Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2018

Βιογραφία και αυτοβιογραφία. Οι εκδοχές του εαυτού στο πε-ζωγραφικό έργο του Κώστα Ντιο


Κώστας Ντιος: "Inconclusive dialogues" 
Νομίζω ότι ο Κώστας Ντιος δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Είναι γνωστό ότι το 1978, μαθήτευσε στο εργαστήρι του γλύπτη Cezar, στην Ecole des Beaux-Art του Παρισιού, παρακινημένος από τις αφηγήσεις του πατέρα του, που έφταναν στα αυτιά του στιλβωμένες από τη γοητεία του μύθου της Σχολής Καλών Τεχνών της Αθήνας, της οποίας υπήρξε φοιτητής την εποχή του Ιακωβίδη. Αργότερα, συνέχισε στο εργαστήρι ζωγραφικής του Olivier Debré, αδερφού του διάσημου συγγραφέα Ρεζίς Ντεμπρέ. Θεωρώ ότι η ευρωπαϊκή του παιδεία τον καθόρισε ως ζωγράφο σε τέτοιo βαθμό, ώστε το έργο του να εντάσσεται στην μνήμη της τέχνης του και διαλέγεται μ’ αυτή.
Η ιστορικός τέχνης Θάλεια Στεφανίδου αναφέρει ότι η πηγή της εμπνευσής του βρίσκεται στη ζωγραφική των μεγάλων δασκάλων. Του Greco, του Velasquez, του Rembrandt, του Vermmeer, του Van Gogh, του Magritte. Εκείνων που νομοθέτησαν τους νόμους της τέχνης που διακονεί.

Ωστόσο, είναι ελάχιστα γνωστό ότι ο Κώστας Ντιος είναι ένας εξαίρετος πεζογράφος. Υπάρχει ένα σώμα δεκατεσσάρων αφηγημάτων, δημοσιευμένων όλων στην Παρέμβαση, που κινούνται στο χώρο ανάμεσα στη βιογραφία και την αυτοβιογραφία. Πρόκειται για υβριδικά αφηγήματα  στα οποία περιλαμβάνονται συνοπτικές βιογραφίες διάσημων ζωγράφων όπως είναι Φίλιππο Λίπι, ο Βαν Γκογκ, ο Μπενβενούτο Τσελίνι, ο Καραβάτζιο με ενσωματωμένο αυτοβιογραφικό υλικό του συγγραφέα.
Η βιογραφία ως λογοτεχνικό είδος έχει μια μεγάλη παράδοση. Ξεκινάει από τους «Παράλληλους Βίους» του Πλούταρχου, τους μεσαιωνικούς  «βίους αγίων» και τα Συναξάρια, τις βιογραφίες της Βικτωριανής Αγγλίας και της Γαλλίας και φτάνει ως τις μέρες μας, όπου τις τελευταίες δεκαετίες ανταγωνίζεται άλλα λογοτεχνικά είδη.
Στην Ελλάδα δεν έχει μεγάλη απήχηση και πρόκειται για ένα παραμελημένο είδος. Παρ’ όλο που στην ελληνική γραμματολογία μπορεί να βρει κανείς απομνημονεύματα των αγωνιστών του ’21 όπως του Μακρυγιάννη και του Κασομούλη, και αρκετές βιογραφίες και μυθιστορηματικές βιογραφίες όπως «Ο κοσμοκαλόγερος» του Μιχαήλ Περάνθη για τον Παπαδιαμάντη ή σύγχρονες όπως αυτή του Ρόντρικ Μπίτον για τον   Σεφέρη, το είδος ποτέ δεν αναπτύχθηκε ιδιαίτερα.
Κώστας Ντιος: "Ο πειρασμός του Αγίου Αντωνίου"

Η βιογραφία αρχίζει να γίνεται τέχνη και να αποκτά συγγένειες με το μυθιστόρημα, κυρίως ως προς την αφήγηση. Οι βιογράφοι άρχισαν να ενδιαφέρονται πια όχι μόνο για τις πράξεις αλλά χρησιμοποιώντας τις τεχνικές των μυθιστοριογράφων, δηλαδή τη φαντασία, την υποδήλωση, τη δραματική εντύπωση,  προσπαθούν αναδημιουργήσουν την προσωπικότητα και τον ψυχολογικό κόσμο του βιογραφούμενου, να περάσουν δηλαδή από την «αλήθεια της πραγματικότητας» στην «αλήθεια της φαντασίας».
Τι σημαίνει όμως αυτή η πεζογραφική εμμονή του Ντιο στις βιογραφίες των διάσημων ζωγράφων; Κατ’ αρχάς πρέπει να τονίσουμε ότι έρχεται ως συνέχεια του ζωγραφικού του έργου. H Ira Bruce Nadel, στο «Writers as Biographers»,  υποδεικνύει ότι οι συγγραφείς ως βιογράφοι επιλέγουν ως αντικείμενό τους επιφανείς προκατόχους με τέτοιο τρόπο, που απηχεί τις φροϋδικές λειτουργίες του Πατέρα. Με την επανεξέταση των προγόνων τους μπορούν να καταλάβουν τους εαυτούς τους και την καταγωγή των καλλιτεχνικών τους ονείρων. Παρά το γεγονός ότι ο βιογραφούμενος ασκεί επίδραση στον συγγραφέα, αυτή η αυτοαναφορική βιογραφία είναι μια πράξη απελευθέρωσης.
Αλλά “για ποιον μιλάει κανείς όταν μιλάει για τον εαυτό του;” αναρωτιέται ο Georges Gusdorf. «Ο πατέρας μου ο Τομάζο ήταν κρεοπώλης. Ούτε ο ίδιος ούτε η μάνα μου Αντωνία, αγνώστων ή αδιάφορων λοιπών στοιχείων, ήταν ζωντανοί όταν η θεία μου, πιεσμένη από μια πρωτοφανή φτώχια, μ’ εμπιστεύτηκε στο μοναστήρι των Καρμηλιτών στη Φλωρεντία». Στην εισαγωγική αυτή παράγραφο από το «Το φιλί που λείπει», το αφηγηματικό εγώ περιγράφει τα παιδικά χρόνια του ζωγράφου της Αναγέννησης Φίλιππου Λίπι. Θα μπορούσαμε να πούμε ως εδώ ότι η αυτοβιογραφία του Φίλιππου Λίπι ή του Βαν Γκογκ που εκφέρεται μέσω του αφηγηματικού «εγώ», έχει σχέση με αυτό που Μπόρχες ονομάζει η «Αυτοβιογραφία του Άλλου».

Ωστόσο, στη δεύτερη παράγραφο κι ενώ το «εγώ» μιλάει για το μάταιο και αυτοκαταστροφικό πάθος της ζωγραφικής,  συνάγεται εμμέσως  ότι πρόκειται για τα  νεανικά χρόνια του συγγραφέα. «Προς γενικήν  χλεύη έχω ασκήσει το πάρεργο του ζωγράφου σε όσες επαρχίες έτυχε να βρεθώ». Το υποκείμενο της αφήγησης εξακολουθούμε να το πιστώνουμε στον Φίλιππο Λίπι, αλλά το τοπωνύμιο της Εράτυρας που ακολουθεί και η αναφορά στον Danilo Kis φανερώνουν ότι ήδη μιλάει ο συγγραφέας.  Στη συνέχεια στη σκυτάλη της αφήγησης, και πίσω από το πρώτο πρόσωπο, εναλλάσσονται τα ώριμα χρόνια των δυο ζωγράφων. Η αφηγηματική δολιότητα του εγώ, που παλινδρομεί συνεχώς σε διαφορετικά προσωπεία, υπονομεύει και το αντικείμενο της αφήγησης στις παραγράφους που αναφέρονται στο μεγάλο έρωτα του μοναχού, και διάσημου ζωγράφου, με τη Λουκρητία.
Κάποιο ηλιοβασίλεμα, εξομολογείται, «η Λουκρέτσια χύθηκε σαν άμμος ανάμεσα στα δάχτυλά μου και γω μέτρησα τους κόκκους της έναν προς έναν. Ο προστάτης μου ο δούκας, ο γέρο-Κόζιμο, σαν έμαθε την περιπέτειά μου, ξέσπασε σε γέλια βροντερά που όμοια δεν ακούσατε ποτέ στη ζωή σας και ζήτησε από τον Πάπα να με απαλλάξει απ’ το μοναστικό όρκο…». Κι ενώ περιγράφει τα βάσανα του ερωτευμένου ανθρώπου που ναυάγησε στα βαθιά γαλάζια μάτια μιας γυναίκας, εξιστορώντας τη φενάκη και τη ματαιότητα του έρωτα, στο τέλος αντιλαμβανόμαστε ότι η Λουκρέτσια εναλλάσσεται ακροποδητί με άλλο πρόσωπο και η γυναικεία μορφή με τα γαλάζια μάτια αναφέρεται στο σήμερα. Μικρή σημασία έχει αν ονομάζεται Λουκρέτσια, Ραλλού, Λένα ή Ισαβέλλα. «Πολλά βράδια ταξίδεψα με ουίσκι, πάνω στην επικίνδυνη βάρκα των επικλήσεών μου στο θεό της νύχτας. Κάποιο πρωί είδα ζωγραφισμένη στη σκόνη της τηλεόρασης μια καρδιά, την ίδια που είχα ξαναδεί τρία χρόνια πριν πάνω στη σκόνη του αυτοκινήτου μου. Ένα μεσημέρι του Μάρτη, συναντηθήκαμε στον ίδιο πεζόδρομο και κάναμε πως δεν ιδωθήκαμε…Μου έμεινε ο γραφικός της χαρακτήρας με κίτρινο παστέλ στην πλάτη ενός πίνακα και μια πικρή μελαγχολία κάθε φορά που, ο αέρας που φύσηξε τα πανιά της, την ξαναφέρνει στη μνήμη μου…».

Προς το τέλος της ιστορίας το πρόσωπο της αφήγησης αισθάνεται την ανάγκη να υπερασπιστεί τη νομιμότητα του εγχειρήματός του. Απολογείται και ορκίζεται ότι ελάχιστες είναι οι δικές του λέξεις και ότι τις δανείστηκε για να φτιάξει την ιστορία του. «Θέλω να συμπληρώσω πως η άθλια ανικανότητα που με διακρίνει στο να συγκροτώ τη σκέψη μου, με κάνει να πιστεύω πως εδώ και ώρα συγχέω τις ιστορίες δύο διαφορετικών ανθρώπων. Ελπίζω να μην είναι σοβαρό το ολίσθημά μου. Ούτως ή άλλως, λένε, πως ενώπιον του βλέμματος του Παλαιού των ημερών, δυο πλάσματά Του αποτελούν την άλλη όψη του ίδιου νομίσματος» αναφέρει.
Στην ακροτελεύτια παράγραφο, τελικά μας αποκαλύπτεται και κάνει τον απολογισμό της ζωής του. «Ισχυρίζονται πως υπήρξα ένας ακόλαστος μοναχός που τον διέφθειραν τα εγκόσμια. Οι ίδιοι οι πουριτανοί έχουν να λένε ότι οι άγγελοί μου ήταν ένα σεράι που καμιά σχέση με την αγιότητα δεν είχαν. Μπορεί στις γυναίκες να έβλεπα αγγέλους, αλλά υπήρξα εξ ίσου ένας ευλαβής που με μόνο μπούσουλα την ψυχή και την τέχνη μου αναζήτησα το Θεό. Το όνομά μου είναι Φίλιππο Λίπι».
Στη τελευταία αυτή πρόταση τη θέση του Φίλιππο Λίπι, θα διαδεχτούν σε παρόμοιες συνθέσεις, ο Βαν Γκογκ στο «Βικέντιου απολογισμοί», ο Μπενβενούτο Τσελίνι και ο Μιτσουχίρο Καρασουμάρου στο «Η Εγνατία της επιστροφής και η παραεγνατία της φυγής», ο Καραβάτζιο στο «Η ελπίδα είναι το όνειρο των ξυπνητών ανθρώπων», ο Χοκουσάι στη «Μικρά Σύνοψη».

Υπάρχει και μια άλλη ομάδα αφηγημάτων, όπου στην άλλη εκδοχή του «εγώ» εναλλάσσονται ο αδελφός Κύριλλος στο «Ο κατά κόσμον Αθανάσιος», ο Σίμος, οδηγός μικρού φορτηγού, στο «Προσχέδιο για ένα μονόλογο», ο Μάρκος Η. Αλεξίου στην «Πρωθύστερη βιογραφία» ή ο Νίκος ο τσαγκάρης στην «Αφήγηση που ξεχάστηκε στο χτες». Ενδεικτικό αυτής της δεύτερης ομάδας είναι το «Σχέδιο με μολύβι» για τον διάσημο συγγραφέα Ντανίλο Κις, όπου ο Κώστας Ντιος μεταφέρει στο χαρτί, ως ελάχιστο φόρο τιμής για τον  φίλο του από τα χρόνια του Παρισιού, τις κοινές τους μνήμες.  
Χαρακτηριστικά είναι και τα άλλοθι που ψάχνει ο συγγραφέας. Παλιά τετράδια και ημερολόγια είναι συνήθως οι αφορμές για ξεχασμένες ιστορίες και αυτοβιογραφικές βυθοσκοπήσεις με τις εικαστικές αναζητήσεις,  όπως φανερώνουν και οι τίτλοι των αφηγημάτων.
Ωστόσο, ο πεζογραφικός λόγος του Κώστα Ντιο δεν είναι ούτε βιογραφία, ούτε αυτοβιογραφία. Ποια είναι, όμως, η αλήθεια των αφηγήσεών του; Πρόκειται για αναπαράσταση ή κατασκευή; Ο ίδιος ο συγγραφέας απαντά μέσα από τα αφηγήματά του: «Το ότι αλλοιώναμε την πραγματικότητα δεν σημαίνει ότι λέγαμε ψέματα. Απλώς ασκούσαμε το νόμιμο δικαίωμα που έχουν οι άνθρωποι που ξόδεψαν τα χρόνια τους, να ξαναζούν την ιστορία της ζωής τους όπως εκείνοι θέλουν και όχι όπως αυτή εξελίχθηκε ερήμην τους». («Πρωθύστερη βιογραφία»)
Παρ’ όλο που στις ιστορίες του υπάρχουν βιογραφικά και αυτοβιογραφικά στοιχεία δεν αποτελούν ένα curriculum vitae, αλλά ανασύρονται επιλεκτικά περιστατικά από τα  δυο υποκείμενα της αφήγησης, ώστε με τη συμπαράθεση των διαφορετικών βίων να  υπάρχει μια ψυχολογική ενότητα. Η αλήθεια τους δεν είναι βιογραφική, αλλά λογοτεχνική. Τα θραύσματα των διαφορετικών εκδοχών του «εγώ», ανασυντίθενται έτσι που στο τέλος, η αφήγηση αποκτά μια οργανική ενότητα. Τελικά, ο Ντιος ως πεζογράφος αναλαμβάνει πολλαπλές ελευθερίες και διαμορφώνει μια  προσωπική αφηγηματική τεχνική, η οποία υπερβαίνει τα  δύο είδη, της βιογραφίας  και αυτοβιογραφίας και μεταμορφώνει τις ιστορίες του σε ένα καθαρά λογοτεχνικό αφήγημα.
Εκείνο που δίνει ενότητα και υπόσταση σ’ αυτό το διπλασιασμένο εγώ είναι, κυρίως, ο ανεκπλήρωτος έρωτας και το πάθος για την τέχνη της ζωγραφικής.  Η ματαιότητα είναι ο καμβάς πάνω στον οποίο συνυφαίνονται τα κοινά πεπρωμένα των υποκειμένων της αφήγησης, τα οποία στο τέλος καίγονται ως λαμπάδες από το ερωτικό πάθος και την ουτοπία της τέχνης. Κι αυτό είναι που δίνει στις ιστορίες του έναν χαρακτήρα ρομαντικό.
Κατά την άποψή μου η αφηγηματική τεχνική και η γενικότερη καλλιτεχνική ευαισθησία του Κώστα Ντιο, με τις αναφορές στην ιστορία της ζωγραφικής καθιστούν τα δεκατέσσερα αφηγήματα μοναδικά.  Είναι κρίμα που βρίσκονται διάσπαρτα στους ξεχασμένους και σκονισμένους τόμους της Παρέμβασης μακριά από το πλατύ κοινό. Νομίζω ότι  Περιφέρεια η οποία εμπράκτως έδειξε τα φιλότεχνα αισθήματά της, θα έπρεπε να αναλάβει την έκδοσή τους σε έναν μικρό καλαίσθητο τόμο.
Το ζωγραφικό ισοδύναμο των αφηγήσεων του θα έλεγα ότι είναι το Inconclusive dialogues”, οι «Ατελέσφοροι διάλογοι». Κατά την ταπεινή μου προσωπική αισθητική, πρόκειται ίσως  για τον καλύτερο πίνακα του Ντιο. Εδώ παρατηρούμε  τα βασικά χαρακτηριστικά που αναφέραμε στα αφηγήματα. Ομάδες συνομιλητών, κουβεντιάζουν δίπλα στη θάλασσα. Δεξιά και σε πρώτο πλάνο όρθιοι, ο ίδιος ο ζωγράφος με δυο, όπως εικάζουμε από την ενδυματολογική περιβολή, αναγεννησιακές μορφές. Τη θέση της αυτοβιογραφίας παίρνει η αυτοπροσωπογραφία, οι αναγεννησιακές μορφές τη θέση του Φίλιππο Λίπι, ενώ πλαισιώνεται με εικαστικές αναφορές στον πίνακα του Magritte «The Collective Invention» με τον θάνατο της  γοργόνας, τη γυναίκα ψάρι πεσμένη στην άμμο δίπλα στα κύματα. Οι κανόνες τις σύνθεσης του πίνακα και της αισθητικής της αφηγημάτων του,  φαίνεται να διαπνέονται από το ίδιο πνεύμα.  Ζωγραφική και πεζογραφία συνθέτουν όπως δηλώνει και ο ίδιος ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα.
«Κατά καιρούς, ανασύροντας από διάφορες γωνιές του εργαστηρίου μου ζωγραφιές προηγούμενων χρόνων, που επέζησαν κακήν –κακώς, είδα πως όλες μαζί συνέθεταν ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα. Λέω μυθιστόρημα γιατί δεν ξέρω αν εγώ «μιλούσα» μ’ αυτές τις ζωγραφιές ή εκείνες με τη μυθοπλαστική τους επιμονή έχτιζαν το παραμύθι, μέσα στο οποίο βολεύομαι εδώ και πολλά χρόνια».
Θα έλεγα ότι ο Ντιος υιοθετεί τη μεταμοντέρνα τεχνική της μίξης και της αμφισβήτησης του υποκειμένου, ώστε η βιογραφική και αυτοβιογραφική έκφραση να αποτελούν μια αφήγηση. Το «εγώ» της πρωτοπρόσωπης αφήγησης  στην πορεία αφομοιώνει και συγχωνεύει τις ιστορίες, γιατί ανάμεσα στα δυο προσωπεία υπάρχει μια εκλεκτική συγγένεια. Η σκέψη αυτή θα έλεγα ότι δεν είναι αυθαίρετη, γιατί είναι κοντά στη γενικότερη καλλιτεχνική του αισθητική. Ανασύροντας από τα αρχεία του υπολογιστή μου το εισαγωγικό κείμενό του για τον τόμο του Λευκώματος, το οποίο ένα Αυγουστάτικο απόγευμα του 2001 μου υπαγόρευσε για δακτυλογράφηση διαβάζω: «Σε πολλές από τις εικόνες που προέκυψαν η συμμετοχή μου ήταν αυτή του φιλότεχνου σχολιαστή, ενώ αυτή η μεταμοντέρνα κατάσταση με οδήγησε στην υστερόβουλη όσο κι εγωκεντρική σκέψη ότι οι καλοί φιλότεχνοι είναι ένα κόσμημα εξ ίσου πολύτιμο με τους , εν γένει, πολύτιμους ζωγράφους».
Η προσωπική μου σχέση με τον Κώστα Ντιο μου επιτρέπει, ως ένα βαθμό, να ανασηκώνω τον καμβά και να βλέπω αληθινά πρόσωπα πίσω από τους πίνακες ή κάτω από τις γραμμές. Όπως λέει και ο ίδιος «οι ελάχιστοι αναγνώστες (φίλοι μου κυρίως) ψάχνανε τους ήρωές μου και, το χειρότερο για όλους μας, τους βρίσκανε!».  Μπορώ, λοιπόν,  να βεβαιώσω όχι για τα γεγονότα και τα καθέκαστα, αλλά για την αλήθεια ενός  βιώματος  που κρύβεται κάτω από τις γραμμές ή πίσω από τη λυρική έκφραση  μιας επώδυνης εξομολόγησης που προσπαθούσε κατά καιρούς να σβήσει με τόνους οινοπνεύματος.
Υπήρξα για πολλά χρόνια θαμώνας του εργαστηρίου του. Έχω στη μνήμη μου τις μυρωδιές από τα λάδια και το λινέλαιο. Μα πιο πολύ τις πολύτιμες εικόνες. Τη συμπαθητική αταξία του εργαστηρίου με τα πινέλα, τα χρώματα και τους πίνακες.  Αρκετοί από αυτούς εφημέρευαν ολόκληρα χρόνια ακουμπισμένοι τον τοίχο, ως ένα έργο εν προόδω, όπως ο «Πειρασμός του Αγίου Αντωνίου», κατά τη προσωπική μου ονομαστική εκδοχή. Γιατί πέρα από την εικόνα το βαθύτερο θέμα του πάντα ήταν η τελειότητα. Ωστόσο, όπως είπε κάποιος, «το καρφί από το οποίο κρέμεται ο πίνακας, είναι ο θάνατος της ζωγραφικής». Και ο Κώστας Ντιος έμεινε μακριά από το χρηματιστήριο της τέχνης των Αθηνών, αφού οι τεράστιοι πίνακες που ζωγραφίζει συνήθως, είναι ακατάλληλοι για τα σαλόνια. Ο ίδιος, όμως, προτιμά αυτή την δονκιχωτική διαδρομή, που έχει κάτι από  το άρωμα των μεγάλων ζωγράφων,  παλεύοντας  να εμφυσήσει τη δική του αλήθεια  στα ζωτικά ψεύδη της τέχνης και να αγγίξει τα εικαστικά του όνειρα.
Τόσο οι πίνακές του όσο και τα κείμενα συνθέτουν ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα, με ύφος πικρό και μελαγχολικό. Συγκροτούν  μια ιστορία όπου παρακολουθούμε τον  ίδιο τον καλλιτέχνη άλλοτε μέσα στη μοναξιά του εργαστηρίου του, να βρίσκεται αντιμέτωπος με την αλήθεια ή τη φενάκη της τέχνης που τον έχει εμπλέξει στα δίχτυα της, όπως τους παραστρατημένους μοναχούς η μαγεία της αίρεσής τους κι άλλοτε πάλι τον βρίσκουμε να πίνει μπίρες «πίσω από τα τζάμια του καφενείου ενός παρακμιακού πεζόδρομου», να παρακολουθεί με εικαστικό βλέμμα το δρόμο ωσάν να αντικρίζει την αγαπημένη του «Νυχτερινή περιπολία», και να καταγράφει τη ζωή ως μια πράξη αντίστασης απέναντι στον χρόνο που μας ροκανίζει.
Μια ιστορία μέσα στην οποία θα  περιπολούν για πάντα στα χρόνια που έρχονται, όπως τα απαθανάτισε με την πένα ή τον χρωστήρα του,   ο τσαγκάρης Νίκος Μέντζας και η γενέθλια πόλη του υψωμένη σαν το Τολέδο στα σύννεφα, ο Βικέντιος Βαν Γκογκ με τον Καραβάτζιο καβάλα σε μια γερμανική μοτοσυκλέτα, αγαπημένοι χαρακτήρες της Κοζάνης μέσα σε εικαστικές μνήμες του   Ρέμπραντ.   
Τα πρόσωπά του θα συνεχίζουν αενάως τους ατελέσφορους και ανεξιχνίαστους διαλόγους, τα τοπία θα είναι γεμάτα παπαρούνες κι  από μακριά θα ακούγεται μια  παλιά, γλυκιά, τρυφερή μουσική.

 Παρέμβαση τχ. 188-189 Καλοκαίρι 2018

Τρίτη, 26 Σεπτεμβρίου 2017

Τα κόκκινα και τα μαύρα φεγγάρια του έρωτα


ΜΑΡΙΑ ΛΑΤΣΑΡΗ,  «Εν δυνάμει πραγματικότητα»,
ποιήματα, εκδ. Μανδραγόρας, σ. 60
Συνήθως οι ποιητές και οι πεζογράφοι που αργούν να εκδοθούν αποδεικνύονται περισσότερο ώριμοι και κάτοχοι της τέχνης τους. Η Μαρία Λάτσαρη επιβεβαιώνει αυτόν τον κανόνα. Η πρώτη της ποιητική συλλογή αποτελεί μια ευχάριστη έκπληξη. Η ποίησή της δεν είναι πόζα, φιλολογία ή εύκολος λυρισμός. Έχει ένα σκληρό πυρήνα αλήθειας, ένα βίωμα που μεταπλάθεται ποιητικά και την υποστηρίζει. Η γλώσσα διακρίνεται για την λιτότητα, την εκφραστική οικονομία και την ευθυβολία. Ο Ροΐδης έγραφε ότι χρησιμοποιούσε τα λεκτικά σχήματα και τις ιδιότροπες παρομοιώσεις ως ανθυπνωτικό φάρμακο δίκην ξηράς κολοκύνθης στο κεφάλι του αναγνώστη. Η ποίηση της Μαρία Λάτσαρη σου δίνει σφαλιάρες ζωής και αλήθειας που σε ξαφνιάζουν.
Ο έρωτας, για να αναφερθώ δείγματος χάριν σε μια μόνον από τις βασικές θεματικές της συλλογής, διατρέχει όλη την κλίμακα και τα πρόσωπά του. Από το «πάντα» και το «ποτέ» των εραστών, το δοξαστικό παραλήρημα της σάρκας και της ψυχής, τις πολύχρωμες και μεθυστικές αντανακλάσεις, τη φθορά και την απουσία, μέχρι το ποιητικό υποκείμενο να ψηλαφήσει με την αφή τα πικρά σκοτάδια και τα μαύρα φεγγάρια στους ραγισμένους καθρέφτες του. Έρωτας άλλοτε γήινος, σώμα και λυσιμελής κραυγή κι άλλοτε κόλαφος, ζήλεια που παλινδρομεί ανάμεσα το μίσος και την αγάπη.
Όπως αναφέρει και το μότο του Δάντη που προτάσσεται στο τελευταίο ποίημα της συλλογής για τον  Πάρη και  τον Τριστάνο -δυο από τους μεγαλύτερους μύθους στης Δύσης- «είναι ο έρωτας που τους έκανε να αναχωρήσουν από τον κόσμο αυτό». Το  σαρκοβόρο πάθος από σώμα σε σώμα θα «αναζητά άλλον ξενιστή να την αντέχει την αγάπη». Αυτό φαίνεται και από τα ποιήματα για τις δυο διάσημες γυναίκες. Την    απελπισμένη Μαρί- Τερέζ, την ερωμένη του Πικάσο, που επέλεξε την «αθόρυβη έξοδο σε σχήμα θηλιάς» για να σφραγίσει τον θανάσιμο έρωτά της  και την Καμίγ Κλοντέλ, μούσα και σύντροφο του Ροντέν, που πασχίζει μάταια στο άσυλο με «δάχτυλα σε απόγνωση/ χωρίς σμίλη και σκαρπέλο» να δαμάσει την τρέλα του έρωτα. Ωστόσο, απ’  αυτό το ταξίδι η ποίηση επιστρέφει πάντα με την οδυνηρή γνώση, εξημερώνοντας τον πόνο και τις πληγή.
Ορισμένα ποιήματα όπως το «Είναι όλα ίδια», «Στο τέλος του λαβυρίνθου»,  δείχνουν μια κατεύθυνση κοινωνική. Υποδειγματικό, κατά την άποψή μου, είναι το ολιγόστιχο «Στον βυθό». Πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα προσέγγιση σε ένα φλέγον κοινωνικό ζήτημα όπως οι πρόσφυγες, όχι με έναν πολιτικό-κοινωνικό λόγο αλλά ως «ποίηση της υπαρξιακής εμπειρίας της ιστορίας», όπως περιέγραφε την ποίηση του Τάκη Σινόπουλου ο Γιάννης Δάλλας. Με τους πρώτους στίχους μετεωρίζεσαι και στέκεσαι αναποφάσιστος ακόμη για τη γυναικεία μορφή, η περιγραφή της οποίας θυμίζει γοργόνα που ανησυχεί για την ομορφιά της. Οι δυο προτελευταίοι στίχοι μάλιστα σου μεταδίδουν μια παραπλανητική αισιοδοξία. «Βρίσκεται ινσαλάχ/ μίλια μακριά από τη φρίκη της πατρίδας». Ωστόσο, ο ακροτελεύτιος με την αιφνίδια αποκάλυψη του οριστικού μηνύματος, ανατρέπει τις αναγνωστικές προσδοκίες και το φορτίζει δραματικά με το ρίγος της αλήθειας. «Κάθισε στην ανάστροφη καρίνα/ η μπλούζα ασήμιζε από τα λέπια/ χαμογελούσε με επιφύλαξη/ μην είχε φύκια/ ανάμεσα στα δόντια/ (πού να ψάχνει τώρα/ τον μπόγο της για νήμα)/ Βρίσκεται ινσαλάχ/ μίλια μακριά από τη φρίκη της πατρίδας/ πολλές οργιές κάτω απ’ την επιφάνεια του Αιγαίου».
Η γλωσσική επεξεργασία ενσωματώνει στο ποιητικό κείμενο  μια συμβολική εικονοποιία που παραπέμπει στη ζωγραφική και το ασυνείδητο αφού «τα όνειρα, συνθέτουν σ’ ένα πρόσωπο τον αειθαλή και φυλλοβόλο εαυτό μας». Έκδηλο στις σελίδες είναι, επίσης,  το αποτύπωμα των σπουδών της στη βιολογία, του  διδακτορικού  της  στις νευροεπιστήμες, αλλά και στο χώρο της μετάφρασης καρπός της οποίας είναι και το «Φαντάσματα στον εγκέφαλο» από τις  Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, καθώς ενοφθαλμίζει στοιχεία τους στον ποιητικό λόγο. «Ρωτώ την ποίηση/ για το σχήμα της λύπης/ την ιτιά μου δείχνει/ το δέντρο που πονά, αυτή/ με γερμένα τα κλαριά/ προσκυνά βουβά το χώμα/ Νευρωνικό αντίστοιχο/ λέει η επιστήμη/ γυναίκας κλαίουσας που/ με λυτά τα μακριά μαλλιά/ θρηνεί ασάλευτη/ του έρωτα/ το φθαρτό σώμα».
Η πρώτη ώριμη συλλογή της Λάτσαρη, αναδεικνύει μια ποιητική φωνή που προοιωνίζεται μια πολύ ενδιαφέρουσα εξέλιξη.
ΑΥΓΗ 10.09.2017

Υπάρχει ακόμα ελπίδα…


ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΚΥΡΚΟΣ, Συνέντευξη στον Μάκη Καραγιάννη, Παρέμβαση τχ. 54, Ιούνιος 1992 
 http://booksjournal.gr/slideshow/item/2588-leonidas-kyrkos-yparxei-akoma-elpida

 Με αφορμή τη συμπλήρωση έξι χρόνων από το θάνατο του Λεωνίδα Κύρκου δημοσιεύουμε μια άγνωστη και διαφορετική συνέντευξη του Λεωνίδα Κύρκου πριν από 25 χρόνια, στην οποία μιλάει  για τον Εμμανουήλ Ροΐδη, την ευθύνη των πολιτών και των κομμάτων, για το γεγονός ότι  δεν είχαμε σοσιαλδημοκρατία στην Ελλάδα αφού επικράτησε ο σταλινισμός και προπαντός για την υποκρισία και τις ευθύνες της αριστεράς, που υποστήριζε την αποθέωση του ανθρώπου και την ίδια στιγμή δόξαζε την καταβαράθρωση, την καταπίεση των ανθρώπων και τα εγκλήματα στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού. Υπογραμμίζει την  εθνικιστική δημαγωγία της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, τα πλέγματα του  αντιευρωπαϊσμού και του ανάδελφου έθνους που μας οδηγούν με ιλιγγιώδη ταχύτητα στο περιθώριο. Διακρίνει κανείς μια  καθαρή σκέψη μακριά από λαϊκισμό. Ήταν η εποχή που ο κόσμος, όπως φαίνεται και από τη συνέντευξη, υποδεχόταν τους πολιτικούς της αριστεράς όπως ο Λ. Κύρκος με τριαντάφυλλα. Αν μας λείπει είναι γιατί ήταν από τους λίγους πολιτικούς άνδρες που είχε τη δυνατότητα να συνδυάζει στον λόγο του συγκεκριμένες προτάσεις και  ταυτόχρονα να εμπνέει το λαό, να αγγίζει τις καρδιές των πολιτών. Μας λείπει, σ’ αυτή την εποχή της κρίσης που κυριαρχούν στη βουλή τα πολιτικά κνώδαλα, το όραμα, η αισιοδοξία και η ελπίδα του.
Ερ. κ.  Κύρκο ο Ροΐδης έλεγε πριν 100 χρόνια ότι τίτλος του διορθωτή του ρωμαίικου αμιλλάται κατά την γελοιότητα εκείνον του τετραγωνισμού του κύκλου. Όσα καταμαρτυρούσε από τότε Ροΐδης για την ελληνική κοινωνία, δηλαδή η συναλλαγή, ο μικροκομματισμός, το ατομικό συμφέρον διατηρούνται ακέραια μέχρι σήμερα. Εσείς που έχετε μία θητεία 50 χρόνων στην πολιτική βλέπετε ότι η ελληνική κοινωνία είναι ανεπίδεκτη αλλαγής;
Απ. Όχι βέβαια. Θα ήταν κακό να τα αποδώσουμε όλα στην μοίρα του Έλληνα, όπως θα έλεγαν μερικοί σχολιαστές. Αυτά που είπε ο Ροΐδης εγώ τα υπογράφω όχι γιατί ανήκουν στο χαρακτήρα του Έλληνα, αλλά γιατί αυτό το πολιτικό σύστημα επιβιώνει και έχει τις ρίζες του και σε εκείνα που ο Ροΐδης με τόση σκοπιμότητα καταμαρτυρούσε συναλλαγή, διαφθορά πελατειακή σχέση, ιεραρχική δομή έλλειψη κοινωνικού ελέγχου, τον αυθάδη κομματισμό, το κομματικό εκτραχηλισμό που με όλα τα μέσα προσπαθεί για την άνοδο στην εξουσία. Τα χαρακτηριστικά ενός συστήματος, που έχει χαρακτηριστικά μισοφεουδαρχικά, π.χ. τα αρχηγικά κόμματα μην πει κανένας ότι αποτελούν αντανάκλαση των σημερινών αναγκών ή μία αντίληψη σύγχρονη που θέλει τα κόμματα συντελεστές μιας δραστηριότητας μεγάλης, μιας δραστηριοποίησης των ανθρώπων κ.λπ.

Ερ.  Τα κόμματα είναι φορείς μιας σύγχρονης αντίληψης ή αποτελούν ένα από τα βασικά εμπόδια για τον εκσυγχρονισμό της ελληνικής κοινωνίας;
Απ. Αναμφισβήτητα το δεύτερο γιατί και αυτά είναι έκφραση αυτών των δομών που κυριαρχούν και που ως τώρα δεν βρέθηκαν δυνάμεις, παρά τα εύηχα οράματα που χρησιμοποιήθηκαν από την Νέα Δημοκρατία π.χ. που εκφράζοντας το πιο συντηρητικό τμήμα του κατεστημένου δεν είχε κανένα λόγο και τώρα προσεγγίζει στα αδιέξοδα και θα εκραγεί και αυτή. Το ΠΑΣΟΚ από την άλλη μεριά αξιοποίησε αυτά τα στοιχεία και αντί να φέρει μία ριζοσπαστικά καινούργια κουλτούρα και προσπάθεια ανασυγκρότησης αφομοιώθηκε, αφού χρησιμοποίησε μία υφιστάμενη κατάσταση και κατέπνιξε μέσα στο εσωτερικό της ριζοσπαστικές φωνές, χωρίς να αμφισβητήσει κανείς τα κάποια βήματα που έγιναν και προετοιμάζουν τις ουσιαστικότερες αλλαγές που θα γίνουν αύριο.

Ερ.  Ποια είναι, όμως, η ευθύνη των πολιτών, οι οποίοι συνήθως χαϊδεύονται από τα κόμματα; Μήπως υπάρχει μία συνενοχή ανάμεσα στα κόμματα και τον πολίτη, αφού τα πρώτα φρόντιζαν μόνο να αναπαράγονται με ένα πελατειακό σύστημα, ο δε πολίτης να βολεύεται; Μήπως υπάρχει ένα «ζωτικό ψεύδος» που τους συνδέει, αφού όλοι γνωρίζουν ότι δεν πρόκειται τίποτε να αλλάξει και όλοι συνεχίζουν στον ίδιο ρυθμό;
Απ. Η ευθύνη των πολιτών είναι ότι δεν ωρίμασαν σαν πολίτες κι αυτό μπορεί να φανεί πάρα πολύ βαρύ, αλλά η πολιτική ζωή δεν έδωσε την ευκαιρία λόγω των διαδοχικών περιπετειών στις οποίες έμπαινε από στρατιωτικό πραξικόπημα στο μεσοπόλεμο, από πολιτικά κινήματα σε άλλα πολιτικά κινήματα, από τις εντάσεις που οδήγησαν στην επάνοδο του βασιλιά, στη δικτατορία της 4ης  Αυγούστου. Από εκεί κι ύστερα ο εμφύλιος πόλεμος, το κλίμα της αντεπανάστασης που κυριάρχησε, το ελάχιστο διάλειμμα της Ένωσης Κέντρου, οι συμβιβασμοί της και η Χούντα, δεν έδωσε τη δυνατότητα σ’ αυτή την πορεία να διαμορφωθεί η περιλάλητη κοινωνία των πολιτών και οι άνθρωποι κάθε φορά που πήγαιναν να κινητοποιηθούν η να διαμορφώσουν κινήματα συνέχιζαν τη δραστηριότητά τους στα ξερονήσια, διότι η οποιαδήποτε δραστηριότητα κοινωνική ταυτιζόταν με το κομμουνιστικό κίνημα. Έτσι, λοιπόν, ας μην τους αποδώσουμε την πρώτη ή την κεντρική ευθύνη, ας αποδώσουμε την κεντρική ευθύνη στα κόμματα.
Τώρα θα μιλήσω και για την αριστερά. Υπάρχει μία ιστορική ιδιομορφία στην Ελλάδα την οποία κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει και στην οποία πρέπει να μαθαίνουμε. Οι σοσιαλιστικές ιδέες όταν  πήραν μία μορφή οργανωμένη σφραγίστηκαν από την κυριαρχία των κομμουνιστικών απόψεων. Δεν υπήρξε στην Ελλάδα σοσιαλιστικό κίνημα, σοσιαλδημοκρατικό κίνημα με παράδοση. Οι ελάχιστες προσπάθειες που υπήρξαν συντρίφτηκαν μπροστά στον κομμουνιστικό όγκο. Το δυστύχημα είναι ότι στον όγκο αυτό κυριάρχησε η σταλινική κουλτούρα. Έτσι, λοιπόν, το εντύπωμα που έμεινε στο ελληνικό εργατικό και αριστερό κίνημα ήταν το σταλινικό εντύπωμα. Αυτό οδήγησε στο ξεστράτισμα και την καταστροφή. Βεβαίως και οι άλλες χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού δεν διέπραξαν μόνο λάθη, αλλά και τρομερά εγκλήματα σε βάρος των ανθρώπων και σε βάρος της κοινωνίας ευρύτερα.

Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

Ο κόσμος όπως τον ξέραμε γυρίζει σελίδα

Του Λέων Ναρ 
Μάκης Καραγιάννης, «Πόλη χωρίς θεούς» , εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 308
Στην Ελλάδα της κρίσης έχουν ήδη εκφραστεί οι πλέον ακραίες θέσεις και απόψεις. Πλανάται ένα τοξικό νέφος συνομοσιωλογίας και ανορθολογισμού, το οποίο έχει επικαθήσει στο κοινωνικό σώμα προκαλώντας καρκινικές μεταλλάξεις. Ανυπόστατοι μύθοι, απλουστευτικά στερεότυπα, στρεβλές ιδεολογίες, απλοϊκές ιδεοληψίες, τερατώδη ιδεολογήματα δηλητηριάζουν σχεδόν καθημερινά τον δημόσιο λόγο. Όλα αυτά έχουν ως θέμα τους την κρίση, σε όλες της τις εκφάνσεις, όχι μόνον την οικονομική.
Αυτήν την πραγματικότητα επιχειρεί να αναμετρήσει το εξαιρετικό μυθιστόρημα του Μάκη Καραγιάνη Πόλη χωρίς θεούς. Διαβάζοντας το βιβλίο είχα διαρκώς την αίσθηση ότι διεξάγεται ένας εμφύλιος πόλεμος χωρίς όπλα, με συγκρούσεις, με φανατισμό αλλά και με εντονότατο το στοιχείο του διχασμού. Το επίτευγμά του είναι ότι δίνει μια ιστορική διάσταση στην τρέχουσα κρίση, υπογραμμίζοντας την ίδια στιγμή ότι αν μπορεί να προκύψουν λύσεις, κάτι τέτοιο θα επέλθει μόνο ως αποτέλεσμα ριζικών πολιτικών ανατροπών.
Οι ήρωες του μυθιστορήματος, θύματα οι περισσότεροι της δομής του πολιτικοκοινωνικού συστήματος και της γενικής υστέρησης της χώρας,αναδεικνύουν μια θλιβερή πραγματικότητα: η οικονομική παγκοσμιοποίηση έχει ανάγκη την πολιτική της συμπλήρωση και υποστήριξη. Καυτηριάζεται, ακόμη, ανελέητα η κυριαρχία του χρηματοπιστωτικού τομέα και τίθεται ως αφορμή για συζήτηση η γιγάντωση της ανισότητας των εισοδημάτων στον δυτικό κόσμο.Αντί να τρέφουμε τυφλή εμπιστοσύνη στην αγορά, να αξιολογήσουμε την όποια κοινωνική δικαιοσύνη σε σχέση με την αποδοτικότηταστη σφαίρα της ψυχικής υγείας, να ένα ακόμη πρόταγμα του μυθιστορήματος.

Ερωτικές υποθέσεις με φόντο την κοινωνική μικροϊστορία

Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης, «Η λιτανεία», εκδ. Στοχαστής 2016, σ.106
Η «Λιτανεία», μια νουβέλα με απλή γλώσσα που συνδυάζει την πλοκή με την  ιστορία, είναι το  τελευταίο του βιβλίο του Ελπιδοφόρου Ιντζέμπελη. Ένας δημοσιογράφος από την Αθήνα, με αφορμή την πτώση του μεγάλου πέτρινου γεφυριού της Πλάκας,  θα ανέβει στην Άρτα για ρεπορτάζ. Η έρευνα θα τον φέρει αντιμέτωπο με τα προβλήματα που δημιουργούνται από το φράγμα του ποταμού Αράχθου της ΔΕΗ στην περιοχή και τα αντιτιθέμενα συμφέροντα της τοπικής κοινωνίας.
Σε ένα δεύτερο αφηγηματικό επίπεδο, στις αρχές του εικοστού αιώνα, ένας παράνομος έρωτας ιστορείται ταυτόχρονα με  μια εξέγερση με επαναστατικές ιδέες απέναντι στους τσιφλικάδες και τους κοτζαμπάσηδες, η οποία θα πνιγεί εν τη γενέσει της.  Στο αφηγηματικό σχήμα του Ιντζέμπελη οι δυο ιστορίες, εκτυλίσσονται  σε δυο παράλληλα χρονικά επίπεδα που εναλλάσσονται συνεχώς. Είναι μια τεχνική που χρησιμοποίησε επιτυχημένα σε προηγούμενα αφηγήματα και  ιδιαίτερα στην «Τελευταία εξίσωση του Κωνσταντίνου Καραθεοδωρή».
Οι δυο ιστορίες εκτυλίσσονται στην Άρτα που είναι ο κοινός παρονομαστής των δύο ιστοριών και μέσα σε λίγες σχετικά σελίδες εκδιπλώνει μια πλοκή με πλούσια φαντασία πάνω σε ένα καμβά που συνδυάζει τις οικογενειακές και ερωτικές σχέσεις, με τις  βαθιές πολιτικές και κοινωνικές αντιθέσεις που θα οδηγήσουν σε συγκρούσεις.

Κυριακή, 12 Μαρτίου 2017

500 ΛΕΞΕΙΣ ΜΕ ΤΟΝ ΜΑΚΗ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 12.3.17
Ο Μάκης Καραγιάννης (Κοζάνη, 1958) είναι πεζογράφος και κριτικός. Εχει εκδώσει τρία πεζογραφικά βιβλία και τη μελέτη «Η αισθητική της ιθαγένειας». Σπούδασε μαθηματικά και ήταν συνεκδότης του περιοδικού «Παρέμβαση». Τελευταίο του μυθιστόρημα το «Πόλη χωρίς θεούς» από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο».
Ποια βιβλία έχετε αυτόν τον καιρό πλάι στο κρεβάτι σας;
Παναγιώτης Κονδύλης «Πλανητική πολιτική μετά τον ψυχρό πόλεμο», George Steiner «Αντιγόνες», Isaiah Berlin «Οι ρίζες του ρομαντισμού». Ολα για τις ανάγκες ενός δοκιμίου που γράφω αυτόν τον καιρό και ανιχνεύει διαχρονικά την ελληνική ιδιαιτερότητα.
Ποιος ήρωας/ηρωίδα λογοτεχνίας θα θέλατε να είστε και γιατί;
Ο Λισιέν ντε Ριμπαμπρέ από τις «Χαμένες ψευδαισθήσεις» του Μπαλζάκ υπάρχει μέσα στον καθένα μας. Οι ματαιοδοξίες του, τα πάθη και οι χαμένοι έρωτες δίνουν «έναν αέρα μυθιστορηματικό στην ασήμαντη ζωή μας». Ομως στην εποχή της παράκρουσης και της post-truth πολιτικής ακόμη και ο Λισιέν με τις ζωτικές αυταπάτες φαντάζει νησίδα ορθολογισμού.
Με ποιον συγγραφέα θα θέλατε να δειπνήσετε;
Ασφαλώς με τον Φλομπέρ. Τον θαυμάζω και, επιπλέον, σε έναν αριστερό δίνει το αναγκαίο μελαγχολικό αντίβαρο θυμίζοντάς του ότι «το μεγάλο όνειρο της Δημοκρατίας είναι να εξυψώσει τον προλετάριο στο ίδιο επίπεδο βλακείας που έχει φθάσει ο αστός».
Ποιο ήταν το τελευταίο βιβλίο που σας έκανε να θυμώσετε;
Δεν με θυμώνουν, αλλά με απογοητεύουν τα περισσότερα βιβλία που κυκλοφορούν.
Και το τελευταίο που σας συγκίνησε;
Αν και πέρασε πολύ καιρός, το «Βίοι ελάσσονες» του Πιερ Μισόν. Πρόκειται για ένα αριστούργημα, που δυστυχώς στην Ελλάδα πέρασε απαρατήρητο από αναγνώστες και κριτικούς.
Ποιο κλασικό βιβλίο δεν έχετε διαβάσει και ντρέπεστε γι’ αυτό;
«Το ουράνιο τόξο της βαρύτητας» του Τόμας Πίντσον.
Τι σημαίνει να ζεις σε μια «Πόλη χωρίς θεούς»;
Οτι αναποδογύρισε το σύμπαν. Ο κόσμος όπως τον ξέραμε γυρίζει σελίδα. Περιδινίζεσαι στην αέναη κίνηση του ρευστού κόσμου της παγκοσμιοποίησης από τον οποίο δεν μπορείς να ξεφύγεις. Ο φόβος σκεπάζει την πόλη. Η βία είναι κυρίαρχη και το «ψόφα» ακούγεται στους δρόμους σαν πολεμική ιαχή.
Με ποιους τρόπους μπορεί η οικονομική κρίση να αποτελέσει έμπνευση για έναν πεζογράφο;
Νομίζω η πεζογραφία έριξε αρκετή μελάνη πάνω της. Ομως, εμένα μου άρεσε πάντα η επιλογή του Αλμπέρ Καμύ στην «Πανούκλα». Μίλησε για το «κακό» του 20ού αιώνα με έναν μεταφορικό τρόπο.
Εχετε Facebook, Twitter κτλ.; Εάν ναι, εμποδίζουν ή εμπλουτίζουν το γράψιμο και το διάβασμα;
Για έναν πεζογράφο είναι ένας θαυμάσιος τρόπος για να χάνει τον χρόνο του. Ωστόσο, τίποτε το ανθρώπινο δεν μου είναι ξένο. Ακόμη κι εγώ, αρκετές φορές, υποκύπτω στον πειρασμό.