Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 26 Νοεμβρίου 2012

«Η γενιά μου νικήθηκε από τη ζωή»

Της  Μαρίας Στασινοπούλου, περιοδικό Εντευκτήριο, τχ.97 , Μάιος -Ιούλιος  2012

          Mετά την εντυπωσιακή είσοδό του στη λογοτεχνία, με τη συλλογή διηγημάτων Ο καθρέφτης και το πρίσμα, που ερέθισε το ενδιαφέρον της κριτικής και απέσπασε υψηλής θερμοκρασίας θετικές κρίσεις, ο Μάκης Καραγιάννης δίνει το πρώτο του μυθιστόρημα με τον οικείο τίτλο Το όνειρο του Οδυσσέα, ευθεία αναφορά στον ομηρικό ήρωα, σύμβολο της περιπλάνησης και του νόστου. Πίσω από το όνειρο βρίσκεται η επιθυμία, πίσω από την επιθυμία η λαχτάρα και, σκοπός και των δύο, η επιστροφή στην πατρίδα, σε κάποια πατρίδα. Τι είναι πατρίδα όμως; Ο τόπος που γεννηθήκαμε; Ο τόπος που μεγαλώσαμε; Αυτός στον οποίο έτυχε να ζούμε; Αυτός που μας κληροδότησαν οι πρόγονοι ή αυτός που διαμορφώσαμε εμείς; Μήπως είναι οι άνθρωποι με τους οποίους συμβιώσαμε και μας συνδέουν αισθήματα αμοιβαίας αγάπης; «Συνυπάρχουν όλα σε ομόκεντρους κύκλους, έτσι που στο τέλος δεν ξέρεις τι είναι πατρίδα. Οι πέτρες ή τα αισθήματα; […] Μήπως πατρίδα είναι ό,τι αγαπάμε;» αναρωτιέται ο αφηγητής του Καραγιάννη Οδυσσέας Πανταζής (και η επιλογή του επωνύμου δεν είναι τυχαία, αν διαβαστεί ως δύο λέξεις: πάντα-ζεις, που με τη σειρά του παραπέμπει στο «Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει)∙ για να καταλήξει, με την αποδεικτική δύναμη του παραδείγματος, ότι πατρίδα στην περίπτωση του μεγάλου μαθηματικού  Κωνσταντίνου Καραθεοδωρή ήταν η κοινή πατρίδα του Γκαλουά, του Νεύτωνα και του Πυθαγόρα, η επιστήμη τους, δηλαδή τα μαθηματικά∙ μία άλλη εκδοχή αυτή.
          Ο ίδιος ο καημός της πατρίδας, που τον μάθαμε χρόνια τώρα ως «καημό της ρωμιοσύνης», είναι ο πυρήνας της αφήγησης και της πλοκής του μυθιστορήματος. Ο αφηγητής Οδυσσέας Πανταζής,  (μαθηματικός, με ανοιχτή επί τριακονταετία διατριβή για τον Κωνσταντίνο Καραθεοδωρή∙ απλός ρεπόρτερ επαγγελματικά που αλλάζει εργοδότες, γιατί δεν θέλει να κρατάει το στόμα του κλειστό∙ που αγαπάει από παιδί το τσέλο και τη λογοτεχνία και ήθελε να γίνει συγγραφέας∙ εμφανής σε αρκετά χαρακτηριστικά περσόνα του Καραγιάννη) ερευνά τις συνθήκες δολοφονίας του φίλου από τα φοιτητικά χρόνια Στέφανου Δενδρινού.
          Το όνομα του Οδυσσέα, που μπαίνει και στον τίτλο, ο συγγραφέας το χρησιμοποιεί με ειρωνική χροιά, παραπέμποντας στον μύθο του ομηρικού ήρωα, για να περιγράψει την υποβάθμιση της ζωής και να αντιπαραθέσει στο ηρωϊκό παρελθόν ένα εξαθλιωμένο παρόν, όπου όλα είναι βρώμικα και εξευτελιστικά (συνήθης τακτική των συμβολιστών αυτή).
          Ο Πανταζής, επιχειρώντας να εξιχνιάσει τη ζωή και τις συνθήκες θανάτου τού Δενδρινού, γράφει ―ηθελημένα ή αθέλητα― την πορεία της γενιάς τους, λίγο πριν-λίγο μετά, (Πολυτεχνείο, Μεταπολίτευση, οικονομικό πανηγύρι, Πασόκ, Ν.Δ., χρέος, χάος, καταστροφή). Ξεκινά το 1999 αλλά διατρέχει με φλας μπακ το μεγαλύτερο μέρος του 20ού αιώνα. Τον καίει η αλήθεια. Ερευνώντας και συγκεντρώνοντας υλικό, καταλήγει στο να γράφει τη βιογραφία του Δενδρινού, ιχνηλατώντας στην πραγματικότητα τη δική του ζωή.
 Χρονικά αναφέρεται στη γενιά της Μεταπολίτευσης, τη γενιά του Πολυτεχνείου και μετά. Καθόσον όμως ερευνά τις συνθήκες ζωής του Στέφανου Δενδρινού για να αναζητήσει τον δολοφόνο, ο Πανταζής βρίσκει, ανασκαλεύοντας το παρελθόν, αιτίες και κίνητρα στο οικογενειακό περιβάλλον του Δενδρινού, από τη μια, και του υπ’αριθμόν ένα υπόπτου, συναδέλφου στο Πανεπιστήμιο, Περικλή Σκαρλάτου, από την άλλη, με τον οποίο τον συνδέουν διάφορες συναισθηματικές εμπλοκές από παλιά μέχρι και πρόσφατα. Έτσι, ο αφηγητής δημοσιογράφος αναγκάζεται να αναφερθεί σε παλαιότερα συμβάντα της Θεσσαλονίκης όπως ο Μάης του ’36 και οι μεγάλες απεργίες των καπνεργατών αλλά και η Κατοχή και ο Εμφύλιος και η Χούντα, ακόμη και η εβραϊκή κοινότητα της πόλης. Ανοίγεται όμως με αυτόν τον τρόπο πολύ το χρονικό άνυσμα, που εκ των πραγμάτων καλύπτεται ελλειπτικά και επιλεκτικά. Στην προσπάθειά του εξάλλου ο Καραγιάννης να συνδυάσει στοιχεία από το κοινωνικό-πολιτικό (και συνακόλουθα ιστορικό) μυθιστόρημα, το novel campus, τη βιογραφία, την αστυνομική πλοκή, αδυνατίζει κάπως το νήμα της συνοχής μέσα στην τόση ποικιλία των ειδών και το χρονικό εύρος του ορίζοντα της αφήγησης.

Τετάρτη 13 Ιουνίου 2012

Το όνειρο του Οδυσσέα, αποτελεί ένα σπουδαίο μυθιστόρημα.

 Του Γιώργου Αράγη, Περιοδικό Πλανόδιο, τχ. 52, Ιούνης 2012
Τό ὄνειρο τοῦ Ὁδυσσέα εἶναι τό δεύτερο πεζογραφικό βιβλίο τοῦ Μάκη Καραγιάννη. Προηγήθηκε ὁ τόμος Ὁ καθρέφτης καί τό πρίσμα, μέ ἐξαιρετικά διηγήματα, τό 2007. Τώρα κάνει τό πρῶτο του βῆμα στή μυθιστορηματική ἀφήγηση, μ᾿ ἕνα μυθιστόρημα 332 σελίδων.

Το όνειρο του Οδυσσέα
έχει μακρινό πρότυπό του
την "Αισθηματική Αγωγή"
 του Φλωμπέρ
Τό βιβλίο χωρίζεται σέ τρία μέρη: «Τό βελούδινο χέρι», «Ἡ Ἐγκυκλοπαίδεια τῶν νεκρῶν», «Ὁ φθόνος τῶν θεῶν». Κεντρικό μυθιστορηματικό πρόσωπο τοῦ ἔργου εἶναι ὁ Στέφανος Δενδρινός, τόν ὁποῖο  βιογραφεῖ ὁ φίλος του ἀπό τά φοιτητικά χρόνια Ὀδυσσέας Πανταζῆς, μαθηματικός πού ἔχει ἐπιδοθεῖ στή δημοσιογραφία. Ὁ Στέφανος Δενδρινός, καθηγητής Κοινωνικῆς Ἱστορίας καί Φιλοσοφίας στή Φιλοσοφική Σχολή τῆς Θεσσαλονίκης, ὁ ὁποῖος ἔχει παραιτηθεῖ προτοῦ νά συμπληρώσει τή θητεία του, βρέθηκε νεκρός στό διαμέρισμά του μέ πολλές μαχαιριές στό σῶμα του. Ὁ φίλος του Ὀδυσσέας θέλοντας νά ἐξιχνιάσει αὐτό τό ἔγκλημα, μᾶς ἐξιστορεῖ ὅσα γνωρίζει γιά τή σταδιοδρομία τοῦ Δενδρινοῦ καί ὅσα προέκυψαν ἀπό τήν ἐπίμονη ἔρευνά του. Οὐσιαστικά πρόκειται γιά τήν θυελώδη πανεπιστημιακή ἄνοδο καί πτώση τοῦ καθηγητῆ Δενδρινοῦ.

Γεννήθηκε σέ μιά φτωχογειτονιά τῆς Σταυρούπολης, στίς παρυφές τῆς Θεσσαλονίκης. Ὁ πατέρας του ἦταν ἀριστερός καί συχνά ἔλειπε στίς ἐξορίες. Ἡ μάνα συντηροῦσε ἕνα μικρομπακάλικο. Συμβολικά ἡ βιογραφία τοῦ Στέφανου Δενδρινοῦ συνδέεται μέ τά τέσσερα σπίτια πού κατοίκησε (φτωχικό πατρικό στή Σταυρούπολη, τριάρι διαμέρισμα στήν Τούμπα, πολυτελής βίλα στό Πανόραμα, τριάρι στήν Πλατεία Ναυαρίνου) καί τίς τέσσερεις γυναῖκες  μέ τίς ὁποῖες συνδέθηκε μαζί τους (Ἰουλία, Μερόπη, Ἄννα, Τζούλια). Ἀπό τίς γυμνασιακές ἀσχολίες τοῦ συρμοῦ τόν ἔβγαλε ἡ διαβασμένη Ἰουλία.  Παρακινημένος ἀπό τίς ἰδέες της, ἰδίως ὅμως ἀπό ἐκεῖνες τοῦ ἀδερφοῦ της πού φοιτοῦσε στό δεύτερο ἔτος τῆς Νομικῆς, μετέχει στήν ἀντίσταση κατά τῆς Χούντας μέ συνέπεια νά καταλήξει στό Γεντί Κουλέ, ὅπου βασανίστηκε.

Παρασκευή 23 Μαρτίου 2012

Ένα ολοκληρωμένο και σημαντικό μυθιστόρημα


Tου Χρίστου Παπαγεωργίου, Οδός Πανός, τχ. 155, Ιανουάριος - Απρίλιος 2012
Ο πεζογράφος Μάκης Καραγιάννης, σχετικά νέος στη λογοτεχνία, παρουσιάζει το πρώτο του μυθιστόρημα (μετά από μια συλλογή διηγημάτων) επιχειρώντας να αποδομήσει ολόκληρο το μεταπολιτευτικό σκηνικό, τόσο σε πολιτικοκοινωνικό πεδίο, όσο και στο χώρο του Πανεπιστημίου. Το έργο, που στο βάθος του φθάνει  στα γεγονότα του ’36 στη Θεσσαλονίκη, ενώ ορίζεται ως περίπου το 2000, λαμβάνει ποικίλους χαρακτηρισμούς, μέχρι και αστυνομικό, καθώς έχουμε έναν φόνο, του αντιπρύτανη Στέφανου Δενδρινού, τον οποίο επιχειρεί να διαλευκάνει ο φίλος του δημοσιογράφος Οδυσσέας Πανταζής, όπως αποδεικνύεται με επιτυχία. Πανεπιστημιακοί δάσκαλοι λοιπόν, δημοσιογράφοι, ιερωμένοι, πόρνες, κανάλια, πολιτικοί, προαγωγοί, καταχραστές, αγωνιστές της Δημοκρατίας και Εβραίοι θύματα του ναζισμού, παρελαύνουν στις σελίδες του βιβλίου, κάνοντας μια επίμονη και επισταμένη εμφάνιση τόσο στο πολιτικό σύστημα, όσο και στις οικονομικές ατασθαλίες, στις οποίες υπέπεσαν κάποιοι πρωταγωνιστές. Έτσι, ώστε, το ενδιαφέρον που προκαλείται, να ξεπερνά τα όρια μιας απλής απόλαυσης και να πλησιάζει σε δέσμες απόλυτου προβληματισμού. Ο Καραγιάννης, πλην ορισμένων υποκεφαλαίων, τα οποία λειτουργούν «συνοδευτικά» θα έλεγα, στο μεγάλο θεματολογικό εύρος, αδυνατίζοντας το σφρίγος της αφήγησης, καταφέρνει να δημιουργήσει ένα status πεζογραφικό, το οποίο δεν κινείται μονομερώς, απλά επεκτείνεται στο χρόνο και υποθηκεύοντας ιστορικά τον μύθο, δρομολογεί μιαν εξέλιξη –γνωστή μεν – αλλά πρόθυμη να αποκαλύψει οικονομικές ρεμούλες, που έφεραν χρήμα σε πολλούς, παράλληλα με σπίτια, πισίνες, εξοχικά και αυτοκίνητα μεγάλου κυβισμού.
Ας δούμε επιγραμματικά το μύθο του έργου: Ο Στέφανος Δενδρινός, αγωνιστής κατά της Χούντας, όντας φοιτητής, ανεβαίνει όλα τα σκαλοπάτια της Πανεπιστημιακής ιεραρχίας  και γίνεται αντιπρύτανης. Κάποια στιγμή έρχεται αντιμέτωπος με την εξαργύρωση των αγώνων του και καταχράται το χρήμα που θα πήγαινε στην έρευνα. Έτσι  βρίσκεται με πολλά υλικά αγαθά στην κατοχή του. Αφού εγκαταλείπεται από τη γυναίκα του, ο εισαγγελέας τον στέλνει για λίγο στη φυλακή, ενώ περνά φάση αυτοκριτικής, γνωρίζεται με μια πόρνη, με την οποία κάνει δεσμό. Λίγο αργότερα δολοφονείται. Από κει και πέρα αναλαμβάνει την υπόθεση, παράλληλα με τη δικαιοσύνη, ο φίλος του δημοσιογράφος Οδυσσέας Πανταζής, ο οποίος αφού έρχεται σε επαφή με πολλά πρόσωπα, τελικά φτάνει στην άκρη και τον δολοφόνο, τον οποίο δεν είναι σκόπιμο να αποκαλύψουμε χάριν του σασπένς της αστυνομικής πλοκής που έχει παράλληλα το έργο. Στη χαρακτηριστική γενναιότητα της διαδικασίας ανεύρεσης του ύποπτου, ο Πανταζής συνδέει τον πατέρα του Δενδρινού με τον πατέρα του εχθρού του, επίσης πανεπιστημιακού, από το ’36 έως την πτώση των Ναζί. Επίσης δίνει χώρο σε θρησκευτικό επεισόδιο στη διαμάχη Δύσης  και Ανατολής. Τέλος ανακαλύπτει επιζώντα Εβραίο αξιωματούχο, οποίος τον βοηθά στην προσπάθειά του, δίνοντας του πολύτιμες πληροφορίες. Το τέλος είναι λυτρωτικό για τον αφηγητή, καθώς μπόρεσε να βρει τον εκτελεστή, ο οποίος έπραξε ότι έπραξε από εντελώς διαφορετική γωνία, απ’ την οποία μας είχε προϊδεάσει η μέχρι τότε έρευνά του.
Το μυθιστόρημά «Το όνειρο του Οδυσσέα», πέραν όποιων αντιρρήσεων δομικής σκοπιάς, είναι ολοκληρωμένο, σημαντικό, πολυσχιδές και έμπλεο ιδεών, γεγονότων, ιστορικών προσώπων και γνώσεων, μετά το ψάξιμο που προηγήθηκε. Είναι γραμμένο σε γνήσια ελληνικά, παρουσιάζει μιαν ατμόσφαιρα έντονα ζωγραφισμένη με αίμα, το ύφος προϋποθέτει, ενώ όσον αφορά την εκφορά όλα κυλούν ομαλότατα και συναισθηματικά. Από αισθητικής πλευράς δε, όχι μόνον δεν προκαλεί δυσθυμία αλλά το αντίθετο, υπερασπίζει τα θετικά και διαλύει τα αρνητικά, ούτως ώστε να μην περάσει στην ιστορία της λογοτεχνίας ως έργο που κινείται μόνον στη δίνη, μόνο στο ψυχολογικό πάθος αλλά και στη δημιουργική προσφορά. 

Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2012

…γιατί η τέχνη προηγείται ένα βήμα της πολιτικής

…Θεσσαλονίκη η μεγάλη φτωχομάνα
…Το κυκλοφόρησε σε νέα έκδοση από τις Εκδόσεις Διόπτρα και περιλαμβάνει και το ομώνυμο κινηματογραφικό έργο του Κώστα Γαβρά. Έτυχε να το δω λίγο πριν από τις αποκαλύψεις για τη «μαφία» της Θεσσαλονίκης κι έτσι δεν έπεσα έκπληκτος από κανένα σύννεφο. Η μαφία των τοκογλύφων τού σήμερα μου φάνηκε ως η φυσική συνέχεια των παρακρατικών που δολοφόνησαν τον Λαμπράκη. Τα ίδια δίκτυα συνεχίζουν να κυριαρχούν στη ζωή της συμπρωτεύουσας από τότε. Κι αν το ψάξετε πιο βαθιά, θα φτάσετε στα χρόνια της Κατοχής, στους δωσιλόγους, τους ανθρώπους που καταβρόχθισαν τις περιουσίες των Εβραίων της Θεσσαλονίκης. Δίπλα στην αγαπημένη πόλη των ποιητών, άνθισε μια άρχουσα τάξη που θυμίζει χώρα τριτοκοσμική….
Και να δείτε που θα αποδειχθεί ακόμη πιο επίκαιρο, όταν όλοι αυτοί που συνελήφθησαν με τυμπανοκρουσίες θα αφεθούν ελεύθεροι ή θα «τιμωρηθούν» με ποινές-χάδια…

…και γιατί η τέχνη προηγείται ένα βήμα της πολιτικής
…Γιατί αν είχατε διαβάσει το μυθιστόρημα του Μάκη Καραγιάννη Το όνειρο του Οδυσσέα ή το Απόψε δεν έχουμε φίλους της Σοφίας Νικολαΐδου, θα είχατε ήδη πάρει μια καλή γεύση για τα κυκλώματα που διοικούν τη Θεσσαλονίκη και λυμαίνονται κρατικά και ευρωπαϊκά κονδύλια, συχνά στο όνομα του «πολιτισμού». Θα ξέρατε από πρώτο χέρι πως η «νύχτα», η «πολιτική», η «Εκκλησία», τα Μέσα Ενημέρωσης και οι πανεπιστημιακοί δένονται σε ένα όμορφο κουβάρι που τους εξασφαλίζει πλούσια ζωή. Είναι οι ίδιοι άνθρωποι που κρίνοντας εξ ιδίων τα αλλότρια θεωρούν πως μαζί τα φάγαμε. Θα είχε ενδιαφέρον να συγκρίνουμε τους τραπεζικούς μας λογαριασμούς (πριν φυγαδεύσουν τα κεφάλαιά τους σε μέρη εξωτικά).



Πολιτισμός & βαρβαρότητα τ.100, http://www.edromos.gr

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2012

H Eλλάδα της παρακμής, μια χώρα που έχασε την αλήθεια της

Του Τάσου Καλούτσα, Παρέμβαση τχ.159-160

ΜΑΚΗ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ, Το όνειρο του Οδυσσέα,
 εκδόσεις Μεταίχμιο, σελ. 336
Καταρχάς  θα ήθελα να σταθώ σε δυο από τους βασικούς πρωταγωνιστές με τους οποίους το πολυπρόσωπο μυθιστόρημα του Μ. Καραγιάννη ανοίγει την αυλαία του. Ο πρώτος, ο Στέφανος Δενδρινός, γεννημένος στη Σταυρούπολη, από φτωχή οικογένεια –ο πατέρας του κατατρεγμένος αριστερός – από το ’70 φοιτητής της Φιλοσοφικής, με ιδιοσυγκρασία ρομαντικού επαναστάτη που ονειρεύεται ένα καλύτερο μέλλον, συλλαμβάνεται το ’73 από τη Χούντα, δοκιμάζοντας τον φάλαγγα και άλλα μαρτύρια στο κορμί του. Το 1999, συμπληρώνοντας ήδη δύο δεκαετίες στο πόστο του καθηγητή Κοινωνικής Ιστορίας είναι αντιπρύτανης και βρίσκεται α-ντιμέτωπος με βαριές κατηγορίες υπεξαίρεσης κονδυλίων, κατάχρησης κτλ. Σε λίγο δολοφονείται. Ο άλλος, ο Οδυσσέας Πανταζής, δημοσιογράφος και φίλος από τα φοιτητικά τους χρόνια, συγκλονισμένος, αποφασίζει να γράψει τη βιογραφία του, ανασυνθέτοντας τα μικρά περιστατικά του βίου του –μια διαδικασία που τον καθιστά αυτόματα ενδοδιηγητικό αφηγητή, που αγωνιά όμως μέχρι τέλους μήπως, ενώ πρόθεσή του είναι ν’ ανακαλύψει την αλήθεια, οδηγηθεί τελικά και αναπότρεπτα στην παραχάραξή της. Οι δύο αυτοί κεντρικοί ήρωες πλαισιώνονται από ένα πλήθος προσώπων, γυναίκες (όπως η δεύτερη σύζυγος του Στέφανου Άννα, η φίλη του Οδυσσέα και συνεργάτις του στις έρευνες Μιράντα, η Τζούλια Μακοβέι, μια αινιγματική καλλονή από τη Μολδαβία, σε ρόλο «κλειδί»), αλλά και άντρες, μερικοί από τους οποίους υπήρξαν πρωταγωνιστές σημαντικών ιστορικών γεγονότων αυτής της πόλης, καθώς η αφήγηση αναπλωρίζει στον χρόνο ως τις αρχές περίπου του περασμένου αιώνα.
Σ’ ένα πρώτο επίπεδο ανάγνωσης, ο συγγραφέας διερευνά σε βάθος την ψυ-χολογία των ηρώων του. Γνωρίζοντας την άβυσσο της ανθρώπινης ψυχής, αποφεύγει μια προσέγγιση που θα ήταν μονοδιάστατη κι επιφανειακή. Δημιουργεί ζωντανά πλάσματα, δεν κινεί άψυχες μαριονέτες στα χέρια του. Για παράδειγμα, ο Στέφανος, που διέπραξε το λάθος που επισύρει τον φθόνο των θεών (προς το τέλος θα διευκρι-νιστεί ποιο είναι αυτό) και πληρώνει το τίμημα, δεν θα αθωωθεί ποτέ στις συνειδήσεις των άλλων, ούτε στη δική του. Τον βασανίζουν οι ενοχές, η κατάθλιψη, η μοναξιά που συνεπάγεται η ερωτική προδοσία, ο εξοβελισμός του από την επιστημονική κοινότητα. Ωστόσο ο συγγραφέας που συμπαθεί (και συμπάσχει με) τους ήρωές του, τον σπρώχνει ξανά, σαν κύμα, στο ρεύμα της ζωής, να ξαναβρεί το ρυθμό τού κόσμου, γνωρίζοντας εκ νέου τον έρωτα στο πρόσωπο της απεγνωσμένης Τζούλιας. Μαζί θα επιχειρήσουν την προσωπική τους «υπέρβαση», να γίνουν δηλαδή κάτι άλλο απ’ αυτό που ήταν και που τώρα σιχαίνονταν: «Απαλλαγμένοι απ’ το παρελθόν που τους καταδίωκε…» να επιχειρήσουν μερικά βέβαια βήματα προς την ελευθερία. Μπορεί να είναι φρεναπάτη, αλλά τους δίδεται η ευκαιρία. 
Ο συγγραφέας αναδεικνύει τέτοιες στιγμές σημαντικές για την υπόσταση των ηρώων, επισημαίνο-ντας την κρισιμότητα και τη σημασία τους στην εξέλιξη της υπόθεσης. Τις ονομάζει Μεγάλα ή Φοβερά Βήματα που δίνουν ένα ξεχωριστό νόημα στη ζωή τους. Τέτοιο νόημα περιέχεται και στη χειρονομία του νεαρού Στέφανου, όταν με κίνδυνο να συλληφθεί από τη Χούντα γράφει συνθήματα στους τοίχους, καθώς, προσχωρώντας με την πράξη του σ’ ένα μεγάλο «εμείς», γίνεται μέλος «μιας μυστικής κοινότητας μ’ έναν ευγενικό σκοπό» (σ. 22). Την ευκαιρία της λυτρωτικής «υπέρβασης» την δικαιούνται τόσο οι θετικοί όσο και οι «αρνητικοί» ήρωες. Ο συντηρητικός ιερέας Δαπόντες, σφοδρός πολέμιος του τρόπου της δυτικής αγιογραφίας, που βρίσκεται σε διαμάχη με το Στέφανο, επιχειρεί (με το κρυφό ταλέντο του, ως αγιογράφος) να κάνει το δικό του «φοβερό βήμα» που πιστεύει ότι «θα μείνει στην ιστορία»: Να αποδώσει σε μια αγιογραφία, που εικονίζει την Παναγία, τα θλιμμένα χαρακτηριστικά της παραστρατημένης Τζούλιας, που του χρησίμευε ως μοντέλο. Προηγουμένως της είχε ομολογήσει: «Ποτέ δεν έπαψα να είμαι άνθρωπος. Ένας αμαρτωλός που παλεύει κάθε μέρα με το βασίλειο του πειρασμού» (σ. 291).

Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2011

Το κοινό μας λάθος


Του Ορέστη Καλογήρου, Books' Journal, τχ. 14, Δεκέμβριος 2011
Τι γυρεύει ένας φυσικός όπως εγώ στα χωράφια της λογοτεχνίας; Η απάντηση δεν είναι ότι νομιμοποιούμαι να έχω γνώμη για το μυθιστόρημα ως ομόλογος του κεντρικού ήρωα (αφού το μυθιστόρημα πραγματεύεται την άνοδο και την πτώση ενός πανεπιστημιακού), ούτε ως συγγενής επιστημονικά με τον συγγραφέα του, που είναι μαθηματικός. Η απάντηση βρίσκεται στις αδιόρατες κλωστές με τις οποίες συνδεθήκαμε με τον Μάκη Καραγιάννη πριν από σχεδόν σαράντα χρόνια. Περίπου συνομήλικοι, είμαστε και οι δυο παιδιά της μεταπολίτευσης. Με την κυριολεκτική έννοια «παιδιά». Ήμασταν μικροί για να «μπούμε» το 1973 στο Πολυτεχνείο, αλλά ζήσαμε «από μέσα» τα χρόνια της πρώιμης μεταπολίτευσης. Τα πρώτα μας είδωλα ήταν οι «ήρωες» του Πολυτεχνείου (ένας από αυτούς ήταν και ο Στέφανος Δενδρινός, ο ήρωας του βιβλίου). Τους μιμηθήκαμε σε όλα, στα βιβλία που διαβάζαμε, στα τραγούδια που ακούγαμε, στον κινηματογράφο που βλέπαμε, στα ρούχα που φορούσαμε, μα πάνω απ’ όλα στην πολιτική ένταξη στην Αριστερά. Στα μαθητικά και φοιτητικά μας χρόνια αναπνέαμε με απληστία την πολιτικοποίηση, τη στράτευση, την επανάσταση. Όχι όλοι και όλες με τον ίδιο τρόπο. Κι εδώ βρίσκεται η δεύτερη αδιόρατη κλωστή.

Περίπου το 1980 συναντηθήκαμε με τον Μάκη Καραγιάννη στην οργάνωση ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος, την οργάνωση νεολαίας του ΚΚΕ εσωτερικού της Φυσικομαθηματικής Σχολής. Ζήσαμε μαζί ένα κομμάτι της εποποιίας της ανανεωτικής Αριστεράς και, θαρρώ, αυτό μας σημάδεψε και τους δυο. Ύστερα χαθήκαμε, τραβήξαμε τους δρόμους μας. Συναντηθήκαμε ξανά πριν από κάνα χρόνο, οδηγημένοι από την ίδια ασφυκτική ανάγκη. Την ανασύσταση του χώρου της ανανεωτικής Αριστεράς. Από τις πρώτες κουβέντες, από τα πρώτα γραπτά που ανταλλάξαμε, διαπιστώσαμε ότι εκείνο το αδιόρατο νήμα κρατούσε καλά. Η ανάγνωση της ελληνικής πραγματικότητας, τα ερωτήματα (γιατί φτάσαμε ως εδώ; τι μπορούμε να κάνουμε σήμερα;), όλα περίπου ίδια. Ένα ακόμη αδιόρατο νήμα που μας ένωνε η λογοτεχνία. Με τον υπογράφοντα ως ανάξιο εραστή και τον συγγραφέα ως άξιο υπηρέτη της. Όλα αυτά εξηγούν τις προθέσεις αυτού του κειμένου, που το έγραψα με μεγάλη χαρά, αλλά κυρίως εξηγούν πολλές από τις προκείμενες του βιβλίου.