Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 9.γ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ ΔΙΚΕΣ ΜΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 9.γ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ ΔΙΚΕΣ ΜΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2018

Η ατέρμονη αναζήτηση της «αλήθειας» στα μαθηματικά, στη λογοτεχνία, στη ζωή

Ο μαθηματικός και πεζογράφος Μάκης Καραγιάννης μιλά στην «Α»
Συνέντευξη στο Νίκο Σγουρό

Τη δυνατότητα να «περιπλανηθούν» στην διαδικασία «αναζήτησης της αλήθειας μέσα από τα Μαθηματικά και τη Λογοτεχνία» θα έχουν την προσεχή Κυριακή όσοι βρεθούν στην εκδήλωση που διοργανώνει στο «Ρεξ» στις 11 το πρωί το παράρτημα Λασιθίου της Ελληνικής Μαθηματικής Εταιρείας, στο πλαίσιο ανακήρυξης του έτους 2018 ως «Έτος Μαθηματικών». Στην ίδια εκδήλωση θα βραβευθούν οι μαθητές του Νομού, που διακρίθηκαν με τις επιδόσεις τους στους Μαθηματικούς διαγωνισμούς την περυσινή σχολική χρονιά.

Ο μαθηματικός, πεζογράφος και κριτικός Μάκης Καραγιάννης θα προσπαθήσει μέσα από την ομιλία του και συνδυάζοντας τη διττή του ιδιότητα να εξηγήσει την αέναη αυτή αναζήτηση των «γιατί» και «πώς» - και να προσδιορίσει το ψάξιμο της αλήθειας στην πραγματική ζωή, στη λογοτεχνία, στα μαθηματικά.

Παράλληλα, ομάδες μαθητών από σχολεία του Αγίου Νικολάου, της Νεάπολης και της Κριτσάς θα βρεθούν με πρωτοβουλία της Πολιτιστικής Ομάδας Καθηγητών Αγίου Νικολάου  το πρωί της Δευτέρας στο «Ρεξ» και θα έχουν την ευκαιρία να μιλήσουν για το ίδιο θέμα με τον κ. Καραγιάννη.

Λίγο πριν μιλήσει στους μαθητές και σε όσους δώσουν το «παρών» στις εκδηλώσεις, ο μαθηματικός, πεζογράφος και κριτικός, με εμπειρία στα μαθηματικά ως καθηγητής στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και με πλήθος δημοσιεύσεων, λογοτεχνικών κριτικών, αλλά και εκδόσεων δικών του μυθιστορημάτων και δοκιμίων, μιλά στην ΑΝΑΤΟΛΗ. Κάνοντας μια πρώτη προσέγγιση αυτής της «αλήθειας» αναφερόμενος στην αλληλοσυμπόρευση μαθηματικών - λογοτεχνίας. Και αναζητώντας τελικά το πόσο δύσκολο ή εύκολο είναι σήμερα για ένα παιδί να αγαπήσει τα μαθηματικά (και τη λογοτεχνία) σε μια χώρα, που, όπως λέει, δεν ευνοεί την πρόοδο και την αναγνώριση των ίδιων των δικών της επιστημόνων.

Τα θεωρήματα και τα ερωτήματα
ΑΝΑΤΟΛΗ: Πώς ακριβώς προσδιορίζετε την «αλήθεια» που αναζητείτε μέσα από τα μαθηματικά και τη λογοτεχνία;
Μάκης Καραγιάννης: Όπως θα πω και στην ομιλία μου, είναι αυτή η περιπέτεια αναζήτησης της αλήθειας η οποία έχει ξεκινήσει από τα μαθηματικά. Μέχρι τον 6o  αιώνα και την εποχή του Θαλή τα μαθηματικά είχαν μια χρηστική λειτουργία. Ο Θαλής είναι αυτός που εισήγαγε την απόδειξη στα μαθηματικά αποδεικνύοντας τα πρώτα θεωρήματα. Ταυτόχρονα, την ίδια εποχή στα παράλια της Μ. Ασίας μπαίνουν οι βάσεις της ορθολογικής σκέψης. Αναπτύσσεται δηλαδή η φιλοσοφία, η επιστήμη, η πόλις, η ιδιότητα του πολίτη και έχουμε κάτι πολύ σημαντικό: το πέρασμα από τον Μύθο που μέχρι τότε υπήρχε, στο Λόγο. Αυτή είναι και η απαρχή της αλήθειας της επιστήμης και είναι ένα μεγάλο βήμα για την ανθρωπότητα. Και πρώτα απ’ όλα οφείλεται στα μαθηματικά, στους πρώτους μαθηματικούς, στον Θαλή και αργότερα στον Ευκλείδη που κωδικοποίησε αυτή την αλήθεια  μέσα από τη γεωμετρία και έγινε αργότερα το υπόδειγμα για κάθε επιστήμη.
Α: Με βάση τη δική σας σχετική εμπειρία, η αλήθεια στην επιστήμη και στη ζωή πώς ορίζεται, πού και σε τί εμπεριέχεται;
Μ.Κ.: Ενώ για την αλήθεια στα μαθηματικά και αργότερα στην επιστήμη δεν υπάρχει ιδιαίτερη ερμηνεία, αφού υπάρχουν τα εργαλεία και ο θετικός λόγος που την αποδεικνύουν, η τραγωδία είναι η αλήθεια στην πραγματική ζωή που είναι υποκειμενική. Ο καθένας έχει τη δική του αλήθεια. Εάν δείτε ένα πρωί ή ένα βράδυ τηλεόραση, θα διαπιστώσετε πόσοι άνθρωποι σε ένα πάνελ είναι έτοιμοι να «κατασπαράξουν» το διπλανό τους βέβαιοι για τη δική τους αλήθεια. Μέχρι την εποχή του Διαφωτισμού τα μαθηματικά, η φιλοσοφία, η ποίηση πορεύονταν μαζί, αργότερα άρχισε αυτή η άγρια εξειδίκευση.
Και νομίζω πως η λογοτεχνία μας προσφέρει ακριβώς αυτό: μπορεί να θέσει τον συνολικά τον κόσμο ως ερώτημα. Μπορεί να ψάξει και να βάλει την αλήθεια του ενός, δίπλα στην αλήθεια του άλλου. Είναι δύσκολο γιατί η αλήθεια στη λογοτεχνία είναι υποκειμενική, αλλά δυστυχώς για τα μεγάλα ερωτήματα για τον έρωτα, το θάνατο, τις ανθρώπινες σχέσεις, τον πόνο και την περιπέτεια των αισθημάτων, δεν θα βρούμε απαντήσεις σε ένα επιστημονικό εγχειρίδιο. Το μεγάλο μάθημα για το πώς θα ζει κανείς ευτυχισμένος δεν διδάσκεται σε κανένα σχολείο. Η λογοτεχνία αναζητά την αλήθεια στην πραγματική ζωή. Αντικείμενό της είναι ο άνθρωπος σαν ένα πλάσμα που σκέφτεται και αισθάνεται, ότι καθένας είναι διαφορετικός. Έχει όμως τη γοητεία της γιατί μπορεί ακριβώς να βάλει μια τάξη στο χάος που ζούμε, να μας βοηθήσει να δούμε την ομορφιά της ζωής, να μας δώσει μια παρηγοριά. Και γι’ αυτό παρ’ όλη την υποκειμενικότητά της, έχει μια ουσιαστική λειτουργία σήμερα.
Α: Θεωρείτε πως μαθηματικά και λογοτεχνία υπάρχουν στιγμές και καταστάσεις στη ζωή που αλληλοπορεύνται και είναι αλληλένδετα;
Μ.Κ.: Για τον πολύ κόσμο τα μαθηματικά π.χ. είναι ένας μύθος και οι μαθητές τα αντιμετωπίζουν με φόβο. Αλλά για μένα που ασχολούμαι  και με τα δύο είναι κάτι το γοητευτικό, γιατί και τα δύο συνδυάζουν την αναζήτηση της αλήθειας - και υπάρχουν πολλά παραδείγματα λογοτεχνών που ήταν ταυτόχρονα μαθηματικοί ή λογοτεχνών που ήταν μαθηματικοί - ο Έκτορας Κακναβάτος, ο Μανόλης Ξεξάκης, ο Νίκος Μπακόλας, ο Απόστολος Δοξιάδης. Όπως είχε πει ο Heisenberg (Γερμανός φυσικός με σπουδαία συμβολή στη θεμελίωση της Κβαντομηχανικής) «δύο μόνο γλώσσες έχει ο άνθρωπος για να περιγράψει την πραγματικότητα: τα μαθηματικά και την ποίηση». Τα μαθηματικά για να περιγράψει την ποσότητα και την ποίηση, την λογοτεχνία για να περιγράψει την ποιότητα, την αλήθεια, την ομορφιά της ζωής.

Έλληνες μαθηματικοί και επιστήμονες
Α: Κατά την διάρκεια της εκδήλωσης βράβευσης των διακριθέντων μαθητών του Λασιθίου, ο Παλλασιθιώτικος Μαθηματικός Διαγωνισμός μετά από πρόταση του παραρτήματος Λασιθίου της Ελληνικής Μαθηματικής Εταιρείας θα λάβει το όνομα του Γεραπετρίτη στην καταγωγή και παγκοσμίως αναγνωρισμένου επιστήμονα Κωνσταντίνου Δασκαλάκη. Πώς κρίνετε την παρουσία του κ. Δασκαλάκη;
Μ.Κ.: Πραγματικά είναι από τους ανθρώπους που τιμούν τη χώρα καθώς είναι ένας πολύ μεγάλος επιστήμονας και μαθηματικός σε παγκόσμιο επίπεδο. Είναι αυτός που έθεσε το θεώρημα του John Forbes Nash σε διαφορετική βάση. Νομίζω ότι αυτή είναι μια οφειλόμενη τιμή που θα έπρεπε να κάνει ο τόπος.
Θα πρέπει ίσως να μας προβληματίσει ότι τα δικά μας παιδιά, όπως ο Δασκαλάκης, ο Νανόπουλος και άλλοι διακρίνονται στο εξωτερικό. Και θα πρέπει να υπάρχουν πια προϋποθέσεις όλοι αυτοί να δημιουργούν και να γίνονται μεγάλοι και από το εσωτερικό. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Νανόπουλου, που είχε κάνει αίτηση στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, και απορρίφθηκε ενώ είχε 47.000 παραπομπές σε εργασίες του.

Τα σφάλματα και η επιβράβευση
Α: Πιστεύετε πως για ένα παιδί είναι το ίδιο εύκολο να αγαπήσει τα μαθηματικά και τη λογοτεχνία;
Μ.Κ.: Τα μαθηματικά κουβαλούν πίσω τους έναν μύθο και έναν φόβο. Εγώ επειδή ταυτόχρονα είμαι μαθηματικός σε σχολείο σε κάθε τμήμα που μπαίνω στην αρχή της χρονιάς γράφω στον πίνακα «δεν φοβάμαι να κάνω λάθος». Εάν αρχίσεις να φοβάσαι το λάθος, τότε έχεις χάσει το παιχνίδι. Όλοι οι μεγάλοι μαθηματικοί έχουν κάνει λάθη. Το λάθος είναι συνυφασμένο με την διαδικασία αναζήτησης της αλήθειας. Μέσα από διαδοχικά σφάλματα και προσεγγίσεις φτάνουμε στην αλήθεια. Κανείς δεν είναι σοφός για να έχει πάντα όλες τις αποδείξεις και απαντήσεις. Ρόλο σε όλο αυτό παίζει και το τί ζητάμε από τα μαθηματικά στο σχολείο καθώς αυτά είναι προσανατολισμένα στις εξετάσεις και χάνουν έτσι την μαγεία. Τα παιδιά δεν έχουν την περίσσια του χρόνου για να ασχοληθούν με τον τρόπο που πρέπει και να τ’ αγαπήσουν.
Α: Δεν είναι ωστόσο εκ φύσεως πιο εύκολο για το ανθρώπινο μυαλό και ειδικά ενός παιδιού να αφομοιώσει και να οικειοποιηθεί ένα λογοτεχνικό δοκίμιο σε σχέση με ένα μαθηματικό θεώρημα;
Μ.Κ.: Όταν κάτι το αγαπήσεις και βρίσκεις ευχαρίστηση απ’ αυτό, ασχολείσαι μόνος σου. Αυτό που ξεχωρίζει τους καλούς μαθητές είναι πως μέσα από αυτή την διαδικασία βρίσκουν μια ευχαρίστηση και αυτή η επιβράβευση κάνει τα παιδιά να αγαπήσουν ένα πράγμα και να ασχολούνται από μόνα τους. Ενώ βέβαια όλοι θαυμάζουν τα μαθηματικά και τη λογοτεχνία ελάχιστοι είναι αυτοί που πραγματικά αγαπούν τη λογοτεχνία. Κάθε Σεπτέμβρη ρωτώ τα παιδιά πόσα βιβλία διάβασαν το καλοκαίρι και από όλο το τμήμα θα βρεθούν 3-4 απ’ αυτά.
Α: Σε αυτό παίζει σίγουρα ρόλο και η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας, του διαδικτύου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης...
Μ.Κ.: Είναι γεγονός και αυτό συμβαίνει και στους «μεγάλους». Είναι πιο εύκολο, δε χρειάζεται να σκεφτείς, το μάτι απλώς τρέχει σε όμορφες εικόνες. Το να δοθείς σήμερα ολοκληρωτικά σε κάτι είναι δύσκολο τη στιγμή που έχεις να αντιμετωπίσεις ένα σωρό πειρασμούς -κινητά, κονσόλες παιχνιδιών, διαδίκτυο, μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τηλεόραση, από τα μαθήματά τους. Λείπει δηλαδή αυτός ο χρόνος ο ουσιαστικός για να δοθείς σε κάτι.

Αναδρομή και επανεκτίμηση
Ποιόν λογοτέχνη και ποιόν μαθηματικό θαυμάζετε και θεωρείτε ότι σας έχει επηρεάσει στη δουλειά και στη ζωή σας;
Μ.Κ.: Ένας άνθρωπος που πραγματικά με συγκίνησε είναι ο Έκτορας Κακναβάτος, ένας ποιητής και ταυτόχρονα μαθηματικός. Είναι ένας από τους υπερ-ρεαλιστές που εμφανίστηκαν (μαζί με τον Ελύτη κ.ά.) τη δεκαετία του ’40 και έχει γράψει εξαιρετική ποίηση, στην οποία μέσα υπάρχουν και τα μαθηματικά. Επειδή έτυχε να τον γνωρίσω, να τον παρουσιάσω και να κάνω αφιέρωμα γι’ αυτόν σε λογοτεχνικά περιοδικά, γνώρισα από κοντά πόσο σεμνός άνθρωπος ήταν. Υπήρξε αριστερός, είχε εξοριστεί, είχε μια μεγάλη περιπέτεια. Ήταν ένας σπουδαίος ποιητής και αυτός ο συνδυασμός εμένα με γοητεύει.
Κατά το γράψιμο του βιβλίου μου τα τελευταία 3 χρόνια είχα θέσει το ερώτημα της ελληνικής ιδιαιτερότητας, τί είναι αυτό που χαρακτηρίζει τους Έλληνες και έκανα μια αναδρομή από τον Όμηρο μέχρι σήμερα. Κατά τη διάρκεια αυτή διάβασα πολλά πράγματα και διαπίστωσα και πάλι πως υπήρχαν πολλοί μεγάλοι Έλληνες- μαθηματικοί σαν τον Δασκαλάκη, επιστήμονες σαν το Νανόπουλο, μεγάλοι Έλληνες φιλόσοφοι, ο Αξελός, ο Κονδύλης, ο Καστοριάδης και έζησαν στο εξωτερικό. Και υπάρχει το ερώτημα: γιατί όλοι αυτοί οι μεγάλοι μεγαλουργούν στο εξωτερικό και δεν υπάρχει η κρίσιμη μάζα/ ποσότητα, η ελληνική νοοτροπία που να αναγνωρίζει την αξία, να την αποδέχεται και να μπορούν να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για να πάμε ένα βήμα μπροστά. Τα 3 αυτά χρόνια λοιπόν επανεκτίμησα τον Καστοριάδη σε σχέση με παλαιότερα  γιατί είναι ένας μεγάλος φιλόσοφος με βαθιά γνώση της ελληνικής γραμματείας και φιλοσοφίας.

Κυριακή 12 Μαρτίου 2017

500 ΛΕΞΕΙΣ ΜΕ ΤΟΝ ΜΑΚΗ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 12.3.17
Ο Μάκης Καραγιάννης (Κοζάνη, 1958) είναι πεζογράφος και κριτικός. Εχει εκδώσει τρία πεζογραφικά βιβλία και τη μελέτη «Η αισθητική της ιθαγένειας». Σπούδασε μαθηματικά και ήταν συνεκδότης του περιοδικού «Παρέμβαση». Τελευταίο του μυθιστόρημα το «Πόλη χωρίς θεούς» από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο».
Ποια βιβλία έχετε αυτόν τον καιρό πλάι στο κρεβάτι σας;
Παναγιώτης Κονδύλης «Πλανητική πολιτική μετά τον ψυχρό πόλεμο», George Steiner «Αντιγόνες», Isaiah Berlin «Οι ρίζες του ρομαντισμού». Ολα για τις ανάγκες ενός δοκιμίου που γράφω αυτόν τον καιρό και ανιχνεύει διαχρονικά την ελληνική ιδιαιτερότητα.
Ποιος ήρωας/ηρωίδα λογοτεχνίας θα θέλατε να είστε και γιατί;
Ο Λισιέν ντε Ριμπαμπρέ από τις «Χαμένες ψευδαισθήσεις» του Μπαλζάκ υπάρχει μέσα στον καθένα μας. Οι ματαιοδοξίες του, τα πάθη και οι χαμένοι έρωτες δίνουν «έναν αέρα μυθιστορηματικό στην ασήμαντη ζωή μας». Ομως στην εποχή της παράκρουσης και της post-truth πολιτικής ακόμη και ο Λισιέν με τις ζωτικές αυταπάτες φαντάζει νησίδα ορθολογισμού.
Με ποιον συγγραφέα θα θέλατε να δειπνήσετε;
Ασφαλώς με τον Φλομπέρ. Τον θαυμάζω και, επιπλέον, σε έναν αριστερό δίνει το αναγκαίο μελαγχολικό αντίβαρο θυμίζοντάς του ότι «το μεγάλο όνειρο της Δημοκρατίας είναι να εξυψώσει τον προλετάριο στο ίδιο επίπεδο βλακείας που έχει φθάσει ο αστός».
Ποιο ήταν το τελευταίο βιβλίο που σας έκανε να θυμώσετε;
Δεν με θυμώνουν, αλλά με απογοητεύουν τα περισσότερα βιβλία που κυκλοφορούν.
Και το τελευταίο που σας συγκίνησε;
Αν και πέρασε πολύ καιρός, το «Βίοι ελάσσονες» του Πιερ Μισόν. Πρόκειται για ένα αριστούργημα, που δυστυχώς στην Ελλάδα πέρασε απαρατήρητο από αναγνώστες και κριτικούς.
Ποιο κλασικό βιβλίο δεν έχετε διαβάσει και ντρέπεστε γι’ αυτό;
«Το ουράνιο τόξο της βαρύτητας» του Τόμας Πίντσον.
Τι σημαίνει να ζεις σε μια «Πόλη χωρίς θεούς»;
Οτι αναποδογύρισε το σύμπαν. Ο κόσμος όπως τον ξέραμε γυρίζει σελίδα. Περιδινίζεσαι στην αέναη κίνηση του ρευστού κόσμου της παγκοσμιοποίησης από τον οποίο δεν μπορείς να ξεφύγεις. Ο φόβος σκεπάζει την πόλη. Η βία είναι κυρίαρχη και το «ψόφα» ακούγεται στους δρόμους σαν πολεμική ιαχή.
Με ποιους τρόπους μπορεί η οικονομική κρίση να αποτελέσει έμπνευση για έναν πεζογράφο;
Νομίζω η πεζογραφία έριξε αρκετή μελάνη πάνω της. Ομως, εμένα μου άρεσε πάντα η επιλογή του Αλμπέρ Καμύ στην «Πανούκλα». Μίλησε για το «κακό» του 20ού αιώνα με έναν μεταφορικό τρόπο.
Εχετε Facebook, Twitter κτλ.; Εάν ναι, εμποδίζουν ή εμπλουτίζουν το γράψιμο και το διάβασμα;
Για έναν πεζογράφο είναι ένας θαυμάσιος τρόπος για να χάνει τον χρόνο του. Ωστόσο, τίποτε το ανθρώπινο δεν μου είναι ξένο. Ακόμη κι εγώ, αρκετές φορές, υποκύπτω στον πειρασμό.

Μάκης Καραγιάννης: συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη

http://diastixo.gr01 Φεβρουαρίου 2017
Ο Μάκης Καραγιάννης γεννήθηκε στις Γούλες Κοζάνης το 1958. Σπούδασε μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Είναι συνιδρυτής του περιοδικού Παρέμβαση και συμμετείχε στη διεύθυνσή του (1988-1993). Έχει δημοσιεύσει πεζογραφία, λογοτεχνική κριτική και μελέτες. Ασκεί συστηματικά κριτική βιβλίου από τις στήλες της εφημερίδας Η Αυγή και από το ιστολόγιο «Τοις Εντευξομένοις» (http://mkaragiannis.blogspot.com).
Σε έναν κόσμο που γκρεμίζεται, πέφτουν όλα όσα με κόπο και όνειρο είχαμε φτιάξει. Μήπως ζούμε σε μια εποχή ρευστότητας;
Η Πόλη χωρίς θεούς μιλάει για τους χαμένους της κρίσης και της ζωής. Υπάρχει μια φράση που επαναλαμβάνεται αρκετές φορές στο μυθιστόρημα. «Αναποδογύρισε το σύμπαν». Τίποτε δεν μένει όρθιο. Ο κόσμος όπως τον ξέραμε γυρίζει σελίδα. Υπάρχει έντονα το αίσθημα της απώλειας. Οι ήρωες νιώθουν εγκλωβισμένοι και ανήμποροι σε έναν καφκικό Πύργο από τον οποίο δεν μπορούν να ξεφύγουν. Περιδινούνται στην αέναη κίνηση ενός «Ρευστού Κόσμου». Όπως ομολογεί ο αφηγητής, αλλά μόνον στην ακροτελεύτια παράγραφο του βιβλίου, «Ήταν η εποχή της Ρευστότητας». Η Νέα Πόλη για την οποία μιλάει το μυθιστόρημα είναι μια μεταφορά των «Ρευστών Καιρών», τους οποίους έχουν περιγράψει αρκετοί κοινωνιολόγοι και φιλόσοφοι. Και αναφέρομαι στους Ζίγκμουντ Μπάουμαν και στο ομώνυμο βιβλίο του, τον Άντονι Γκίντενς, τον Παναγιώτη Κονδύλη με την Πλανητική πολιτική κ.ά.
Πριν από το 2009 ο ιδιωτικός τομέας βρισκόταν σε ακμή. Οι Έλληνες πίστευαν ότι ζουν σε μία από τις πλούσιες χώρες του κόσμου. Τι συνέβη και ο κόσμος γύρισε ανάποδα;
Η Ελλάδα είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση. Αποδείχτηκε ότι η οικονομία ήταν χτισμένη σε σαθρά θεμέλια και το κράτος χρεοκοπημένο. Τα αδιέξοδα 40 χρόνων που συσσώρευσε ένα φαύλο πελατειακό πολιτικό σύστημα την έκαναν να πέσει με το πρώτο κύμα της παγκόσμιας κρίσης.
"Το μυθιστόρημα, αν και θυμίζει την ελληνική κρίση, δεν αναφέρεται μόνον σ’ αυτή. Μιλάει για την παγκόσμια κρίση και την πρωτόγνωρη τάση του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου να ρυθμίζει τις αγορές σε τέτοιο σημείο, ώστε να μιλάμε για το διαζύγιο της εξουσίας και της πολιτικής. Οι κυβερνήσεις έχασαν την ικανότητα του ελέγχου και των αποφάσεων, αφού τα πιο σημαντικά θέματα αποφασίζονται σε πλανητικό επίπεδο".

Ο Ξενοφώντας Κάπας είναι ιδιοκτήτης μιας βιοτεχνίας ρούχων. Ενώ οι δουλειές του πάνε καλά αποφασίζει να κάνει το άνοιγμα. Παίρνει δάνεια και μεγαλώνει την επιχείρησή του. Έτσι δεν συνέβη και στους ιδιώτες που τους αγκάλιασαν οι τράπεζες και τους έδωσαν πλουσιοπάροχα δάνεια;
Έχετε δίκιο. Ωστόσο το μυθιστόρημα, αν και θυμίζει την ελληνική κρίση, δεν αναφέρεται μόνον σ’ αυτή. Μιλάει για την παγκόσμια κρίση και την πρωτόγνωρη τάση του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου να ρυθμίζει τις αγορές σε τέτοιο σημείο, ώστε να μιλάμε για το διαζύγιο της εξουσίας και της πολιτικής. Οι κυβερνήσεις έχασαν την ικανότητα του ελέγχου και των αποφάσεων, αφού τα πιο σημαντικά θέματα αποφασίζονται σε πλανητικό επίπεδο. Έτσι, ο Ξενοφώντας Κάπας μοιάζει «χαμένος. Ναυαγός μέσα σε μια θάλασσα από δολάρια, γιεν, ευρώ, δάνεια και μετοχές, που ξεκινούσε από την πόλη του κι έφτανε ως τη Γουόλ Στριτ κι από κει στο Τόκιο. Η πτώχευσή του ήταν μια ασήμαντη κουκκίδα στον ωκεανό της χρηματαγοράς».

Πέμπτη 9 Ιανουαρίου 2014

Συνέντευξη στην Ελευθερία

Μιλάει σήμερα στην «ΕτΔ» ο συγγραφέας Μάκης Καραγιάννης με αφορμή το βιβλίο του «Το όνειρο του Οδυσσέα» από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο»
* Πώς κρίνετε την περίοδο της μεταπολίτευσης και τη γενιά που ξεκίνησε με όνειρα και φιλοδοξίες να αλλάξει τον κόσμο; Φταίει αυτή η γενιά για όλα ή οι παλαιοκομματικοί μηχανισμοί;
- «Ο Σεφέρης μιλώντας για τον Έλιοτ λέει ότι απέδωσε «το έπος ενός βασικού συναισθήματος μιας στιγμής της ιστορίας, ενός συναισθήματος που το νιώσαμε όλοι μας». Όμως, όσοι είναι παλιότεροι και έζησαν τη δεκαετία του ’70 θα θυμούνται ότι υπήρξαν και στην Ελλάδα τουλάχιστον δύο χρονολογίες – το 1974 και το 1981- όπου υπήρχε ένα τέτοιο βασικό συναίσθημα. Ότι ένας άλλος κόσμος -μια άλλη Ελλάδα- μπορούσε να γεννηθεί. Γιατί όμως φτάσαμε στη σημερινή κατάσταση;
Τα τελευταία δυο χρόνια έχει αναπτυχθεί ένας δημόσιος διάλογος γύρω από τις ευθύνες της «γενιάς του Πολυτεχνείου». Ενδεικτικά αναφέρω μόνον τους Στέλιο Ράμφο, Νίκο Μπίστη, Ριχάρδο Σωμερίτη, Μίμη Σουλιώτη, Δημήτρη Σεβαστάκη, Κώστα Ιορδανίδη, Λαοκράτη Βάσση, κ. ά. Πρέπει να πούμε ότι δεν φταίει εκείνη για όλα όσα ακολούθησαν. Αμέσως μετά τη μεταπολίτευση, δεν ήταν αυτή που είχε τον έλεγχο των πραγμάτων, αλλά οι παλαιοκομματικοί μηχανισμοί. Παρ’ όλα αυτά πιστεύω ότι δεν αντιστάθηκε. Αντίθετα, ενσωματώθηκε στα κόμματα και το σύστημα, συμβιβάστηκε, έχτισε και συνυπέγραψε τη σημερινή Ελλάδα της παρακμής.

«Χρεοκόπησε όχι το δημόσιο αλλά ένας ολόκληρος τρόπος σκέψης»

Συνέντευξη στον Αποστόλη Ζώη.
 Μιλάει σήμερα στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΝΩΜΗ ο συγγραφέας Μάκης Καραγιάννης με αφορμή το βιβλίο του «Το όνειρο του Οδυσσέα» από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.
Ο δημοσιογράφος Οδυσσέας Πανταζής αναλαμβάνει να εξιχνιάσει τον φόνο του φίλου του Στέφανου Δενδρινού, αντιπρύτανη στο πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Ο Στέφανος, σύμβολο της αντίστασης κατά της χούντας, βρίσκεται μπλεγμένος στη δίνη ενός σκανδάλου. Ο ανακριτής τον καλεί για κατάθεση, με την κατηγορία της υπεξαίρεσης κονδυλίων του πανεπιστήμιου που προορίζονταν για την έρευνα.  Η ηθική χρεοκοπία της γενιάς της μεταπολίτευσης, που ξεκίνησε με την ωραία ματαιοδοξία να αλλάξει τον κόσμο και διαλύθηκε σε μια μπελ επόκ της κατανάλωσης – άντεξε τον φάλαγγα και τον βούρδουλα, αλλά λύγισε στο βελούδινο χέρι. Η Ελλάδα της παρακμής και της διαφθοράς. Οι ποικίλες εκδοχές της έννοιας της πατρίδας, η διαμάχη Ανατολής-Δύσης, η φρίκη της βίας στην Ιστορία του εικοστού αιώνα. Πρόκειται για το βιβλίο “Το όνειρο του Οδυσσέα” από τις εκδόσεος Μεταίχμιο , όπου συγγραφέας είναι ο Μάκης Καραγιάννης.
-Ποιος είναι ο κύριος θεματικός άξονας του βιβλίου σας «Το όνειρο του Οδυσσέα» από τις εκδόσεις Μεταίχμιο;

Πέμπτη 5 Απριλίου 2012

Συγγραφείς, γραφή και Κρίση. Είκοσι Έλληνες λογοτέχνες απαντούν σε είκοσι (κοινά) ερωτήματα. Σήμερα, ο Μάκης Καραγιάννης.

Πώς είστε;
Ανήσυχος και προβληματισμένος με όσα συμβαίνουν γύρω μας.
Πώς αντιλαμβάνεστε την Κρίση και πώς σας επηρεάζει;
Ως οδοστρωτήρα που δεν αφήνει τίποτε όρθιο. Οικονομίες, αντιλήψεις, συναισθήματα και ανθρώπους.
Ποιες είναι οι ρίζες της Κρίσης;
Διεθνώς το χρηματοπιστωτικό σύστημα που εκμεταλλεύτηκε την απληστία του καταναλωτή. Στην Ελλάδα, ο λαϊκισμός, η κυρίαρχη ιδεολογία της μεταπολίτευσης που μετέτρεψε την πολιτική σε πάρτι για την κατοχύρωση των επιδομάτων και των κεκτημένων, ενάντια σε όσους δεν είχαν φωνή. Όμως κάτω από την οικονομική κρίση κρύβεται η χρεοκοπία των μυαλών και των συνειδήσεων. Η ελληνική ιδιαιτερότητα. Η βαθιά θεσμική υπανάπτυξη σε σχέση με τη Δύση. Πίσω από τη βιτρίνα των ευρωπαϊκών θεσμών υπάρχει η ανατολίτικη νοοτροπία. Αντί της ευθύνης του ατόμου, πάνω στην οποία στηρίχτηκε η νεωτερικότητα, έχουμε ακόμη κινούμενες κομματικές αγέλες.
Η περίοδος που περνάμε θα ευνοήσει την παραγωγή «σοβαρών» βιβλίων;
Μετά από μια μεγάλη περίοδο πλήξης, η Κρίση κάνει τις αξίες πιο ανάγλυφες. Τα τελευταία χρόνια το μυθιστόρημα είχε στρέψει την προσοχή του στο άτομο και τον μικρόκοσμο της καθημερινότητας. Νομίζω όμως ότι τώρα θα να ξαναθυμηθεί την παλιά τέχνη του Μπαλζάκ που έχει ξεχάσει. Γιατί το μυθιστόρημα ήταν πάντα η μεγάλη τέχνη για το στοχασμό πάνω στον άνθρωπο και την κοινωνία.
Ποια είναι η σχέση σας με τις νέες τεχνολογίες, το Web, τα Social Media;
Με το Web εξαιρετική. Με τα Social Media επιφυλακτική. Τα ηλεκτρονικά φιλιά και οι γνωριμίες πάνω στους υγρούς κρυστάλλους της οθόνης δεν έχουν «αίμα».
Δέκα βιβλία στα οποία «πρέπει» να ανατρέχει κανείς. Ή όσα θέλετε.
Οδύσσεια, Άσμα Ασμάτων, Αισθηματική αγωγή (Φλομπέρ), Πάπισσα Ιωάννα (Ροΐδης), Χαμένες Ψευδαισθήσεις (Μπαλζάκ), Οδυσσέας (Τζόις), Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο (Προυστ), Βίοι Ελάσσονες (Πιερ Μισόν), Βιολέτες για μια εποχή (Λειβαδίτης), Μυθοπλασίες (Μπόρχες).
Γενικώς: γιατί τα βιβλία;
Γιατί τα μεγάλα προβλήματα που αφορούν τον έρωτα και το θάνατο, τον πόνο και την περιπέτεια των αισθημάτων, δεν διδάσκονται σε κανένα σχολείο. Η λογοτεχνία επιχειρεί κάποιες απαντήσεις.
Αλλάζει η λογοτεχνία τον κόσμο;
Δεν αλλάζει τον κόσμο, αλλά μπορεί να αλλάξει τις συνειδήσεις. Το μυθιστόρημα μπορεί να θέσει τον συνολικό κόσμο ως ερώτημα, να βάλει σε τάξη το χάος στο οποίο ζούμε, να μας βοηθήσει να δούμε την ομορφιά της ζωής ή να μας δώσει λίγη παρηγοριά για την οδύνη της ύπαρξης.
Τι είναι η ανάγνωση, και πιο ειδικά η ανάγνωση των δικών σας βιβλίων;
Θα ήθελα να πιστεύω ότι είναι στοχασμός και απόλαυση.
Ο «ιδανικός αναγνώστης» υπάρχει; Χρειάζεται να υπάρχει;
Όχι, αλλά υπάρχει εκείνος που έχει «εκλεκτικές συγγένειες» με τον συγγραφέα. Αυτό όμως είναι η εξαίρεση, γιατί κάθε αναγνώστης κάνει τη δική του ερμηνεία. Και, όπως είπε ένας θεωρητικός, η ανάγνωση είναι ένα πικ-νικ, όπου ο συγγραφέας βάζει τις λέξεις και οι αναγνώστες το νόημα.
Ένας μέντοράς σας;
Θαυμάζω τον Γκιστάβ Φλομπέρ. Πιστεύω ότι μαζί του ξεκινάει η μοντέρνα λογοτεχνία. Για πρώτη φορά η γραφή γίνεται πρόβλημα. Η αναζήτηση της ακρίβειας, της μοναδικής σωστής λέξης αγγίζει τα όρια του μυστικισμού και το ύφος αναδεικνύεται ως θεμελιώδης παράγοντας του μυθιστορήματος.
Πόσο εύκολα ή δύσκολα γράφετε;
Πολύ δύσκολα. Η γραφή απαιτεί πειθαρχία.
Πώς επιλέγετε τους τίτλους των βιβλίων σας;
Πρέπει να είναι πρωτότυποι και να αποδίδουν το πνεύμα του βιβλίου. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια το εκδοτικό μάρκετινγκ αντιμετωπίζει τους τίτλους με μια μανιέρα εξυπνακισμού η οποία μικρή σχέση έχει με τη λογοτεχνία.
Τι χάνετε γράφοντας;
Ένα κομμάτι της πραγματικής ζωής.
Πείτε μας λίγα πράγματα για το τελευταίο σας βιβλίο, και για το επόμενο.
Το «Όνειρο του Οδυσσέα» περιγράφει την Ελλάδα της μεταπολίτευσης. Μιλάει για τη γενιά που ξεκίνησε κάποτε με την ωραία ματαιοδοξία να αλλάξει τον κόσμο και διαλύθηκε σε μια μπελ-επόκ της κατανάλωσης. Τη γενιά που αναζήτησε με πάθος το όνειρο του εύκολου χρήματος, τη γκλαμουριά και τη χλιδάτη ζωή, ξεχνώντας την ηθική και την κοινωνική της συνείδηση. Το επόμενο, συνέχεια του προηγούμενου, θα κινείται στην Ελλάδα και την εποχή της Κρίσης.
Ποια πιστεύετε ότι είναι η θέση σας στον «ελληνικό κανόνα» της λογοτεχνίας;
Δουλειά του συγγραφέα είναι η δημιουργία. Παρόλο που η ματαιοδοξία του κάνει σινιάλα στην υστεροφημία, η λογοτεχνική αποτίμηση είναι δουλειά των γραμματολόγων η οποία ούτως ή άλλως γίνεται ερήμην του και τις περισσότερες φορές ενάντια στις επιθυμίες του.
Μουσική, κινηματογράφος, τέχνες.
Είμαι λάτρης του τσέλο. Ο κινηματογράφος είναι ένας νεανικός έρωτας που τον έχω προδώσει.
Νιώθετε να αλλάζετε;
Ασφαλώς. Όμως ο άνθρωπος ενηλικιώνεται με ομόκεντρους κύκλους, όπως τα μεγάλα δέντρα. Κάτω από την εξωτερική επιφάνεια υπάρχει ό,τι ζήσαμε βαθύτερα και απωθήσαμε.
Ο θάνατος;
«Κι η αστραπή του θανάτου θα απλώσει πάνω στα πράγματα που βαραίνουν από την πλήξη εκείνο το παράξενο ρίγος που τα κάνει ανεξιχνίαστα και µοναδικά» (απόσπασμα από το «Όνειρο του Οδυσσέα»).
Μια ερώτηση που δε θα θέλατε να απαντήσετε;
Το όνομα του θεού σου πρέπει να μένει μυστικό. Τα αγαπημένα πράγματα ξεθωριάζουν στο δυνατό φως και πρέπει να μένουν στη σκιά.

Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2012

ΒΙΒΛΙΟΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ


Συνέντευξη στην Τίνα Πανώριου, Ραδιοτηλεόραση 17.2.12
Ο Στέφανος ο ήρωάς σας εγκατέλειψε το αγνό όνειρο της νιότης του, το σκέπασαν τα ακριβά ρούχα. Η ματαιοδοξία και το εύκολο χρήμα κατέστρεψε τον ίδιο αλλά και σχεδόν σύσσωμη την περίφημη γενιά του Πολυτεχνείου. Τι κρίμα όμως…

Ναι. Νομίζω ότι είναι η γενιά  που ξεκίνησε  κάποτε με την ωραία ματαιοδοξία να αλλάξει τον κόσμο, αλλά έμεινε στα μισά του δρόμου και διαλύθηκε σε μια μπελ επόκ της κατανάλωσης. Η γενιά με τα μεγάλα οράματα που άντεξε τον φάλαγγα και τον βούρδουλα, αλλά λύγισε στο βελούδινο χέρι. Που άφησε στην άκρη το φωτοστέφανο και αναζήτησε με πάθος την κοινωνική άνοδο, τη λατρεία της επιτυχίας, το όνειρο του εύκολου χρήματος, τη γκλαμουριά και τη χλιδάτη ζωή, ξεχνώντας την ηθική και την κοινωνική της συνείδηση.

Πίσω από τον πιο βίαιο άντρα κρύβεται ένα μικρό παιδί; γράφετε…

Η παιδική ηλικία είναι καθοριστική για κάθε άνθρωπο. Είναι το κλειδί του χαρακτήρα του. Η  βία είναι μια μορφή αδυναμίας, μια άμυνα. Μια θορυβώδης δήλωση ότι «υπάρχω». Το χάδι της μάνας είναι ο χαμένος παράδεισος στον οποίο πάντα θέλουμε να επιστρέφουμε. Η αγάπη μπορεί να σκοτώσει το μίσος, το χάδι μιας γυναίκας μπορεί να εξημερώσει και τον πιο βίαιο άντρα.

Λέτε «Αυτή είναι η ζωή γλυκόπικρη. Οι ωραίες αναμνήσεις εναλλάσσονται με βαθύ πόνο»…

Πρέπει να έχουμε συνείδηση ότι η ζωή δεν είναι μια στιγμή αλλά μια μακριά διαδρομή όπου εναλλάσσονται η χαρά, ο πόνος, η θλίψη, η αγάπη, η προδοσία και η απόγνωση. Μόνον έτσι θα μπορέσουμε να απολαύσουμε τις ωραίες στιγμές και να αντέξουμε τη δοκιμασία των δύσκολων.

Τελικά οι ερωτικές σχέσεις είναι η μεγαλύτερη περιπέτεια της ζωής όλων μας;

Πιστεύω ότι είναι μια από τις μεγαλύτερες εμπειρίες της ζωής μας.  Στην αρχή είναι η ανακάλυψη του «Άλλου», η μέθη και η αυταπάτη ότι κατακτήσαμε την ευτυχία. Ύστερα έρχεται η δυσκολία της συνύπαρξης. Πρώτα γιατί είμαστε διαφορετικοί χαρακτήρες, αλλά και γιατί έχουμε ένα «εγώ» το οποίο έχουμε μάθει να τρέφουμε και να ικανοποιούμε καθημερινά. Όμως αυτή τη φορά πρέπει να αναγνωρίσει ένα άλλο «εγώ», δηλαδή να κάνει συμβιβασμούς και υποχωρήσεις για να συνυπάρξει. Στο τέλος συνήθως έρχεται η πλήξη, η απογοήτευση ή η προδοσία ανάλογα με το ποια θέση επιφυλάσσει η τύχη για τον καθένα ή το προσωπικό του κουράγιο να διεκδικήσει τη ζωή. Κάθε άτομο περνάει όλη την κλίμακα των συναισθημάτων και των εμπειριών που στο τέλος γίνονται όλοι -κατά την άποψή τους- «σοφοί» κι έχουν μια ιστορία να διηγηθούν.

 «Οι παθιασμένοι εραστές μαζεύουν τα ράκη της αγάπης τους μέσα  στις καθημερινές έριδες, που εναλλάσσονται με ατέλειωτες  περιόδους ανίας».

Δυστυχώς ακόμη και οι πιο μεγάλοι έρωτες περνούν τη δοκιμασία. Όλοι οι εραστές παίζουν αφελώς ένα χιλιοπαιγμένο έργο, νομίζοντας ότι ανακαλύπτουν την Αμερική. Όμως ο χρόνος τούς παραμονεύει και τους περιγελά με το σαρδόνιο γέλιο του, γιατί πρέπει να αντιμετωπίσουν τη δυσοσμία των σκουπιδιών της καθημερινής συμβίωσης. Και τότε  το «σ’ αγαπώ», το «πάντα» και το «ποτέ»  των εραστών, μοιάζουν απίθανα ελαφρά. Στις λίγες ευτυχείς περιπτώσεις που υπάρχει ωριμότητα και  εκλεκτική συγγένεια ανάμεσα στο ζευγάρι ο έρωτας θα μετεξελιχθεί σε αγάπη και συντροφικότητα. Στις περισσότερες η αποτυχία είναι πανηγυρική και  εκκωφαντική με όλα τα παρεπόμενα.

Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2012

Ελεγεία για μια χαμένη γενιά.

Τους τελευταίους μήνες έχει αναπτυχθεί ένας άτυπος δημόσιος διάλογος γύρω από τις ευθύνες της «γενιάς του Πολυτεχνείου». Ενδεικτικά αναφέρω μόνον τους Στέλιο Ράμφο (1), Νίκο Μπίστη (2), Ριχάρδο Σωμερίτη (3), Μίμη Σουλιώτη (4), Δημήτρη Σεβαστάκη (5), Κώστα Ιορδανίδη (6), Λαοκράτη Βάσση (7), κ. ά." ο συγγραφέας Μάκης Καραγιάννης μιλά στηνΚρυσταλία Πατούλη για τη γενιά του Πολυτεχνείου.
Οι τοποθετήσεις τους περιλαμβάνουν μια μεγάλη ποικιλία απόψεων από την λοιδορία και την κατηγορηματική άρνησή της  μέχρι τη φανατική υπεράσπιση. Οι υπερασπιστές -Νίκος Μπίστης, Ριχάρδος Σωμερίτης, Μίμης Σουλιώτης- υποδεικνύουν ότι οι εκπρόσωποί της δεν είναι όλοι ίδιοι και ότι στη Μεταπολίτευση είχαμε την καλύτερη δημοκρατία, την ένταξη στην ΕΟΚ και την Ευρωζώνη, ενώ ποτέ πριν δεν είχε ακμάσει και εξευρωπαϊσθεί η πολιτιστική μας ζωή τόσο πολύ. Απεναντίας  οι κατήγοροι -Στέλιος Ράμφος, Δημήτρης Σεβαστάκης, Κώστας Ιορδανίδης, Λαοκράτης Βάσσης της χρεώνουν ότι   διατήρησαν το «επαναστατικό» τους προσωπείο, ενώ ταυτόχρονα αναδείχθηκαν άτεγκτοι διαχειριστές της εξουσίας, αφομοιώθηκαν γρήγορα, εξαργύρωσαν βιαστικά το επίτευγμα, με τα σύμβολα και τα προνόμια της εξουσίας, ακολούθησαν το δρόμο του λαϊκισμού.

Όμως παρόλο που τώρα λοιδορείται η γενιά αυτή υπήρξε το πρότυπό μας.Αγαπήσαμε τα τραγούδια της, διαβάσαμε τους ποιητές της και προπαντός ακολουθήσαμε τον μύθο της.  Η ιστορία της υπήρξε ένα κομμάτι από τη ζωή όλων μας.  Βέβαια σ’ αυτό τον έρωτα η προδοσία δεν ήταν εκκωφαντική, αλλά ήταν μια σχέση που φυλλορρόησε με τα χρόνια.  Το ανάθεμα και  οι επικρίσεις είναι μεγάλες, γιατί τώρα είναι η ώρα του απολογισμού.
Το μυθιστόρημα μου που κυκλοφόρησε πρόσφατα  -«Το όνειρο του Οδυσσέα»- θέτει με έναν άλλο τρόπο το  ίδιο ερώτημα για τη γενιά του Πολυτεχνείου και τη Μεταπολίτευση. Ο Οδυσσέας, που είναι ο αφηγητής, ζει τη διάλυση του ονείρου μιας εποχή και αναρωτιέται: Πώς αναποδογυρίστηκαν οι αξίες;
Περιγράφει τη χαμένη γενιά που ξεκίνησε  κάποτε με την ωραία ματαιοδοξία να αλλάξει τον κόσμο, αλλά έμεινε στα μισά του δρόμου και διαλύθηκε σε μια μπελ εποκ της κατανάλωσης. Τη γενιά με τα μεγάλα οράματα που άντεξε τον φάλαγγα και τον βούρδουλα, αλλά λύγισε στο βελούδινο χέρι. Που άφησε στην άκρη το φωτοστέφανο και αναζήτησε με πάθος την κοινωνική άνοδο, τη λατρεία της επιτυχίας, το όνειρο του εύκολου χρήματος, τη γκλαμουριά και τη χλιδάτη ζωή, ξεχνώντας την ηθική και την κοινωνική της συνείδηση.
Πρέπει να πούμε, όμως, ότι δεν φταίει για όλα. Η οικονομική κρίση έχει αναμφισβήτητα και τις διεθνείς διαστάσεις ενός παγκοσμιοποιημένου συστήματος. Είναι, όμως, εμφανής  η ηθική της χρεοκοπία. Η γενιά που λατρεύεται στις σχολικές γιορτές όπως ο Κολοκοτρώνης και όπως εκείνη που αντιστάθηκε στα βουνά της Αλβανίας, είχε το ηθικό ανάστημα και το κύρος να οδηγήσει σε μια Ελλάδα της αξιοπρέπειας. Παρ’ όλα αυτά πιστεύω ότι δεν αντιστάθηκε. Αντίθετα, ενσωματώθηκε στα κόμματα και το σύστημα, συμβιβάστηκε, έχτισε και συνυπέγραψε την σημερινή Ελλάδα της παρακμής. Όπως θα έλεγε κι ο Μπρέχτ: «Ξέφυγε από τους καρχαρίες/ και νίκησε τους τίγρεις/ την έφαγαν όμως/ οι κοριοί».

Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2007

Συνέντευξη στον Αγγελιοφόρο της Κυριακής, 11.11.07

Η λογοτεχνία έχει τη δική της δικαιοσύνη

Της ΕΥΗΣ ΚΑΡΚΙΤΗ

Στο βιβλίο του Μάκη Καραγιάννη ο μαθηματικός Τζιρόλαμο Καρντάνο συναντά τον λόγιο νεόφυτο Αδαμαντίδη, τον ποιητή Στέφανο Λογοθέτη, τον ρεμπέτη Στράτο Χατζηγεωργίου, τον υπάλληλο του ΤΕΒΕ Παύλο Κοντορούση. Ιστορικά και φανταστικά πρόσωπα ενώνονται σε έναν τόπο κοινό, εκείνον της γραφής. Ο «Καθρέφτης και το Πρίσμα» είναι ένα βιβλίο που εντυπωσιάζει με το βάθος και την πρωτοτυπία των αφηγηματικών του επιλογών. Ο συγγραφέας μίλησε στον «ΑτΚ».

Στα 15 διηγήματα σας ο στόχος ήταν να εντοπίσετε την «αλήθεια» των όσων βιογραφείτε και τι σημαίνει για σας «αληθινό» στη λογοτεχνία;

Οι ήρωες του βιβλίου μου αναζητούν την αλήθεια στον έρωτα, τη ζωή, την επιστήμη, την τέχνη. Μέχρι τον Διαφωτισμό ο Θεός και η εκκλησία όριζαν την αλήθεια, το καλό και το κακό, δίνοντας μια σημασία σε κάθε τι και όσους διαφωνούσαν, -όπως έγινε με τον Καρντάνο, έναν μεγάλο μαθηματικό και ήρωα του πρώτου διηγήματος- τους απειλούσε ή και τους έριχνε στην πυρά.
Σήμερα ζούμε σε έναν κόσμο σχετικότητας, πολυπλοκότητας και αμφισημίας των πραγμάτων. Η αναζήτηση της αλήθειας έγινε μια προσωπική περιπέτεια. Ασφαλώς, όλοι ισχυρίζονται ότι την κατέχουν -αρκεί να δει κανείς στα τηλεοπτικά παράθυρα πόσοι είναι έτοιμοι να κατασπαράξουν τον συνομιλητή τους- αλλά η τραγωδία είναι ότι δεν συμπίπτει με εκείνη του διπλανού τους. Κι αυτή είναι η συνεισφορά της λογοτεχνίας. Να δώσει ένα νόημα στα πράγματα και τον κόσμο. Να τα βάλει σε τάξη.
Ο Καρντάνο στο τέλος της ζωής του γράφει την αυτοβιογραφία του. Η αφήγηση είναι μια πράξη παραμυθητική, αλλά προπαντός μια πράξη αυτογνωσίας. Όπως λέω και στο μότο του Λειβαδίτη το οποίο παραθέτω στο διήγημα: «Ακόμα κι η ζωή μου αποκτά σημασία όταν τη διηγούμαι σε κάποιον». Η αλήθεια της λογοτεχνίας είναι πιο σημαντική γιατί είναι το απόσταγμα της ζωής.

Γιατί επιλέξατε να αφηγηθείτε τις ζωές των ηρώων σας ακολουθώντας ένα δοκιμιακό ύφος;

Οι τύποι των ηρώων ανήκουν σε μια μεγάλη ανθρωπογεωγραφική και ιστορική περιοχή, όμως υπάρχει ένα κοινό νήμα που τους συνδέει. Είναι εραστές και νοσταλγοί της απόλυτης αλήθειας από την οποία θα αγγίξουν μόνον ιριδισμούς και αντανακλάσεις. Παρά το δοκιμιακό ύφος σε πολλές ιστορίες, αυτή η πλάνη στην οποία ζουν θέλω να πιστεύω ότι, εν τέλει, τους κάνει να φαίνονται πιο συμπαθητικοί μέσα στην αυταπάτη τους.

Η συνύπαρξη φανταστικών και φυσικών προσώπων στοχεύει σε κάτι συγκεκριμένο;

Ό,τι επιγράφεται ως λογοτεχνία, είναι φανερό ότι διεκδικεί κάποιες ελευθερίες. Ακόμη και στα φυσικά πρόσωπα πίσω την αλχημεία των λέξεων διακρίνεται μια επιλεγμένη ή επινοημένη πραγματικότητα. Όλες οι εκδοχές των ηρώων, φανταστικές ή πραγματικές, πρέπει να είναι μοναδικές, να αποκαλύπτουν μια πλευρά της ανθρώπινης ύπαρξης.

Όχι τυχαία παραθέτετε μια φράση του Schwob. «Η τέχνη του βιογράφου θα ήταν να δώσει τόση αξία στη ζωή ενός φτωχού ηθοποιού όσο και στη ζωή του Σαίξπηρ». Προφανώς εργαστήκατε με βάση αυτό. Γιατί είναι σημαντική μια τέτοια εξίσωση;

Ο κάθε άνθρωπος είναι ένας ολόκληρος θαυμαστός κόσμος. Όλοι έχουν, εν δυνάμει, μέσα τους τη χάρη. Μέσα στον καθένα φωλιάζει ένας μικρός πρίγκιπας. Και ποιος θα ορίσει ποιος είναι σημαντικός και ποιος ασήμαντος; Ακόμη και οι «μεγάλοι» έχουν λερωθεί λίγο από τη λάσπη των ελαττωμάτων.
Η λογοτεχνία έχει τη δική της δικαιοσύνη. Οι αξίες επανατοποθετούνται. Ταπεινοί και διάσημοι, αδέξιοι και ταλαντούχοι, βρίσκουν μια θέση ισότιμη στο αφηγηματικό της σύμπαν, σταλάζοντας πάνω τους κάτι από την αθανασία της τέχνης. Ξαναγράφει την Ιστορία από την πλευρά των ηττημένων της ζωής.
Η εξίσωση είναι, επίσης, σημαντική γιατί οι «δυνατοί» είναι ελάχιστοι. Κατά βάθος -πέρα από μια επίπλαστη ευημερία- ο πόνος, οι αδυναμίες και τα πάθη είναι το κοινό μας πεπρωμένο.


Υπάρχει κίνδυνος ένας βιογράφος να δει στον καθρέφτη όχι το πρόσωπο που βιογραφεί αλλά το δικό του είδωλο; Που μπορεί να τον οδηγήσει αυτό;

Βεβαίως, αλλά τις περισσότερες φορές γίνεται ασυνείδητα. Υπάρχουν ορισμένες εκλεκτικές συγγένειες σε σχέση με ορισμένα πρόσωπα και θέματα. Ό,τι αγαπάμε μας νικάει και μας παρασύρει χωρίς να το θέλουμε, για να ανακαλύψουμε στο τέλος το είδωλό μας. Αλλά, παραφράζοντας τον Αναγνωστάκη, ίσως η τέχνη δεν είναι ο τρόπος να μιλήσουμε αλλά ο καλύτερος τοίχος να κρύψουμε το πρόσωπο μας.

Υπάρχουν πρόσωπα που αποτέλεσαν για σας ένα σημείο εκκίνησης, πρόσωπα που κατά κάποιο τρόπο σας οδήγησαν και στα υπόλοιπα;

Ναι. Ο λόγιος Νεόφυτος Αδαμαντίδης, ένα φανταστικό πρόσωπο το οποίο δημιούργησα επηρεασμένος από τον Μπόρχες, με οδήγησε στον κόσμο των βιβλιοθηκών, στα χειρόγραφα και τις σπάνιες εκδόσεις του Aldus Manutius. Αυτή η βιβλιοφιλία ανιχνεύεται και στις υπόλοιπες ιστορίες.
Επίσης, ο Εβαρίστ Γκαλουά, ένας από τους πιο διάσημους μαθηματικούς. Η ιστορία του είναι συγκινητική. Πέθανε είκοσι χρονών σε μονομαχία για μια γυναίκα. Ήταν επαναστάτης, επιστήμονας και ερωτευμένος. Ίσως, ο ρομαντισμός και οι ανησυχίες του είναι το αντίδοτο για την εποχή της πλήξης στην οποία ζούμε στερημένοι από οράματα, αδιάβροχοι από συναισθήματα.

Αγγελιοφόρος 11.11.07