Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2018

Βιογραφία και αυτοβιογραφία. Οι εκδοχές του εαυτού στο πε-ζωγραφικό έργο του Κώστα Ντιο


Κώστας Ντιος: "Inconclusive dialogues" 
Νομίζω ότι ο Κώστας Ντιος δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Είναι γνωστό ότι το 1978, μαθήτευσε στο εργαστήρι του γλύπτη Cezar, στην Ecole des Beaux-Art του Παρισιού, παρακινημένος από τις αφηγήσεις του πατέρα του, που έφταναν στα αυτιά του στιλβωμένες από τη γοητεία του μύθου της Σχολής Καλών Τεχνών της Αθήνας, της οποίας υπήρξε φοιτητής την εποχή του Ιακωβίδη. Αργότερα, συνέχισε στο εργαστήρι ζωγραφικής του Olivier Debré, αδερφού του διάσημου συγγραφέα Ρεζίς Ντεμπρέ. Θεωρώ ότι η ευρωπαϊκή του παιδεία τον καθόρισε ως ζωγράφο σε τέτοιo βαθμό, ώστε το έργο του να εντάσσεται στην μνήμη της τέχνης του και διαλέγεται μ’ αυτή.
Η ιστορικός τέχνης Θάλεια Στεφανίδου αναφέρει ότι η πηγή της εμπνευσής του βρίσκεται στη ζωγραφική των μεγάλων δασκάλων. Του Greco, του Velasquez, του Rembrandt, του Vermmeer, του Van Gogh, του Magritte. Εκείνων που νομοθέτησαν τους νόμους της τέχνης που διακονεί.

Ωστόσο, είναι ελάχιστα γνωστό ότι ο Κώστας Ντιος είναι ένας εξαίρετος πεζογράφος. Υπάρχει ένα σώμα δεκατεσσάρων αφηγημάτων, δημοσιευμένων όλων στην Παρέμβαση, που κινούνται στο χώρο ανάμεσα στη βιογραφία και την αυτοβιογραφία. Πρόκειται για υβριδικά αφηγήματα  στα οποία περιλαμβάνονται συνοπτικές βιογραφίες διάσημων ζωγράφων όπως είναι Φίλιππο Λίπι, ο Βαν Γκογκ, ο Μπενβενούτο Τσελίνι, ο Καραβάτζιο με ενσωματωμένο αυτοβιογραφικό υλικό του συγγραφέα.
Η βιογραφία ως λογοτεχνικό είδος έχει μια μεγάλη παράδοση. Ξεκινάει από τους «Παράλληλους Βίους» του Πλούταρχου, τους μεσαιωνικούς  «βίους αγίων» και τα Συναξάρια, τις βιογραφίες της Βικτωριανής Αγγλίας και της Γαλλίας και φτάνει ως τις μέρες μας, όπου τις τελευταίες δεκαετίες ανταγωνίζεται άλλα λογοτεχνικά είδη.
Στην Ελλάδα δεν έχει μεγάλη απήχηση και πρόκειται για ένα παραμελημένο είδος. Παρ’ όλο που στην ελληνική γραμματολογία μπορεί να βρει κανείς απομνημονεύματα των αγωνιστών του ’21 όπως του Μακρυγιάννη και του Κασομούλη, και αρκετές βιογραφίες και μυθιστορηματικές βιογραφίες όπως «Ο κοσμοκαλόγερος» του Μιχαήλ Περάνθη για τον Παπαδιαμάντη ή σύγχρονες όπως αυτή του Ρόντρικ Μπίτον για τον   Σεφέρη, το είδος ποτέ δεν αναπτύχθηκε ιδιαίτερα.
Κώστας Ντιος: "Ο πειρασμός του Αγίου Αντωνίου"

Η βιογραφία αρχίζει να γίνεται τέχνη και να αποκτά συγγένειες με το μυθιστόρημα, κυρίως ως προς την αφήγηση. Οι βιογράφοι άρχισαν να ενδιαφέρονται πια όχι μόνο για τις πράξεις αλλά χρησιμοποιώντας τις τεχνικές των μυθιστοριογράφων, δηλαδή τη φαντασία, την υποδήλωση, τη δραματική εντύπωση,  προσπαθούν αναδημιουργήσουν την προσωπικότητα και τον ψυχολογικό κόσμο του βιογραφούμενου, να περάσουν δηλαδή από την «αλήθεια της πραγματικότητας» στην «αλήθεια της φαντασίας».
Τι σημαίνει όμως αυτή η πεζογραφική εμμονή του Ντιο στις βιογραφίες των διάσημων ζωγράφων; Κατ’ αρχάς πρέπει να τονίσουμε ότι έρχεται ως συνέχεια του ζωγραφικού του έργου. H Ira Bruce Nadel, στο «Writers as Biographers»,  υποδεικνύει ότι οι συγγραφείς ως βιογράφοι επιλέγουν ως αντικείμενό τους επιφανείς προκατόχους με τέτοιο τρόπο, που απηχεί τις φροϋδικές λειτουργίες του Πατέρα. Με την επανεξέταση των προγόνων τους μπορούν να καταλάβουν τους εαυτούς τους και την καταγωγή των καλλιτεχνικών τους ονείρων. Παρά το γεγονός ότι ο βιογραφούμενος ασκεί επίδραση στον συγγραφέα, αυτή η αυτοαναφορική βιογραφία είναι μια πράξη απελευθέρωσης.
Αλλά “για ποιον μιλάει κανείς όταν μιλάει για τον εαυτό του;” αναρωτιέται ο Georges Gusdorf. «Ο πατέρας μου ο Τομάζο ήταν κρεοπώλης. Ούτε ο ίδιος ούτε η μάνα μου Αντωνία, αγνώστων ή αδιάφορων λοιπών στοιχείων, ήταν ζωντανοί όταν η θεία μου, πιεσμένη από μια πρωτοφανή φτώχια, μ’ εμπιστεύτηκε στο μοναστήρι των Καρμηλιτών στη Φλωρεντία». Στην εισαγωγική αυτή παράγραφο από το «Το φιλί που λείπει», το αφηγηματικό εγώ περιγράφει τα παιδικά χρόνια του ζωγράφου της Αναγέννησης Φίλιππου Λίπι. Θα μπορούσαμε να πούμε ως εδώ ότι η αυτοβιογραφία του Φίλιππου Λίπι ή του Βαν Γκογκ που εκφέρεται μέσω του αφηγηματικού «εγώ», έχει σχέση με αυτό που Μπόρχες ονομάζει η «Αυτοβιογραφία του Άλλου».

Ωστόσο, στη δεύτερη παράγραφο κι ενώ το «εγώ» μιλάει για το μάταιο και αυτοκαταστροφικό πάθος της ζωγραφικής,  συνάγεται εμμέσως  ότι πρόκειται για τα  νεανικά χρόνια του συγγραφέα. «Προς γενικήν  χλεύη έχω ασκήσει το πάρεργο του ζωγράφου σε όσες επαρχίες έτυχε να βρεθώ». Το υποκείμενο της αφήγησης εξακολουθούμε να το πιστώνουμε στον Φίλιππο Λίπι, αλλά το τοπωνύμιο της Εράτυρας που ακολουθεί και η αναφορά στον Danilo Kis φανερώνουν ότι ήδη μιλάει ο συγγραφέας.  Στη συνέχεια στη σκυτάλη της αφήγησης, και πίσω από το πρώτο πρόσωπο, εναλλάσσονται τα ώριμα χρόνια των δυο ζωγράφων. Η αφηγηματική δολιότητα του εγώ, που παλινδρομεί συνεχώς σε διαφορετικά προσωπεία, υπονομεύει και το αντικείμενο της αφήγησης στις παραγράφους που αναφέρονται στο μεγάλο έρωτα του μοναχού, και διάσημου ζωγράφου, με τη Λουκρητία.
Κάποιο ηλιοβασίλεμα, εξομολογείται, «η Λουκρέτσια χύθηκε σαν άμμος ανάμεσα στα δάχτυλά μου και γω μέτρησα τους κόκκους της έναν προς έναν. Ο προστάτης μου ο δούκας, ο γέρο-Κόζιμο, σαν έμαθε την περιπέτειά μου, ξέσπασε σε γέλια βροντερά που όμοια δεν ακούσατε ποτέ στη ζωή σας και ζήτησε από τον Πάπα να με απαλλάξει απ’ το μοναστικό όρκο…». Κι ενώ περιγράφει τα βάσανα του ερωτευμένου ανθρώπου που ναυάγησε στα βαθιά γαλάζια μάτια μιας γυναίκας, εξιστορώντας τη φενάκη και τη ματαιότητα του έρωτα, στο τέλος αντιλαμβανόμαστε ότι η Λουκρέτσια εναλλάσσεται ακροποδητί με άλλο πρόσωπο και η γυναικεία μορφή με τα γαλάζια μάτια αναφέρεται στο σήμερα. Μικρή σημασία έχει αν ονομάζεται Λουκρέτσια, Ραλλού, Λένα ή Ισαβέλλα. «Πολλά βράδια ταξίδεψα με ουίσκι, πάνω στην επικίνδυνη βάρκα των επικλήσεών μου στο θεό της νύχτας. Κάποιο πρωί είδα ζωγραφισμένη στη σκόνη της τηλεόρασης μια καρδιά, την ίδια που είχα ξαναδεί τρία χρόνια πριν πάνω στη σκόνη του αυτοκινήτου μου. Ένα μεσημέρι του Μάρτη, συναντηθήκαμε στον ίδιο πεζόδρομο και κάναμε πως δεν ιδωθήκαμε…Μου έμεινε ο γραφικός της χαρακτήρας με κίτρινο παστέλ στην πλάτη ενός πίνακα και μια πικρή μελαγχολία κάθε φορά που, ο αέρας που φύσηξε τα πανιά της, την ξαναφέρνει στη μνήμη μου…».

Προς το τέλος της ιστορίας το πρόσωπο της αφήγησης αισθάνεται την ανάγκη να υπερασπιστεί τη νομιμότητα του εγχειρήματός του. Απολογείται και ορκίζεται ότι ελάχιστες είναι οι δικές του λέξεις και ότι τις δανείστηκε για να φτιάξει την ιστορία του. «Θέλω να συμπληρώσω πως η άθλια ανικανότητα που με διακρίνει στο να συγκροτώ τη σκέψη μου, με κάνει να πιστεύω πως εδώ και ώρα συγχέω τις ιστορίες δύο διαφορετικών ανθρώπων. Ελπίζω να μην είναι σοβαρό το ολίσθημά μου. Ούτως ή άλλως, λένε, πως ενώπιον του βλέμματος του Παλαιού των ημερών, δυο πλάσματά Του αποτελούν την άλλη όψη του ίδιου νομίσματος» αναφέρει.
Στην ακροτελεύτια παράγραφο, τελικά μας αποκαλύπτεται και κάνει τον απολογισμό της ζωής του. «Ισχυρίζονται πως υπήρξα ένας ακόλαστος μοναχός που τον διέφθειραν τα εγκόσμια. Οι ίδιοι οι πουριτανοί έχουν να λένε ότι οι άγγελοί μου ήταν ένα σεράι που καμιά σχέση με την αγιότητα δεν είχαν. Μπορεί στις γυναίκες να έβλεπα αγγέλους, αλλά υπήρξα εξ ίσου ένας ευλαβής που με μόνο μπούσουλα την ψυχή και την τέχνη μου αναζήτησα το Θεό. Το όνομά μου είναι Φίλιππο Λίπι».
Στη τελευταία αυτή πρόταση τη θέση του Φίλιππο Λίπι, θα διαδεχτούν σε παρόμοιες συνθέσεις, ο Βαν Γκογκ στο «Βικέντιου απολογισμοί», ο Μπενβενούτο Τσελίνι και ο Μιτσουχίρο Καρασουμάρου στο «Η Εγνατία της επιστροφής και η παραεγνατία της φυγής», ο Καραβάτζιο στο «Η ελπίδα είναι το όνειρο των ξυπνητών ανθρώπων», ο Χοκουσάι στη «Μικρά Σύνοψη».

Υπάρχει και μια άλλη ομάδα αφηγημάτων, όπου στην άλλη εκδοχή του «εγώ» εναλλάσσονται ο αδελφός Κύριλλος στο «Ο κατά κόσμον Αθανάσιος», ο Σίμος, οδηγός μικρού φορτηγού, στο «Προσχέδιο για ένα μονόλογο», ο Μάρκος Η. Αλεξίου στην «Πρωθύστερη βιογραφία» ή ο Νίκος ο τσαγκάρης στην «Αφήγηση που ξεχάστηκε στο χτες». Ενδεικτικό αυτής της δεύτερης ομάδας είναι το «Σχέδιο με μολύβι» για τον διάσημο συγγραφέα Ντανίλο Κις, όπου ο Κώστας Ντιος μεταφέρει στο χαρτί, ως ελάχιστο φόρο τιμής για τον  φίλο του από τα χρόνια του Παρισιού, τις κοινές τους μνήμες.  
Χαρακτηριστικά είναι και τα άλλοθι που ψάχνει ο συγγραφέας. Παλιά τετράδια και ημερολόγια είναι συνήθως οι αφορμές για ξεχασμένες ιστορίες και αυτοβιογραφικές βυθοσκοπήσεις με τις εικαστικές αναζητήσεις,  όπως φανερώνουν και οι τίτλοι των αφηγημάτων.
Ωστόσο, ο πεζογραφικός λόγος του Κώστα Ντιο δεν είναι ούτε βιογραφία, ούτε αυτοβιογραφία. Ποια είναι, όμως, η αλήθεια των αφηγήσεών του; Πρόκειται για αναπαράσταση ή κατασκευή; Ο ίδιος ο συγγραφέας απαντά μέσα από τα αφηγήματά του: «Το ότι αλλοιώναμε την πραγματικότητα δεν σημαίνει ότι λέγαμε ψέματα. Απλώς ασκούσαμε το νόμιμο δικαίωμα που έχουν οι άνθρωποι που ξόδεψαν τα χρόνια τους, να ξαναζούν την ιστορία της ζωής τους όπως εκείνοι θέλουν και όχι όπως αυτή εξελίχθηκε ερήμην τους». («Πρωθύστερη βιογραφία»)
Παρ’ όλο που στις ιστορίες του υπάρχουν βιογραφικά και αυτοβιογραφικά στοιχεία δεν αποτελούν ένα curriculum vitae, αλλά ανασύρονται επιλεκτικά περιστατικά από τα  δυο υποκείμενα της αφήγησης, ώστε με τη συμπαράθεση των διαφορετικών βίων να  υπάρχει μια ψυχολογική ενότητα. Η αλήθεια τους δεν είναι βιογραφική, αλλά λογοτεχνική. Τα θραύσματα των διαφορετικών εκδοχών του «εγώ», ανασυντίθενται έτσι που στο τέλος, η αφήγηση αποκτά μια οργανική ενότητα. Τελικά, ο Ντιος ως πεζογράφος αναλαμβάνει πολλαπλές ελευθερίες και διαμορφώνει μια  προσωπική αφηγηματική τεχνική, η οποία υπερβαίνει τα  δύο είδη, της βιογραφίας  και αυτοβιογραφίας και μεταμορφώνει τις ιστορίες του σε ένα καθαρά λογοτεχνικό αφήγημα.
Εκείνο που δίνει ενότητα και υπόσταση σ’ αυτό το διπλασιασμένο εγώ είναι, κυρίως, ο ανεκπλήρωτος έρωτας και το πάθος για την τέχνη της ζωγραφικής.  Η ματαιότητα είναι ο καμβάς πάνω στον οποίο συνυφαίνονται τα κοινά πεπρωμένα των υποκειμένων της αφήγησης, τα οποία στο τέλος καίγονται ως λαμπάδες από το ερωτικό πάθος και την ουτοπία της τέχνης. Κι αυτό είναι που δίνει στις ιστορίες του έναν χαρακτήρα ρομαντικό.
Κατά την άποψή μου η αφηγηματική τεχνική και η γενικότερη καλλιτεχνική ευαισθησία του Κώστα Ντιο, με τις αναφορές στην ιστορία της ζωγραφικής καθιστούν τα δεκατέσσερα αφηγήματα μοναδικά.  Είναι κρίμα που βρίσκονται διάσπαρτα στους ξεχασμένους και σκονισμένους τόμους της Παρέμβασης μακριά από το πλατύ κοινό. Νομίζω ότι  Περιφέρεια η οποία εμπράκτως έδειξε τα φιλότεχνα αισθήματά της, θα έπρεπε να αναλάβει την έκδοσή τους σε έναν μικρό καλαίσθητο τόμο.
Το ζωγραφικό ισοδύναμο των αφηγήσεων του θα έλεγα ότι είναι το Inconclusive dialogues”, οι «Ατελέσφοροι διάλογοι». Κατά την ταπεινή μου προσωπική αισθητική, πρόκειται ίσως  για τον καλύτερο πίνακα του Ντιο. Εδώ παρατηρούμε  τα βασικά χαρακτηριστικά που αναφέραμε στα αφηγήματα. Ομάδες συνομιλητών, κουβεντιάζουν δίπλα στη θάλασσα. Δεξιά και σε πρώτο πλάνο όρθιοι, ο ίδιος ο ζωγράφος με δυο, όπως εικάζουμε από την ενδυματολογική περιβολή, αναγεννησιακές μορφές. Τη θέση της αυτοβιογραφίας παίρνει η αυτοπροσωπογραφία, οι αναγεννησιακές μορφές τη θέση του Φίλιππο Λίπι, ενώ πλαισιώνεται με εικαστικές αναφορές στον πίνακα του Magritte «The Collective Invention» με τον θάνατο της  γοργόνας, τη γυναίκα ψάρι πεσμένη στην άμμο δίπλα στα κύματα. Οι κανόνες τις σύνθεσης του πίνακα και της αισθητικής της αφηγημάτων του,  φαίνεται να διαπνέονται από το ίδιο πνεύμα.  Ζωγραφική και πεζογραφία συνθέτουν όπως δηλώνει και ο ίδιος ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα.
«Κατά καιρούς, ανασύροντας από διάφορες γωνιές του εργαστηρίου μου ζωγραφιές προηγούμενων χρόνων, που επέζησαν κακήν –κακώς, είδα πως όλες μαζί συνέθεταν ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα. Λέω μυθιστόρημα γιατί δεν ξέρω αν εγώ «μιλούσα» μ’ αυτές τις ζωγραφιές ή εκείνες με τη μυθοπλαστική τους επιμονή έχτιζαν το παραμύθι, μέσα στο οποίο βολεύομαι εδώ και πολλά χρόνια».
Θα έλεγα ότι ο Ντιος υιοθετεί τη μεταμοντέρνα τεχνική της μίξης και της αμφισβήτησης του υποκειμένου, ώστε η βιογραφική και αυτοβιογραφική έκφραση να αποτελούν μια αφήγηση. Το «εγώ» της πρωτοπρόσωπης αφήγησης  στην πορεία αφομοιώνει και συγχωνεύει τις ιστορίες, γιατί ανάμεσα στα δυο προσωπεία υπάρχει μια εκλεκτική συγγένεια. Η σκέψη αυτή θα έλεγα ότι δεν είναι αυθαίρετη, γιατί είναι κοντά στη γενικότερη καλλιτεχνική του αισθητική. Ανασύροντας από τα αρχεία του υπολογιστή μου το εισαγωγικό κείμενό του για τον τόμο του Λευκώματος, το οποίο ένα Αυγουστάτικο απόγευμα του 2001 μου υπαγόρευσε για δακτυλογράφηση διαβάζω: «Σε πολλές από τις εικόνες που προέκυψαν η συμμετοχή μου ήταν αυτή του φιλότεχνου σχολιαστή, ενώ αυτή η μεταμοντέρνα κατάσταση με οδήγησε στην υστερόβουλη όσο κι εγωκεντρική σκέψη ότι οι καλοί φιλότεχνοι είναι ένα κόσμημα εξ ίσου πολύτιμο με τους , εν γένει, πολύτιμους ζωγράφους».
Η προσωπική μου σχέση με τον Κώστα Ντιο μου επιτρέπει, ως ένα βαθμό, να ανασηκώνω τον καμβά και να βλέπω αληθινά πρόσωπα πίσω από τους πίνακες ή κάτω από τις γραμμές. Όπως λέει και ο ίδιος «οι ελάχιστοι αναγνώστες (φίλοι μου κυρίως) ψάχνανε τους ήρωές μου και, το χειρότερο για όλους μας, τους βρίσκανε!».  Μπορώ, λοιπόν,  να βεβαιώσω όχι για τα γεγονότα και τα καθέκαστα, αλλά για την αλήθεια ενός  βιώματος  που κρύβεται κάτω από τις γραμμές ή πίσω από τη λυρική έκφραση  μιας επώδυνης εξομολόγησης που προσπαθούσε κατά καιρούς να σβήσει με τόνους οινοπνεύματος.
Υπήρξα για πολλά χρόνια θαμώνας του εργαστηρίου του. Έχω στη μνήμη μου τις μυρωδιές από τα λάδια και το λινέλαιο. Μα πιο πολύ τις πολύτιμες εικόνες. Τη συμπαθητική αταξία του εργαστηρίου με τα πινέλα, τα χρώματα και τους πίνακες.  Αρκετοί από αυτούς εφημέρευαν ολόκληρα χρόνια ακουμπισμένοι τον τοίχο, ως ένα έργο εν προόδω, όπως ο «Πειρασμός του Αγίου Αντωνίου», κατά τη προσωπική μου ονομαστική εκδοχή. Γιατί πέρα από την εικόνα το βαθύτερο θέμα του πάντα ήταν η τελειότητα. Ωστόσο, όπως είπε κάποιος, «το καρφί από το οποίο κρέμεται ο πίνακας, είναι ο θάνατος της ζωγραφικής». Και ο Κώστας Ντιος έμεινε μακριά από το χρηματιστήριο της τέχνης των Αθηνών, αφού οι τεράστιοι πίνακες που ζωγραφίζει συνήθως, είναι ακατάλληλοι για τα σαλόνια. Ο ίδιος, όμως, προτιμά αυτή την δονκιχωτική διαδρομή, που έχει κάτι από  το άρωμα των μεγάλων ζωγράφων,  παλεύοντας  να εμφυσήσει τη δική του αλήθεια  στα ζωτικά ψεύδη της τέχνης και να αγγίξει τα εικαστικά του όνειρα.
Τόσο οι πίνακές του όσο και τα κείμενα συνθέτουν ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα, με ύφος πικρό και μελαγχολικό. Συγκροτούν  μια ιστορία όπου παρακολουθούμε τον  ίδιο τον καλλιτέχνη άλλοτε μέσα στη μοναξιά του εργαστηρίου του, να βρίσκεται αντιμέτωπος με την αλήθεια ή τη φενάκη της τέχνης που τον έχει εμπλέξει στα δίχτυα της, όπως τους παραστρατημένους μοναχούς η μαγεία της αίρεσής τους κι άλλοτε πάλι τον βρίσκουμε να πίνει μπίρες «πίσω από τα τζάμια του καφενείου ενός παρακμιακού πεζόδρομου», να παρακολουθεί με εικαστικό βλέμμα το δρόμο ωσάν να αντικρίζει την αγαπημένη του «Νυχτερινή περιπολία», και να καταγράφει τη ζωή ως μια πράξη αντίστασης απέναντι στον χρόνο που μας ροκανίζει.
Μια ιστορία μέσα στην οποία θα  περιπολούν για πάντα στα χρόνια που έρχονται, όπως τα απαθανάτισε με την πένα ή τον χρωστήρα του,   ο τσαγκάρης Νίκος Μέντζας και η γενέθλια πόλη του υψωμένη σαν το Τολέδο στα σύννεφα, ο Βικέντιος Βαν Γκογκ με τον Καραβάτζιο καβάλα σε μια γερμανική μοτοσυκλέτα, αγαπημένοι χαρακτήρες της Κοζάνης μέσα σε εικαστικές μνήμες του   Ρέμπραντ.   
Τα πρόσωπά του θα συνεχίζουν αενάως τους ατελέσφορους και ανεξιχνίαστους διαλόγους, τα τοπία θα είναι γεμάτα παπαρούνες κι  από μακριά θα ακούγεται μια  παλιά, γλυκιά, τρυφερή μουσική.

 Παρέμβαση τχ. 188-189 Καλοκαίρι 2018

Δεν υπάρχουν σχόλια: