Σινόπουλου ο Γιάννης Δάλλας. Με τους πρώτους στίχους μετεωρίζεσαι και στέκεσαι αναποφάσιστος ακόμη για τη γυναικεία μορφή, η περιγραφή της οποίας θυμίζει γοργόνα που ανησυχεί για την ομορφιά της. Οι δυο προτελευταίοι στίχοι μάλιστα σου μεταδίδουν μια παραπλανητική αισιοδοξία. «Βρίσκεται ινσαλάχ/ μίλια μακριά από τη φρίκη της πατρίδας». Ωστόσο, ο ακροτελεύτιος με την αιφνίδια αποκάλυψη του οριστικού μηνύματος, ανατρέπει τις αναγνωστικές προσδοκίες και το φορτίζει δραματικά με το ρίγος της αλήθειας. «Κάθισε στην ανάστροφη καρίνα/ η μπλούζα ασήμιζε από τα λέπια/ χαμογελούσε με επιφύλαξη/ μην είχε φύκια/ ανάμεσα στα δόντια/ (πού να ψάχνει τώρα/ τον μπόγο της για νήμα)/ Βρίσκεται ινσαλάχ/ μίλια μακριά από τη φρίκη της πατρίδας/ πολλές οργιές κάτω απ’ την επιφάνεια του Αιγαίου».
Η γλωσσική επεξεργασία ενσωματώνει στο ποιητικό κείμενο  μια συμβολική εικονοποιία που παραπέμπει στη ζωγραφική και το ασυνείδητο αφού «τα όνειρα, συνθέτουν σ’ ένα πρόσωπο τον αειθαλή και φυλλοβόλο εαυτό μας». Έκδηλο στις σελίδες είναι, επίσης,  το αποτύπωμα των σπουδών της στη βιολογία, του  διδακτορικού  της  στις νευροεπιστήμες, αλλά και στο χώρο της μετάφρασης καρπός της οποίας είναι και το «Φαντάσματα στον εγκέφαλο» από τις  Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, καθώς ενοφθαλμίζει στοιχεία τους στον ποιητικό λόγο. «Ρωτώ την ποίηση/ για το σχήμα της λύπης/ την ιτιά μου δείχνει/ το δέντρο που πονά, αυτή/ με γερμένα τα κλαριά/ προσκυνά βουβά το χώμα/ Νευρωνικό αντίστοιχο/ λέει η επιστήμη/ γυναίκας κλαίουσας που/ με λυτά τα μακριά μαλλιά/ θρηνεί ασάλευτη/ του έρωτα/ το φθαρτό σώμα».
Η πρώτη ώριμη συλλογή της Λάτσαρη, αναδεικνύει μια ποιητική φωνή που προοιωνίζεται μια πολύ ενδιαφέρουσα εξέλιξη.
ΑΥΓΗ 10.09.2017