Τετάρτη, 1 Ιανουαρίου 2020

Η Ελλάδα του εθνολαϊκισμού

Ή η υποκατάσταση της ατομικής και συλλογικής ηθικής από την ηθική του πολιτικού φρονήματος
 Του Αντώνη Μανιτάκη, The Books' Journal, τχ. 100  Ιούλιος- Αύγουστος 2019

Μάκης Καραγιάννης, «Μικρό
και αλαζονικό έθνος - Δοκιμές
ελληνικής αυτογνωσίας»,
Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη
2018, 368 σελ.
Ατομική ευθύνη, ενοχή, αισχύνη-καταισχύνη, αιδώς, ντροπή. Σε αυτές τις λέξεις θα μπορούσα να συμπυκνώσω την ουσία και την πολιτική σημασία της  της εργασίας του Μάκη Καραγιάννη, «Μικρό και αλαζονικό έθνος». Αυτό κράτησα από την ανάγνωσή της. Διότι μπορεί να έχει τη μορφή λογοτεχνικού κειμένου, ο σκοπός της όμως είναι βαθύτατα πολιτικός. Πολιτικό δοκίμιο θα το χαρακτήριζα. Διατρέχει με παραθέσεις φράσεων συγγραφέων, κυρίως ποιητών, όλη την ελληνική γραμματεία, από την αρχαία στη σύγχρονη.  Η διαχρονική όμως αναζήτηση κοινών πολιτικών και κυρίως πολιτισμικών χαρακτηριστικών του ελληνικού λαού δεν το καθιστά ιστορικό δοκίμιο. Πρόθεσή του δεν είναι πάντως να αναδείξει την ιστορική συνέχεια το ελληνικού  έθνους. Αυτό αποκόμισα από την ανάγνωση του βιβλίου.

ΜΗΝΙΝ ΑΕΙΔΕ ΘΕΑ

H ατέλειωτη και πολύμορφη οικονομική κρίση στην Ελλάδα έφερε και μια ατέρμονη «κρισεολογία». Λόγια βιαστικά και αστόχαστα, αλλά και λόγια μετρημένα ή και βαθυστόχαστα. Λόγια, όμως,  συνήθως, παραζάλης ή και απελπισίας, απερίσκεπτα, αγανάκτησης και καταγγελίας  για την κρίση θεσμών, αξιών και πρακτικών. Ο λόγος που εκφέρεται, πάντως,  στη δημόσια σφαίρα για την κρίση είναι  γενικόλογος, αόριστος και χωρίς ουσία. Δεν κινητοποιεί, δεν ξεσηκώνει, δεν εκπαιδεύει και, το σημαντικότερο, δεν αναζητά τα αίτια ή τους λόγους που οδήγησαν στην τόσο βαθιά και πολύμορφη και ατέλειωτη κρίση.
Ο ίδιος ο συγγραφέας χαρακτηρίζει στον υπότιτλο την εργασία του «Δοκιμές ελληνικής αυτογνωσίας», γιατί αυτό που τον ενδιαφέρει δεν είναι τελικά η περιγραφή ή η καταγγελία απλώς της σημερινής απίστευτης κατάντιας της ελληνικής πολιτικής και της κοινωνίας. Αυτό είναι απλώς η αφορμή για την συγγραφή του υπέροχου αυτού δοκιμίου.
Εκείνο που αναζητεί απεγνωσμένα είναι η  εξήγηση αυτής της κατάντιας, η ανίχνευση  των βαθύτερων λόγων που οδήγησαν την δοξασμένη, αλλά μοιραία τελικά, μεταπολίτευση στην παρακμή, στη σήψη, στη διαφθορά και στην καταστροφική φαυλότητα.
Και για να το πετύχει δεν κολυμπά στα αβαθή και βρώμικα νερά της  παρούσας πολιτικής συγκυρίας. Ποντίζεται, χάνεται  στα βαθιά νερά της αρχαιοελληνικής και νεοελληνικής γραμματείας. Και αρύεται από εκεί τα επιχειρήματα που έχει ανάγκη για να φανερώσει τα διαχρονικά, ανά του αιώνες, πολιτισμικά χαρακτηριστικά της ελληνικής ιδιαιτερότητας.

Τι είναι αυτό χαρακτηρίζει την ελληνικότητα; Τον βασανίζει πολύ το ερώτημα και σε αυτό επιχειρεί να απαντήσει πριν εξηγήσει του λόγους της σημερινής ταπείνωσης και της καθολικής πολιτικής αναξιοπιστίας. Ξεκινά  από τον Όμηρο και την Ιλιάδα, από τον πρώτο στίχο, που επικαλείται την θεά για να τραγουδήσει τον άγριο θυμό του Αχιλλέα εναντίον του Αγαμέμνονα, που αρνείται να αντικαταστήσει την ωραία Χρυσηίδα με την Βρισηίδα. «Μήνιν άειδε θεά». Αυτή είναι, γράφει,  η πρώτη λέξη, το εναρκτήριο λάκτισμα της ελληνικής και παγκόσμιας λογοτεχνίας, η οργή, ο θυμός. Και καταλήγει: «Ο καταγωγικός μύθος των Ελλήνων είναι ποντισμένος στο εμφύλιο πάθος», στον εμφύλιο σπαραγμό, στη λογομαχία και στην ατέλειωτη διαμάχη, θα πρόσθετα εγώ, έχοντας κατά νου τα σημερινά δρώμενα.
Με βάση αυτόν τον μύθο πλάθει και το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου του, που το επιγράφει «Πάθος, συμφέρον, λογική». Το πάθος μάς καθοδηγεί, μας παρακινεί,  άλλοτε μας ανυψώνει, μας κατευθύνει σε έργα αξιοθαύμαστα και ωραία και άλλοτε μας καταποντίζει, μας καταβαραθρώνει. Η φιλοσοφία και η πολιτική είναι ανάπηρες χωρίς τον υπολογισμό του θυμικού, γράφει. Και αν κοιτάξει κανείς τη σύγχρονη ελληνική ιστορία θα διαπιστώσει ότι οι «Έλληνες παρήγαν περισσότερο πάθος από αυτό που μπορούσαν να καταναλώσουν». Και η χώρα έμοιαζε με τεράστια σκηνή θεάτρου, όπου Έλληνες κυνηγούσαν Έλληνες. Και το πεδίο της ζωής μετατρεπόταν σε παλαίστρα». Το συναίσθημα κατίσχυε συνήθως της λογικής.
Ο Λεωνίδας Κύρκος, φωτισμένη και παθιασμένη φυσιογνωμία της Αριστεράς θα γράψει: «η Αριστερά ήταν ηρωική αλλά δεν ήταν σκεπτόμενη». Σε αυτήν την φράση συμπυκνώνεται κατά την γνώμη μου όλο το πολιτικό δράμα της ελληνικής Αριστεράς και της μοιραίας τύχης που γνωρίζει σήμερα.
Το πιο γόνιμο σε συλλογισμό και ευρηματικότητα κεφάλαιο του συγγραφέα είναι για μένα, ως νομικό και συνταγματολόγο,  αυτό που επιγράφεται: «Η γενεαλογία του υποκειμένου και της ατομικής ευθύνης». Σε αυτό ο Καραγιάννης αναδεικνύει, για την κατανόηση της ιδιοσυστασίας του Νεοέλληνα, τη σημασία του ζεύγματος «αιδούς και ενοχής», «καταισχύνης και  ατομικής ευθύνης». Στην αρχαία Ελλάδα αλλά και γενικά στις κοινοτικά δομημένες, προαστικές, κοινωνίες, αυτό που ορίζει κυρίως την συμπεριφορά ενός ανθρώπου είναι η ντροπή που αισθάνεται απέναντι στους άλλους, μέσα στην οικογένεια ή στην κοινότητα όπου ανήκει. Αυτό που φοβάται είναι η γενική αποδοκιμασία και η κατακραυγή από αυτήν. Ντρέπεται όταν κάνει κάτι που αντίκειται στην κοινωνική ηθική, στην ηθική της ομάδας ή της συντεχνίας διότι κινδυνεύει έτσι να απομονωθεί, να αποκλειστεί, να γίνει αποσυνάγωγος.
Στις νεωτερικές κοινωνίες, αντίθετα, στις κοινωνίας του ορθού λόγου, του Νόμου και του παντοδύναμου κράτους ή της ποινικής καταστολής και ατομικής τιμωρίας, αυτό που κυριαρχεί και κατισχύει των κοινωνικών ηθών, είναι η ατομική ευθύνη, ο έλεγχος της συνείδησης του καθενός. Δεν αισθάνεται  ντροπή απέναντι στους άλλους,  αφού δεν παραβαίνει το νόμο, αφού είναι νόμιμος.
Το άκρον άωτο αυτής της εξέλιξης  το ζήσαμε και το ζούμε ως εκφυλισμό στο τέλος της  μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Η περίφημη φράση «ό, τι είναι νόμιμο είναι και ηθικό», που ξεστομίστηκε από Υπουργό, λίγα μόλις  χρόνια πριν από την κρίση, με αφορμή το σκάνδαλο του Βατοπεδίου, είναι ενδεικτική. Επαναλαμβάνεται συχνά από την κυβερνώσα αριστερά.
Στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης το ποινικό ανεύθυνο απορρόφησε, καταβρόχθισε κάθε ίχνος ατομικής ηθικής, αλλά και πολιτικής ευθύνης. Αφού είμαι ποινικά ανεύθυνος, τότε και ηθικά δεν φέρω  ευθύνη. Ως ανεύθυνος γι’ αυτό που κάνω δεν οφείλω να λογοδοτήσω ούτε πολιτικά. Για αυτό τον λόγο δεν  αισθάνομαι καμία ενοχή ούτε ντροπή για ό,τι κάνω ή λέω, έχω την συνείδησή μου αναπαυμένη. Η μη ανάληψη ευθύνης  και η ατιμωρησία εισέβαλε στη ζωή μας, έγινε κανόνας συμπεριφοράς. Η ηθική του πολιτικού φρονήματος υποκατέστησε τελικά την ηθική της ατομικής ευθύνης.
Η πολιτική και ατομική ανευθυνότητα στρώθηκε ως  δικαιολογία, ως άλλοθι για την απουσία κάθε είδους ντροπής ή  καταισχύνης για αυτά που κάνουν οι κυβερνώντες.
Διάβρωσε στο τέλος  και την κυβερνώσα αριστερά που κατάντησε και αυτή σαν τους άλλους, πολιτικά  ξεδιάντροπη, χωρίς αιδώ και χωρίς αισχύνη για αυτά που έλεγε  και  έκανε ως αντιπολίτευση. Κάνει αυτά που δεν πιστεύει και δεν κάνει αυτά που πιστεύει. Με μια λέξη, είναι πολιτικά αναίσχυντη. Το ηθικό πλεονέκτημα που κληρονόμησε από το ΚΚΕ εσωτερικού,  εξανεμίστηκε, εν μία νυκτί, σε  17 ώρες.
Ο Καραγιάννης επιμένει ιδιαίτερα στο θέμα  αυτό  και  αναζητώντας τα σταθερά χαρακτηριστικά γνωρίσματα της νεοελληνικής ιδιοσυστασίας, τα ψάχνει στις  ρίζες της, στην ιστορία της ιδίως στη νεότερη. Θεωρεί υπεύθυνη την ατελή διαμόρφωση στην νεοελληνική κοινωνία της ατομικότητας, της υποκειμενικότητας του ατόμου.

Ο ΚΑΧΕΚΤΙΚΟΣ ΕΛΛΗΝΑΣ ΕΑΥΤΟΣ

Ο Διαφωτισμός και η αστική κοινωνία έπλασαν ως μονάδα συστατική της κοινωνίας και του κράτους το άτομο. Το άτομο αυτόνομο υποκείμενο δικαίου, σε αντιπαράθεση με την κοινωνία, αυτόβουλο, αυτεξούσιο, αυτό-προσδιοριζόμενο, υπεύθυνο του εαυτού του και της μοίρας.
Αυτή η φυσιογνωμία έμεινε στην σύγχρονη ελληνική κοινωνία, ατελής, ανώριμη, καχεκτική, κολοβή, εξαρτημένη από την θαλπωρή της μικρής και μεγάλης οικογένειας, από τη σιγουριά της μικρής κοινότητας που θεωρεί ότι ανήκει. Γι’ αυτό και δεν συνδέθηκε ουσιαστικά ποτέ με το κράτος, που δεν θεώρησε ποτέ δικό του, το αντιμετώπιζε ως κάτι ξένο από τον εαυτό του. Ο δεσμός μαζί του ήταν τυπικός, εξαναγκαστικός. Γι’ αυτό και η υπακοή στους νόμους ήταν και αυτή εξαναγκαστική. Δεν συμμορφωνόταν ενσυνείδητα σε αυτούς, επειδή ο ίδιος συμμετείχε έμμεσα  στην θέσπισή τους, μέσω της λαϊκής κυριαρχίας. Υπάκουε απλώς, επειδή δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Όχι γιατί αισθανόταν ότι  ήταν ο ίδιος δημιουργός και υποκείμενο του νόμου. Δεν αντιμετώπισε  ποτέ το νόμο ως έκφραση της γενικής θέλησης και ως υπηρέτη του γενικού συμφέροντος αλλά ως έκφραση ορισμένων ταξικών ή οικονομικών συμφερόντων.
Για τον λόγο αυτό η σύνδεση του ατομικού συμφέροντος με τα γενικό, όπως εκφραζόταν από το κράτος, ήταν πάντα ατελής, καχεκτική. Το δημόσιο ή το γενικότερο συμφέρον της κοινωνίας του ήταν κάτι αδιάφορο, δεν τον αφορούσε, δεν τον συγκινούσε. Τον ενδιέφερε μόνον ο εαυτό τους, και όχι το κοινωνικά σύνολο. Εξ ου και ο άκρατος ατομικισμός του.
Κράτος αναξιόπιστο και ανίκανο, ατομικότητα ατελής, συμπεριφορά ατομικιστική, αυτά ήταν τα θεμέλια της μεταπολεμικής Ελλάδας που τη οδήγησαν τελικά στην παρακμή και στην διάλυση του κοινωνικού και πολιτικού ιστού.
Θα ήταν όμως  η ασυγχώρητη παράλειψή μου, αν δεν έλεγα δύο λόγια βιαστικά, για το  πιο ωραίο και πιο σφριγηλό και πιο καυτό μέρος του πολιτισμικού αυτού δοκιμίου, αυτό που αναφέρεται στο έθνος, στον λαό και τέλος,  στον  λαϊκισμό ή καλύτερα στον εθνικολαϊκισμό. Που οδήγησε την πολιτική ζωή μας στον πλήρη εκφυλισμό της. Σε αυτό το θέμα αφιερώνει τις περισσότερες σελίδες του βιβλίου.
Περιγράφει την λατρεία του έθνους αρχικά, την ρομαντική πρόσληψή του κυρίως τον μεσοπόλεμο, αλλά και μετά, με εκπροσώπους μεταξύ των άλλων, τον Θεοτοκά, το Ελύτη και το Σεφέρη. Λίγο αργότερα στα χρόνια τα δικά μας ο εθνορομαντικός λαϊκισμός μετεξελίσσεται σε εθνικολαϊκισμό για να συναντηθεί στη συνέχεια με τον αριστερό κα δεξιό λαϊκισμό. Αριστερός και δεξιός λαϊκισμός συμπλέκονται σωματικά μεταξύ τους. «Ο πιο αυθεντικός εκφραστής που ενσαρκώνει με εμβληματικό τρόπο σήμερα την τραγωδία του εθνικολαϊκισμού είναι δυστυχώς ο Θεοδωράκης» γράφει ο Καραγιάννης. «Στο πρόσωπό του ο λαός της αριστεράς ενώνεται με το περιούσιο ανάδελφο έθνος και αγωνίζονται μαζί σαν ελεύθεροι  ενάντια στις διεθνείς συνωμοσίες στους ευρωπαίους δανειστές».
Έτσι η Ελλάδα πορεύτηκε από την δοξολογία του έθνους στην  λατρεία του Λαού, από την εθνική κυριαρχία στην λαϊκή. Με τον Λαό κυρίαρχο παραδόθηκε άνευ όρων και ορίων στον  μύλο του σημερινού εθνολαϊκισμού, που ως επίσημη, κρατική πλέον ιδεολογία έγινε κυρίαρχη πολιτικά, χάρις στην ιερή  συμμαχία του δεξιού με τον αριστερό εθνικολαϊκισμό.
Αναζητώντας απεγνωσμένα μια διέξοδο στο αδιέξοδο και προχωρώντας  σε μια επίμονη και σκληρή, ως αριστερός, κριτική ανάλυση της σημερινής πραγματικότητας, ο Μάκης Καραγιάννης μας χαρίζει ένα πόνημα πολύτιμο για να γνωρίσουμε καλύτερα τον πολιτισμικό κα πολιτικό εαυτό μας, για την συλλογική μας αυτοσυνείδηση και κυρίως για την αυτογνωσία μας.
Διάβασα με ευχαρίστηση το Μικρό και αλαζονικό έθνος, το χάρηκα, απόλαυσα το γλωσσικό ύφος, την αφηγηματική δεινότητα του συγγραφέα του, εντυπωσιάστηκα από τα πλούσια και ποικίλα αναγνώσματά του, από τα παραθέματα λογοτεχνίας, ποίησης, πολιτικής φιλοσοφίας και ιστορίας, πολιτισμού από την ανάλυση της αρχαίας τραγωδίας καθώς και από τον τρόπο που τα συνδύασε όλα αυτά αρμονικά σε ένα γλαφυρό αφήγημα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: