Τετάρτη, 12 Μαΐου 2021

Στοχαστές για τον 21ο αιώνα. Η διαρκής γοητεία του Καστοριάδη

 Βήμα, 22.08.2020

Κάθε τόσο ένας στοχαστής διατείνεται ότι κατέχει το κλειδί. Έναν απλανή οδηγό της αλήθειας παντός καιρού. Όµως οι υποσχέσεις του αποδεικνύονται απατηλές. Η θεωρία του λάµπει για κάποια χρόνια στο στερέωµα για να ξεθωριάσει. Πρόκειται για έναν μικρό δαρβινισμό και για απόδοση δικαιοσύνης από τον χρόνο. Επιβιώνουν όσοι με το έργο τους συνομιλούν με το σήμερα. Με αφορμή το τελευταίο μου βιβλίο, το «Μικρό και αλαζονικό έθνος», επανεκτίμησα τον Κορνήλιο Καστοριάδη, έναν από τους σημαντικότερους στοχαστές του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα και καθολικού διανοητή, που είχε τη δύναμη να αντιπαρατεθεί με όλους του «αγίους» της νιότης μας.

Είναι δύσκολο να συνοψίσει κανείς το τεράστιο και πολυσχιδές καστοριαδικό έργο. Ακόμη και τη «Φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας» ή την τρίτομη «Ελληνική ιδιαιτερότητα». Με την πάροδο του χρόνου η πρόσληψή του διαφοροποιείται ανάλογα με τις ανάγκες της εποχής. Ο αρχικά γνωστός φιλόσοφος του προτάγματος της αυτονομίας και κριτής της «Γραφειοκρατικής κοινωνίας», μέσα από το περιοδικό «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα», έδωσε τη θέση του σε άλλες γόνιμες πλευρές της σκέψης του. Συνέβαλε, έτσι, στην πολιτική και πνευματική μας ενηλικίωση με την αρχαιοελληνική σύλληψη του κόσμου, τον ρόλο της αθηναϊκής δημοκρατίας, την αυτοθέσμιση της κοινωνίας, αλλά και με την έννοια της ύβρεως και του αυτοπεριορισμού της δημοκρατίας. Ανέδειξε στη φιλοσοφία την οντολογία του φαντασιακού ως κρίσιμου παράγοντα για την αναδημιουργία, την ανέλιξη των κοινωνιών και του υποκειμένου. Και τη φιλοσοφία της πράξης με κεντρικό πυρήνα τη δημοκρατία και την αυτονομία χωρίς να υποκύψει, όπως τόσοι διανοούμενοι της εποχής του, στη «σαγήνη των Συρακουσών». Κατά τη διάρκεια της ελληνικής κρίσης μας υπενθύμιζε το βάρος της ιστορικής και πολιτικής ευθύνης των ίδιων των Ελλήνων, γιατί «όπως και κάθε λαός είναι υπεύθυνος για την ιστορία του».
Απεκδυόμενος τις βεβαιότητες και την αισιοδοξία του παλιού αριστερού –έστω και σκεπτόμενου- κατάλαβα, με τη βοήθεια και του Καστοριάδη, ότι οι κοινωνίες δεν βαδίζουν κάτω από τη θαλπωρή της προόδου της νεωτερικότητας, του μαρξιστικού μεσσιανισμού και της αναπόδραστης ιστορικής αναγκαιότητας του Χέγκελ. Το βάθος του ουρανού φαίνεται ότι δεν είναι αναγκαστικά κόκκινο, αλλά μπορεί να πάρει όλα τα χρώματα ακόμα και το μαύρο.
Κάποια στιγμή ανακαλύπτεις ότι πρέπει να περάσεις πάνω από χιλιάδες σελίδες μαρξισμού, δομισμού, μεταμοντερνισμού για να διαπιστώσεις με τον Καστοριάδη ότι κορυφή της δημοκρατικής πολιτικής σκέψης είναι η «Αντιγόνη» του Σοφοκλή. Η ανάγνωσή του, σε αντίθεση με την ιστορικά κυρίαρχη εγελιανή εκδοχή, θέτει το έσχατο πρόβλημα του αυτόνομου ανθρώπου και της πολιτικής κοινότητας, δηλαδή του αυτοπεριορισμού. Αναγνωρίζει την έμφυτη ύβρη και καταδικάζει το «μόνος φρονείν», γιατί η «πόλις» προϋποθέτει μια ελάχιστη κοινότητα αξιών για να είναι δυνατή η συνύπαρξη.
Θυμάμαι την ομιλία του στο ΑΠΘ το 1979. Ήμασταν πάνω από χίλια πεντακόσια άτομα στο αμφιθέατρο της Νομικής. Λίγοι ήταν φανατικοί αναγνώστες του. Οι περισσότεροι ήθελαν να ακούσουν έναν διάσημο διανοούμενο. Ο Ριζοσπάστης έγραφε τότε για τον «Κότζακ της φιλοσοφίας» αλλά ο Χάμπερμας, παρά τις επιφυλάξεις, τού αναγνώριζε «την πιο πρωτότυπη, την πιο φιλόδοξη και την πιο βαθυστόχαστη προσπάθεια να σκεφθεί για μια ακόμη φορά ως πράξη την απελευθερωτική διαμεσολάβηση ιστορίας, κοινωνίας, εσωτερικής και εξωτερικής φύσης».
Διαπλέοντας τις δεκαετίες χαίρομαι γιατί, όταν άλλοι κινδυνεύουν να καταλήξουν στη χωματερή της λήθης ή απλώς κοσμούν τις σελίδες της ιστορίας της φιλοσοφίας, ο Καστοριάδης κερδίζει τη μάχη με τον χρόνο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: