Τετάρτη, 15 Δεκεμβρίου 2010

Οµάρ Καγιάµ ∆έκα Ρουµπάι - Ρουµπαγιάτ

 Ο Ομάρ Αλ Καγιάμ (1048-1131)  ήταν Πέρσης μαθηματικός, αστρονόμος και ποιητής. Στη Δύση είναι γνωστός κυρίως από τα «Ρουμπαγιάτ», όπως είναι γνωστά τα τετράστιχά του στα οποία ο τρίτος   στίχος είναι ελεύθερος και οι άλλοι με ρίμα. Κατόρθωσε να συνδυάσει τις μελέτες για την επίλυση κυβικών εξισώσεων ή το τρίγωνο του Πασκάλ με τους στίχους για το Θεό, το κρασί και τα κόκκινα τριαντάφυλλα.
Παραθέτω "Δέκα ρουμπάι" από το τελευταίο τεύχος της Παρέμβασης που μόλις κυκλοφόρησε.

Από πού ήρθαµε; Για ποια τραβούµε µέρη;
Το νόηµα τής ζωής ποιο; Κανείς δεν το ξέρει.
Πόσες ψυχές δε χάθηκαν, δε γίνανε στάχτη,
Πείτε µου πού ’ν’ ο καπνός και πού τ’ αγέρι;
2
Γνωστοί του ποτού οι κανόνες, κι ορίζουν: Ποιος πίνει;
Πότε και πόσο πίνει; Κι ακόµα: µε ποιον το κρασί του πίνει;
Αν τηρηθούν τα πιο πάνω, δίχως άλλο φέρνουνε γούρι,
Ότι σηµάδι σωφροσύνης το ποτό• και στου ποτέ το ποτέ οδύνη.
3
Το νά ’χεις πάρε δώσε µε κουτό, δεν είναι και ντροπή.
Μα βάλε στο νου σου για καλά του Οµάρ µια συµβουλή:
Όχι µην πεις, αν σου προτείνει ο σοφός µαχαίρι.
Μην πάρεις ούτε βάλσαµο απ’ του κουτού το χέρι.
4
Γι’ αυτόν που πλάθει τον πηλό ο λόγος, τον τσουκαλά.
Την πάσα τέχνη του έβαλε µε γνώση, και µε πολύ σεβντά.
Στου είναι το στρωσίδι έχυσε την κούπα του γιοµάτη
Κι άναψε µέσα του των πόθων όλων πυρκαγιά.
5
Κι αν µόνο µ’ ένα τούβλο µετριόταν όλο µου το βιο,
Θα τό ’δινα ποτήρι να γιοµίσω µες σε κρασοπωλειό.
Κι αύριο πού θα βρω ψωµί; Σκούφια και ρούχο θα σκοτώσω.
∆εν τα ύφανε δα µε τα χέρια της καµιά θεά στον αργαλειό!
6
∆ίχως µέθης τσαµπί, παρά τσακιστό δεν αξίζ’ η ζωή.
∆ίχως λύρας σκοπούς, τσακιστό δεν αξίζει παρά η ζωή.
Κι όσο πιο µακριά σε τούτο τον κόσµο βρεθώ,
∆ίχως κρασί κι ηδονή, τσακιστό δεν αξίζει παρά η ζωή.
7
∆εν πίνω το κρασί γιατί λατρεύω το κρασί.
∆εν πίνω για να µπω στης έκλυτης ζωής το βούρκο.
Πίνω για ν’ αναπνεύσω έξ’ από µένα µια στιγµή.
Εξ’ από µένα να βρεθώ• για τούτο πίνω το κρασί.
8
Ο φόβος του θανάτου -πίστεψέ µε!- δε µ’ αγγίζει.
Πιο τροµερή είν’ η ζωή. Τί µου ‘τοιµάζει η µοίρα;
∆ανεικιά την ψυχή µου από κάπου την πήρα:
Θα τη γυρίσω πίσω, σαν πίσω µου κλείσει κι η θύρα.
9
Τινάζω της ελπίδας το κλωνί• καρπέ του πόθου, πότε θα φανείς;
Σε τόσο σκότος τροµερό, της τύχης το νήµα πώς να το βρει κανείς;
Στενό κι άφωτο παντελώς, κι υγρό το µπουντρούµι της ζωής:
Προς την αιωνιότητα τη φωτεινή τη θύρα πώς να βρεις;
10
Στους τάφους οι κεκοιµηµένοι, επέστρεψαν στη Γη• οι τιποτένιοι γιοι
Σε µοίρα υπόκεινται οικτρή• η τέφρα τους εν τόπω σκορπίστηκε παντί.
Ποια µέθη θολώνει το µυαλό και τους βαστάει στου παντός την αγωνία;
Η φρόνηση σε ζόφο θά ’ναι βουτηγµένη, έως της Κρίσεως τη στιγµή.

Μτφρ. Γιάννης Μότσιος