Κυριακή, 1 Αυγούστου 2021

Δαμάζοντας τα κείμενα

Η ποιητική και οι ωδίνες ενός μυθιστορήματος.

Εισήγηση στο «Γ΄ Συμπόσιο Λογοτεχνίας» του περιοδικού Παρέμβαση, 23-25 Νοεμβρίου 2018, Κοζάνη
Παρά το γεγονός ότι η δημιουργική γραφή τα τελευταία χρόνια έγινε το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου χιλιάδων αναγνωστών και επίδοξων συγγραφέων ώστε να διδάσκεται από εργαστήρια δημιουργικής γραφής, εργαστήρια ποίησης, εργαστήρια έμπνευσης, από πανεπιστήμια, εκδοτικούς οίκους, συγγραφείς και ελεύθερους σκοπευτές, ωστόσο, είναι λίγες οι φορές που κάποιος συγγραφέας μας μιλά γι’ αυτό που αποκαλείται η «κουζίνα» του. Η, εκ των υστέρων, ξενάγηση στα  μεγάλα μυστικά της γραφής παραμένει στο ημίφως της λογοτεχνίας. Παλαιότερα αρκετοί συγγραφείς, όπως ο Σεφέρης, κρατούσαν συστηματικά «Ημερολόγια» όπου μαζί με την εν τη γενέσει καταγραφή της τέχνης τους, έχτιζαν, με δήθεν αδιάφορο ύφος, την προσωπική τους μυθολογία κάνοντας σινιάλα στην υστεροφημία τους.

Έτσι, μερικές φορές χρειάζεται η αφορμή. Προσκεκλημένος, λοιπόν,  από τη Λέσχη Ανάγνωσης του  Συλλόγου Αποφοίτων της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ  «ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ» και μετά από μια ωραία βραδιά, όπου συζητήσαμε την «Πόλη χωρίς Θεούς», μου ζητήθηκε να καταθέσω στη στήλη με τον τίτλο «Γενική υποκειμενική» τις απόψεις μου, σχετικά  με τη γραφή του μυθιστορήματος, αυτό που συνοπτικά αποκαλείται «το εργαστήρι του συγγραφέα».

Η πρόκληση ήταν για μένα μεγάλη, όχι μόνο γιατί αυτό αποτελεί το «ιερό» κάθε μυθιστοριογράφου, αλλά κυρίως γιατί από την εποχή του ρομαντισμού η πρωτοτυπία αναγορεύτηκε σε μέγιστη αρετή και ο συγγραφέας είναι υποχρεωμένος να επινοεί και να νομοθετεί κάθε φορά τους κανόνες της τέχνης του. Ένα εγχείρημα ριψοκίνδυνο αν λάβουμε υπ’ όψιν την προειδοποίηση του μεγάλου έλληνα πεζογράφου Αλέξανδρου Κοτζιά: «Οι υπώρειες του Παρνασσού –ακριβώς κάτω από το πρώτο σκαλί– είναι σπαρμένες με πτώματα»[1]. Επιπλέον, από την εποχή του Θερβάντες κύλησε πολύ νερό κάτω από τη γέφυρα της λογοτεχνίας. Από τον χαρακτήρα του 19ου  αιώνα έως  τον μοντερνισμό και τον μεταμοντερνισμό του 20ου, το μυθιστόρημα έχει αγγίξει ποικίλα όρια που έχουν υπονομεύσει την αθωότητα του αφηγηματικού «εγώ». Έτσι, είναι υποχρεωμένο να επανεφευρίσκει τον εαυτό του για να μπορέσει να υπάρξει.

Για το αναγνωστικό κοινό οι αγωνίες και τα διλήμματα του μυθιστοριογράφου μπροστά στην κόλλα,  είναι τυλιγμένα με την αχλύ ενός μύθου. Μια θρησκευτική αποστολή κατά την οποία ο συγγραφέας, αφοσιωμένος στο έργο του, έρχεται αντιμέτωπος με τις ωδίνες της γραφής, οι οποίες ξεκινούν από το θέμα. Ωστόσο, εδώ φαίνεται ότι τα πράγματα είναι πιο εύκολα, γιατί όπως έγραψε ο ασκητής και Άγιος της λογοτεχνίας Γκυστάβ Φλωμπέρ, «δεν διαλέγουμε τα θέματα, μας επιβάλονται»[2]. Υπάρχουν οι συνειδητές και ασυνείδητες εμμονές του συγγραφέα με τα θέματα που τον γοητεύουν, τον τυραννούν, επανέρχονται συχνά και εκφράζουν τη δική του θέαση του κόσμου. Όμως, παρόλο που όλοι βλέπουν τα ίδια πράγματα, κι αυτό κάνει τη διαφορά,   υπάρχει το μοναδικό βλέμμα του συγγραφέα: «Ο Προυστ κουβεντιάζει μονάχα για δούκισσες, ενώ εμένα μ’ ενδιαφέρουν περισσότερο οι καμαριέρες τους», έλεγε ο Τζαίημς Τζόυς[3].

Η ενασχόλησή μου με την κριτική και την ξένη πεζογραφία με έκαναν να προσέξω ότι όταν η ελληνική πολιορκούσε το «εγώ» ή έκανε τη φυγή στο ιστορικό παρελθόν, ο Φίλιπ Ροθ δημιουργούσε με την τριλογία του την τοιχογραφία της Αμερικής, ο Ντον Ντελίλο στο «Κοσμόπολις» μιλούσε για τις χρηματαγορές, ο Τζόναθαν Κόου για την εποχή της Θάτσερ. Αναπόφευκτα, αυτά έδωσαν μια έντονα κοινωνική διάσταση και στα δικά μου μυθιστορήματα. Έτσι, λοιπόν, και η «Πόλη χωρίς θεούς» είναι καρπός της κρίσης. Ξεκίνησα να τη γράφω το 2011  μέσα στη δίνη της οικονομικής κρίσης.  Ως χώρα φτάσαμε στο χείλος του γκρεμού. Κάποια στιγμή αντικρίσαμε την άβυσσο και κάναμε ένα βήμα πίσω. Το μυθιστόρημα είναι καρπός αυτού του ρίγους που νιώσαμε. Είναι η προβολή στο μέλλον και η επεξεργασία αυτού του ιλιγγιώδους συναισθήματος. Ωστόσο, κι αυτό συμβαίνει πάντα, απ’ όποιο θέμα και αν ξεκινήσουμε θα καταλήξουμε στο ίδιο σημείο. Γιατί  η λογοτεχνία είναι η περιπέτεια των ανθρώπων και των αισθημάτων. Αν και ο Όμηρος αναφέρεται στον τρωικό πόλεμο, το θέμα της Ιλιάδας είναι η οργή του Αχιλλέα. Όλοι οι δρόμοι οδηγούν στον ήρωα και τη μοίρα του. Ο ρόλος του μυθιστορήματος είναι να ερευνά τις διάφορες όψεις της ύπαρξης. Να ψάχνει με γυμνό βλέμμα τα «βρύα που φυτρώνουν πάνω στη μούχλα της ψυχής»[4]. Και ο δικός μου ήρωας, που πήρε το όνομα Ξενοφώντας Κάπας, η ψυχή του ανθρώπου της παγκοσμιοποίησης, ήταν το εργαστήρι στο οποίο δοκίμασα να εξερευνήσω  πώς λειτουργεί κάποιος σε ακραίες συνθήκες. Όταν  η εισβολή της πραγματικότητας στον χαρακτήρα δεν είναι καπρίτσιο του συγγραφέα, αλλά αμείλικτη πραγματικότητα.

Τι θα συνέβαινε, λοιπόν,  αν η οικονομική κρίση γινόταν μεγαλύτερη; Όταν «αναποδογυρίζει το σύμπαν» και τίποτε δεν μένει όρθιο. Όταν χάνεται ο παλιός κόσμος; Πώς λειτουργούν οι χαμένοι της κρίσης και της ζωής εγκλωβισμένοι  στο ζοφερό κλίμα του Ρευστού Κόσμου που μετατρέπεται σε θερμοκήπιο του μίσους και  της βίας; Πώς ο Φώντας, ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος, ένας χρεοκοπημένος άνθρωπος, οικογενειάρχης  και φιλήσυχος βιοτέχνης σιγά σιγά από θύμα της κρίσης μεταμορφώνεται σε θύτη απέναντι σε άλλους ηττημένους της ζωής και από τα καθαρά χέρια περνάμε στα αιματοβαμμένα; Το πώς ο Φώντας διασχίζει τη λεπτή κόκκινη γραμμή, η μετάβαση δηλαδή από τον πολιτισμό στη βαρβαρότητα, κάτι εξαιρετικά επίκαιρο που παρακολουθούμε καθημερινά να συμβαίνει σήμερα στην Ευρώπη και όλο τον κόσμο, είναι ένα από τα κύρια θέματα του μυθιστορήματος.

Αν αυτά, όμως, είναι τα αφετηριακά ερωτήματα του μυθιστορήματος, εδώ ξεκινούν τα προβλήματα του μυθιστοριογράφου. Ξεκινά η αγωνία του να χαλκεύσει στο εργαστήρι του μια ύπαρξη, να της εμφυσήσει «πραγματική» ζωή ως δημιουργός και όχι απλώς να γράψει μια βιογραφία. Να προσδώσει σε μια απάτη,  με τα τεχνάσματα και τα στρατηγήματα της αφήγησης,  μια αλήθεια που μπορεί να συγκινήσει μέσα από το ψέμα της γραφής. Αλλά τα πράγματα δεν κυλούν όπως οι ρομαντικές φαντασιώσεις του αναγνώστη για το εστί συγγραφέας. Προχωράς στα σκοτεινά. Υπάρχουν ωραίες ιδέες, αλλά αρνούνται να γίνουν το αρχικό αριστούργημα που φαντάστηκες. Παρ’ όλο που τα πλήκτρα του υπολογιστή κελαηδάνε οι σελίδες του word σωρεύονται πληθωρικά, κατεβαίνουν συνεχώς στα πρόχειρα. «Βασανίζομαι, γδέρνομαι. Το μυθιστόρημά μου δυσκολεύεται να πάρει μπρος….. Πόσο βαρύ κουπί είναι η πένα και πόσο δυνατό ρεύμα είναι η ιδέα όταν πρόκειται να τη σμιλέψεις!»[5]. Η γλώσσα  αποδεικνύεται ατίθασο άλογο που ρίχνει τον καβαλάρη του. Αρχίζει ο δύσκολος τοκετός. Ή όπως το έθετε ο στυλίστας και πατριάρχης της πρόζας η αναζήτηση της ακρίβειας, της μοναδικής σωστής λέξης –le mot juste– που αγγίζει  τα όρια του μυστικισμού.  Γράφοντας ξανά και ξανά την ίδια σκηνή. Γιατί «η γραφή αρχίζει από το ύφος»[6]. Ποιο είναι, όμως, το κατάλληλο ύφος; Και είναι ίδιο για όλα τα θέματα; Μήπως πρέπει να ξεχάσεις τον τρόπο που έγραφες; Εδώ ο Μάρκες δίνει τη δική του συμβουλή: «Σε κάθε βιβλίο προσπαθώ να ακολουθώ διαφορετικό μονοπάτι. Δεν διαλέγει κάποιος το ύφος. Μπορείς να ερευνήσεις και να ανακαλύψεις ποιο είναι το καλύτερο ύφος για ένα θέμα. Αλλά το ύφος καθορίζεται από το θέμα, από το κλίμα των καιρών»[7].

Όταν είχα φτάσει περίπου στο 20% του μυθιστορήματος «κατέβασα τα μολύβια». Η οικονομική κρίση και τα θύματά της είναι από τη φύση του  ένα θέμα πολύ δραματικό και κινδύνευα να με καταπιεί. Σταμάτησα για δυο μήνες να γράφω κι έψαξα να βρω το κατάλληλο ύφος. Θυμήθηκα τη συμβουλή του Τσέχωφ: «να γράφετε πιο ψυχρά. Όσο πιο μεγάλη συγκίνηση προκαλεί η κατάσταση, τόσο πιο ψυχρά πρέπει να γράφετε»[8]. 

 Ξετύλιξα το νήμα του Τσέχωφ στους συνεχιστές του. Στον αμερικάνικο «βρώμικο ρεαλισμό» των συγγραφέων του ’70 και του ’80 όπως ο Ρέιμοντ Κάρβερ, ο Τομπάιας Γουλφ, ο Κόρμακ Μακάρθυ. Αναζήτησα ένα ύφος το οποίο βρήκα κωδικοποιημένο σε μια φράση του Τάσου Γουδέλη για τον Κάρβερ: «μια ήρεμη επιφάνεια πάνω από ένα ταραγμένο βυθό»[9] και το ονόμασα με τον μουσικό όρο κόντρα τέμπο:  να υπάρχει, δηλαδή,  μια υπόγεια αντιπαράθεση στην αφήγηση.  Άλλα λένε τα λόγια του ήρωα, ενώ οι πράξεις του λένε το αντίθετο. Ο μινιμαλισμός αυτών των συγγραφέων, ο χαμηλόφωνος τόνος, ενορχηστρώνει φαινομενικά ασήμαντα περιστατικά. Κάτω, όμως, από την  ακύμαντη επιφάνεια των διαλόγων υπάρχει  ένας ψυχικός κόσμος από υποβρύχια ρεύματα. Δεν ανεβαίνουν στον αφρό. Εξακολουθούν να σαλεύουν στο σκοτεινό πόντο και περιγράφουν την αλήθεια των πραγμάτων. Ο Χέμινγουεϊ, στη συνέντευξή του στο Paris Review, το διατύπωσε επιγραμματικά με την «αρχή του παγόβουνου»: «Για κάθε κομμάτι που είναι εμφανές, τα υπόλοιπα επτά όγδοα είναι κάτω από το νερό. Ό,τι ξέρεις μπορείς να το απαλείψεις κι αυτό μόνο πιο στέρεο μπορεί να κάνει το παγόβουνό σου»[10].

Έκανα έναν κατάλογο και τον έβαζα στην αρχή κάθε κεφαλαίου προσπαθώντας -κατά περίπτωση και σε γενικές γραμμές- να τον προσεγγίσω:

1.     Το να γράφεις ένα μυθιστόρημα, έλεγε ο  James Joyce, είναι σαν να συνθέτεις μουσική, ενσωματώνεις μοτίβα και συγχορδίες. Η δυσκολία και   η ομορφιά είναι οι συγχορδίες, ώστε η εξέλιξη της πλοκής να προκύπτει αβίαστα, γιατί έχει προοικονομηθεί σε προηγούμενα κεφάλαια της ιστορίας με τα οποία δένουν αρμονικά.

2.     Η σμίλη για το μάρμαρο του μυθιστορήματος είναι το κρυφό στοιχείο, η ελλειπτικότητα, οι επικοινωνιακές σιωπές, τα στοιχεία που παραλείπονται ή αναδιατάσσονται. «Να αφηγείσαι σωπαίνοντας, μέσ’ από υπαινιγμούς που μετατρέπουν το μυστικό σε προσδοκία και σπρώχνουν τον αναγνώστη να επέμβει ενεργά στην ανάπτυξη της ιστορίας με εικασίες και υποθέσεις»[11].

3.     Οι διάλογοι πρέπει να είναι πάντα πλάγιοι.

4.     Γιατί το έκανε; –Δεν δίνω ποτέ το κλειδί της ερμηνείας για τη συμπεριφορά του ήρωα.

5.     Χρησιμοποιώ όπου μπορώ τη δραματική ειρωνεία.

6.   Όχι εξηγήσεις αλλά το βίωμα. Τα σχόλια σκοτώνουν τις πολλαπλές ερμηνείες. Η αφήγηση πρέπει να αφήνει ζωτικό χώρο για την αμφισημία.

7.     Η αφήγηση πρέπει να στοχεύει στην ανάδειξη του χαρακτήρα μέσα από τις πράξεις και να ακολουθεί τη  δυναμική της εξέλιξης του χαρακτήρα. Προσπαθεί να αποφεύγει την περιγραφή της ψυχικής κατάστασης των ηρώων, το τι σκέφτονται και αισθάνονται. Ωστόσο, επειδή αυτό χαμηλώνει τη θερμοκρασία και τη ζωντάνια του χαρακτήρα, επιλέγει σε κάθε κεφάλαιο την εσωτερική εστίαση σε ένα πρόσωπο. Υιοθετεί την οπτική γωνία του κρατώντας την αφηγηματική σύμβαση και προσπαθεί να αποκαλύψει τον ψυχισμό τους από τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του προσώπου και τις χειρονομίες. Να χτίσει μια εσωτερικότητα που δεν φλυαρεί, δεν απεραντολογεί, αλλά αυστηρά ελεγχόμενη. Μόνον ό,τι είναι απολύτως απαραίτητο για  την αφήγηση.

Πέρα από το ύφος, όμως, ένα κεφαλαιώδες ερώτημα με απασχολούσε από την αρχή. Είναι θεμιτό το μυθιστόρημα να ασχολείται με την κοινωνική κρίση; Και πώς αντιμετωπίζει ο μυθιστοριογράφος μια μεγάλη κρίση του καιρού του; Το ερώτημα τον τοποθετεί αργά ή γρήγορα μπροστά σε μια οφειλόμενη απάντηση. Νομίζω πώς η λογοτεχνία δεν μπορεί να στέκεται αμήχανη μπροστά σε έναν κόσμο που βυθίζεται στη βαρβαρότητα. Η κρίση ξεπέρασε πια την επικαιρότητα και τα δελτία ειδήσεων. Μας έχει ποτίσει βαθιά και αγγίζει το εσώτερο Είναι μας. Και ποιος άραγε θα μιλήσει γι’ αυτά; Θα παραχωρήσει η τέχνη την αφήγηση των σημαντικών γεγονότων της ύπαρξής μας στις τηλεοπτικές κάμερες και στις φλυαρίες του διαδικτύου;
Και το προηγούμενο μυθιστόρημά μου ήταν κυρίως κοινωνικό. Είναι μια επιλογή συνειδητή. Το μυθιστόρημα ήταν πάντα η μεγάλη τέχνη για τον στοχασμό πάνω στον άνθρωπο και την κοινωνία. Δεν μπορούμε να καταλάβουμε τον άνθρωπο έξω από τα κοινωνικά συμφραζόμενα. Πώς να αποφύγεις, όμως, τον κίνδυνο της επικαιρότητας;
Η λύση που επέλεξα ήταν η αλληγορία. Θεωρώ ότι η μεταφορά είναι η προστιθέμενη αξία του μυθιστοριογράφου σε ένα θέμα. Ο Αλμπέρ Καμύ, ένα εξαιρετικό πνεύμα, περιέγραψε τον παραλογισμό του 20ου αιώνα και της ανθρώπινης συνθήκης αλληγορικά στο μυθιστόρημα η «Πανούκλα» το 1947. Με έναν παρόμοιο τρόπο μίλησε Κόνραντ στην «Καρδιά του σκότους». Και χάρηκα που η κριτική ανέγνωσε και το δικό μου μυθιστόρημα ως αλληγορία.
Παρόλο που κατά τη διάρκεια της γραφής αγωνίζεσαι να μην παρεισφρήσει τίποτε περιττό, μετά την πρώτη γραφή ακολουθεί αναπόφευκτα η μάχη της παραγράφου: Να δαμάσεις αυτά που σε άλλους φαίνονται λεπτολογίες και παρωνυχίδες, γιατί στην πρώτη στροφή θα γκρεμίσουν τον επιπόλαιο και φιλόδοξο αναβάτη: ο χωρισμός των παραγράφων, η στίξη, ο ρυθμός. Και τότε από τις τέσσερις πράξεις της αριθμητικής με την αφαίρεση βρίσκεις το μονοπάτι που οδηγεί στην ουσία. Ο Αλέξανδρος Κοτζιάς στο «Αληθομανές Χαλκείο» επέμενε ότι τα όργανα της γραφής είναι δύο: η γραφίδα και το ψαλίδι. Θεωρούσε μάλιστα το ψαλίδι conditio sine qua non της καλλιτεχνικής ενέργειας. «Μην χρησιμοποιείς ποτέ τρεις λέξεις, εάν αυτό που έχεις να πεις λέγεται με δύο»[12], έγραφε, ενώ ο Καλβίνο στις «Έξι προτάσεις για τη επόμενη χιλιετία» -ύστερα από σαράντα χρόνια ενασχόλησης με τη μυθοπλασία- εξομολογούνταν ότι μετά από την εξερεύνηση ποικίλων δρόμων και πειραματισμών η τέχνη του συνίστατο κυρίως στο να αφαιρεί βάρος από τα διηγήματα και από το λόγο. Θα έλεγε κανείς ότι είναι μια εύκολη υπόθεση. Αλλά το δύσκολο ξεκινάει με τα κομμάτια που σου αρέσουν. “Κill your darlings”. Είναι μια φράση που αποδίδεται στον Φώκνερ. Η τέχνη της γραφής πρέπει να είναι αμείλικτη και για τα λαμπερά κοσμήματά σου που είναι ξένα με την αφηγηματική οικονομία του κειμένου.
«Τι σκυλίσιο πράγμα η πρόζα! Ποτέ δεν τελειώνει, πάντα κάτι έχει να διορθώσεις»[13]. Κάποια στιγμή αποφασίζεις να το αποχωριστείς, γιατί δεν αντέχεις άλλο από την υπερβολική δόση, για να μείνεις, όμως, με αναπάντητα ερωτήματα: τι κατάφερες; «Αν δεν είσαι κρετίνος, πεθαίνεις πάντα αβέβαιος για την αξία σου και για την αξία των έργων σου»[14]. Αν το κατάφερες ή όχι θα το κρίνει ο αναγνώστης, ο τελικός κριτής.
Εκείνο που, ωστόσο, μένει είναι η ωραία περιπέτεια της γραφής. Γιατί απέναντι στον οδοστρωτήρα της τηλεοπτικής ελαφρότητας και του life style, στο μίσος και τη χολή διαδικτύου το μυθιστόρημα, και η τέχνη γενικότερα, μπορούν να θέσουν τον κόσμο συνολικά ως ερώτημα, να βάλει σε τάξη το χάος στο οποίο ζούμε, να μας βοηθήσει να δούμε την ομορφιά της ζωής ή να μας δώσει λίγη παρηγορία για την οδύνη της ύπαρξης. Μπορεί, ακόμη, να χρησιμεύσει ως ο καθρέφτης της αλήθειας για το ψέμα της ζωής. Να μας δείξει πως μια άλλη πραγματικότητα θα μπορούσε να υπάρξει.
Και όπως λέει κάπου ο Ισίδωρος στην «Πόλη χωρίς θεούς», σε μια κοινωνία όπου όλα σε κοιμίζουν μόνον η ποίηση σε κρατάει ξυπνητό. Γιατί το μυθιστόρημα είναι το μόνο είδος, όπου σε συνθήκες ηρεμίας και μοναξιάς σε βοηθάει να στοχαστείς. Εκφράζει έναν άλλο τρόπο ευαισθησίας και κατανόησης. Αναδημιουργεί τον κόσμο με έναν πρωτότυπο τρόπο. Και αυτό είναι το στοίχημα για κάθε συγγραφέα.


[1] Αλέξανδρος Κοτζιάς: «Αληθομανές Χαλκείον», Γράμματα και τέχνες, τχ. 64-65, σ. 4

[2] Γκυστάβ Φλωμπέρ, Αλληλογραφία, Νεφέλη, 1983, σ. 199

[3] Richard Ellmann, Τζαίημς Τζόυς, Scripta, 2005 σ. 602

[4] Γκυστάβ Φλωμπέρ, Αλληλογραφία, Νεφέλη, 1983, σ. 71

[5] Γκυστάβ Φλωμπέρ, Αλληλογραφία, Νεφέλη, 1983, σ. 63

[6] Ο Ρολάν Μπαρτ από τον Ρολάν Μπαρτ, Κέδρος - Ράππα, 1983, σ. 87

[7] Συνέντευξη στον Simons Marlise,  «Gabriel Márquez on Love, Plagues and Politics» The New York Times,  21 Φεβρουαρίου 1988.

[8] Άντον Τσέχοφ, Η τέχνη της γραφής, Πατάκης, 2007, σ. 148

[9] «Ρέημοντ Κάρβερ: ένας ανανεωτής του ρεαλισμού», Αυγή, 24.04.2011

[10] Φίλιπ Γκούρεβιτς, Η τέχνη της γραφής, Τόπος, 2010, σ. 75

[11] Μάριο Βάργκας Λιόσα, Επιστολές σ’ ένα νέο συγγραφέα, Καστανιώτης 2001,  σ. 16

[12] Αλέξανδρος Κοτζιάς, ό.π., σ. 13

[13] Γκυστάβ Φλωμπέρ, Αλληλογραφία, Νεφέλη, 1983, σ. 94

[14] Γκυστάβ Φλωμπέρ, Αλληλογραφία, Νεφέλη, 1983, σ. 101

Μ.  ΚΑΡ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: