Τρίτη, 10 Σεπτεμβρίου 2019

Βιογραφίες: συνήγοροι και δικαστές



ΕΛΠΙΔΟΦΟΡΟΣ ΙΝΤΖΕΜΠΕΛΗΣ
Κωνσταντίνος Καραθεδωρή, Μυθιστορηματική βιογραφία,
 Εκδ. Μένανδρος, 2019, σ.224

Λένε ότι ο κάθε συγγραφέας έχει τις εμμονές του κι αυτό αληθεύει σε μεγάλο βαθμό. Είναι φανερό ότι ο Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης έχει το δικό του πάθος, αφού αυτό είναι το τρίτο βιβλίο του που αναφέρεται στον Καραθεοδωρή. Έχουν προηγηθεί το «Μια απρόσμενη συνάντηση Αϊνστάιν-Καραθεοδωρή» το 2010 από την ομώνυμη συλλογή διηγημάτων και «Η τελευταία εξίσωση του Κωνσταντίνου Καραθεοδωρή» το 2013.

Το ανά χείρας βιβλίο αυτοσυστήνεται ως «Μυθιστορηματική βιογραφία» με ό,τι αυτό συνεπάγεται και νομίζω ότι ανταποκρίνεται στο περιεχόμενο. Εδώ πρέπει να κάνουμε μια πρώτη βασική επισήμανση.  Ό,τι επιγράφεται ως λογοτεχνία -μυθιστόρημα, διήγημα, μυθιστορηματική βιογραφία- είναι φανερό ότι προγραμματικά διεκδικεί κάποιες ελευθερίες. Υπάρχει δηλαδή μια άτυπη σύμβαση. Ο μυθιστοριογράφος είναι ελεύθερος να αναπλάσει μια ιστορία χρησιμοποιώντας τη φαντασία του χωρίς να δεσμεύεται από τα πραγματικά ή ιστορικά γεγονότα. Αντίθετα, ό,τι δηλώνεται ως βιογραφία με τις παραλλαγές της -βίοι, συναξάρια κτλ δεσμεύεται να μείνει πιστό στην αλήθεια και την πραγματικότητα του περί ού ο λόγος.

Πρέπει να πούμε ότι ο  όρος βιογραφία αρχίζει να χρησιμοποιείται από τα μέσα του 17ου  αιώνα και μέχρι τον 20ο  ο ρόλος της βιογραφίας είναι ηθικοπλαστικός. Το κύριο έργο της είναι να εγκωμιάσει, να εξυμνήσει και να διδάξει ηθικά μέσα από τα παραδείγματα των μεγάλων ανδρών. Στις αρχές του 20ου αιώνα, και ιδιαίτερα τον μεσοπόλεμο, συμβαίνει μια μεγάλη τομή, η οποία αφορά τη στάση του βιογράφου και την ελευθερία την οποία αποκτά απέναντι στο αντικείμενό του.

Η Βιρτζίνια Γουλφ και ο κύκλος του Bloomsbury εισήγαγαν μια άλλη οπτική. Στο δοκίμιό της με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Η Νέα Βιογραφία» -το οποίο δυστυχώς είναι αμετάφραστο στην Ελλάδα- θεωρεί ότι o Lytton Strachey διαμόρφωσε το πρότυπο ενός άλλου βιογράφου όπου «Είτε φίλος είτε εχθρός, είτε θαυμαστής είτε επικριτικός είναι ένας ίσος (με το θέμα του). Σε κάθε περίπτωση διατηρεί την ελευθερία και το δικαίωμα της ανεξάρτητης κρίσης[1]».

Η βιογραφία αρχίζει να γίνεται, λοιπόν,  τέχνη και να αποκτά συγγένειες με το μυθιστόρημα, κυρίως ως προς την αφήγηση. Οι βιογράφοι άρχισαν να ενδιαφέρονται πια όχι μόνο για τις πράξεις, αλλά χρησιμοποιώντας τις τεχνικές των μυθιστοριογράφων, δηλαδή τη φαντασία, την υποδήλωση, τη δραματική εντύπωση,  προσπαθούν αναδημιουργήσουν την προσωπικότητα και τον ψυχολογικό κόσμο του βιογραφούμενου, να περάσουν δηλαδή από την «αλήθεια της πραγματικότητας» στην «αλήθεια της φαντασίας». Οι βιογραφίες παύουν να είναι μια ψυχρή επιστημονική συσσώρευση γεγονότων και η έμφαση δίνεται στην αφήγηση.


Στη μυθιστορηματική βιογραφία του Ιντζέμπελη, αν και όπως είδαμε λόγω του είδους στο οποίο ανήκει δικαιούται μια μεγάλη ελευθερία, η αφήγηση επιλέγει να μείνει πιστή στα συμβάντα της ζωής του Κωνσταντίνου Καραθεοδωρή.  Με ένα απλό ύφος αναπλάθει σε αδρές γραμμές την ιδιωτική και δημόσια ζωή του επιμένοντας στην πιστότητα της αναπαράστασης. Τα ντοκουμέντα που παρατίθενται στην αφήγηση δεν λειτουργούν μόνο ως τεκμήρια αληθοφάνειας, αλλά  επωμίζονται έναν πρωταγωνιστικό ρόλο, ώστε η τριτοπρόσωπη αφήγηση να συμπληρώνει τα κενά.

Ποιος είναι ο Καραθεοδωρή, όπως τον βλέπουν και τον πλάθουν εν προκειμένω τα μάτια του μυθιστοριογράφου; Ανιδιοτελής, φιλόπατρις και ιδεολόγος.  Άνθρωπος του καθήκοντος, χωρίς δεύτερες σκέψεις και χωρίς γωνίες ο οποίος ανταποκρίνεται στην πρώτη πρόσκληση του Ελευθέριου Βενιζέλου, παραιτείται από το  Πανεπιστήμιο του Βερολίνου και αναλαμβάνει την οργάνωση του Ιωνικού Πανεπιστήμιου στη Σμύρνη, αλλά και στη δεύτερη πρόσκλησή του –παρά την αποτυχία της πρώτης- για την αναμόρφωση των πανεπιστημίων της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης.

Είναι ο φιλέταιρος επιστήμονας που συνεργάζεται με τον  Αϊνστάιν και βοηθάει τους φίλους του στις κρίσιμες στιγμές, όπως έκανε με τον Kουρτ Ράιντμάστερ, υπογράφοντας το 1933 έκκληση κατά της απόλυσής του μαζί άλλους δεκαέξι μαθηματικούς.

Η ψυχογραφική αποτύπωση του μυθιστορηματικού Καραθεοδωρή φιλοτεχνεί έναν  τρυφερό σύζυγο και φιλόστοργο πατέρα, νηφάλιο και αυτοσυγκρατημένο απέναντι στην άδικη και μικρόψυχη συμπεριφορά που του επιφυλάσσει το ελληνικό πανεπιστημιακό κατεστημένο.

Ωστόσο, κάθε βιογραφία του Καραθεοδωρή, κι αυτό είναι κατά την άποψή μου το μεγαλύτερο κέρδος,  είναι ο καθρέφτης της εθνικής μας αυτογνωσίας. Η υποδοχή του στην Ελλάδα και η αντιμετώπισή του αποτυπώνει την αιώνια νεοελληνική παθογένεια του «Μικρού και αλαζονικού έθνους», η οποία γίνεται περισσότερο ανάγλυφη όταν  τίθεται αντιστικτικά στα πολιτισμικά περιβάλλοντα της Γερμανίας και της Ελλάδας.

Είναι γνωστό ότι ο Καραθεοδωρή, υπήρξε ένας από τους µεγαλύτερους µαθηµατικούς του εικοστού αιώνα. Δεν άνοιξε νέους δρόµους στην επιστήµη, αλλά έλυσε σημαντικά κεντρικά προβλήµατα της εποχής του. Ο Λογισµός των Μεταβολών ήταν από τις πρώτες περιοχές της έρευνάς του. Σηµαντική ήταν, επίσης, η συµβολή του στην αξιωµατική θεµελίωση της Γενικής Θεωρίας Μέτρου, στη Θερµοδυναµική και στη Θεωρία της Σχετικότητας.

Με ποιον τρόπο τον αντιμετώπισε η Γερμανία αν και δεν ήταν Γερμανός; Πρώτα απ’ όλα ήταν προϊόν της γερμανικής εκπαίδευσης και όχι της ελληνικής. Ωστόσο,  μαγικές λέξεις –οι οποίες απουσιάζουν από ελληνικό λεξιλόγιο εδώ και 200 χρόνια ελεύθερου βίου- είναι η αξιοκρατία και η αξιοπρέπεια. Η Γερμανία αναγνώρισε την αξία του και το 1913 διαδέχτηκε τον μεγάλο Φέλιξ Κλάιν στην έδρα των Μαθηματικών στο Πανεπιστήμιο στο Γκέτινγκεν. Όταν (1923) το ελληνικό πανεπιστήμιο μικρόψυχα του ανέθετε να διδάξει Στοιχεία Μαθηματικών στους πρωτοετείς ή το 1920 τον απέλυε, γιατί είχε χάσει τις εκλογές ο Βενιζέλος και στη θέση των Βενιζελικών έπρεπε να διοριστούν οι νέοι φιλοκυβερνητικοί, στη Γερμανία συνεργαζόταν µε τους γίγαντες της σκέψης που διαµόρφωσαν την επιστήµη, όπως ο Άλµπερτ Αϊνστάιν, ο Ντάβιντ Χίλµπερτ, ο Χέρµαν Μινκόφσκι και ο Μαξ Πλανκ τον αντιμετώπιζαν με σεβασμό και θαυμασμό.

Στις βιογραφίες θα έλεγα ότι ενδημούν δυο χαρακτηριστικές τάσεις του είδους, τις οποίες θα ονόμαζα ο συνήγορος και ο δικαστής. Είτε η  μυθοποίηση του προσώπου με τα εγκώμια, είτε η εσκεμμένη απομυθοποίηση. Ο βιογράφος, μάλιστα, που υποδύεται τον  δικαστή, όπως αναφέρω και σε ένα διήγημα, «κατεδαφίζει μεγάλα ονόματα για να αποκτήσει ό ίδιος αξία» και χρήματα βέβαια από τη βιογραφία.

Νομίζω ότι το βιβλίο του Ελπιδοφόρου Ιντζέμπελη ανήκει στην πρώτη κατηγορία. Το κίνητρό του είναι ο θαυμασμός του προς τον βιογραφούμενο. Γοητευμένος από τον θρύλο του Καραθεοδωρή προσπαθεί να ανασυνθέσει την πολυσχιδή προσωπικότητά του και ταυτόχρονα  να αναπλάσει μια ολόκληρη εποχή. Δεν θέλει να ανατρέψει τον μύθο του, προσπαθεί να μείνει πιστός στην ιστορική αλήθεια και να μας συγκινήσει μέσα από μια απλή και γοητευτική εξιστόρηση.








[1] “Whether friend or enemy, admiring or critical, he is an equal.” «The Art o f Biography, Granite and rainbow, Essays by Virginia Woolf, Harcourt, Brace  and company, New York, 1958, p. 152

Παρέμβαση τχ. 192-193 Καλοκαίρι 2019


Δεν υπάρχουν σχόλια: