Τρίτη 25 Δεκεμβρίου 2007

Το πνεύμα των Χριστουγέννων


Το πνεύμα των Χριστ
ουγέννων και η Δύση

Φ
ώτα, έλατα, χιόνια, δώρα, διαφημίσεις προσπαθούν να μας αγγίξουν για να νιώσουμε λίγο τις γιορτές. Δεν είναι όμως αρκετά. Τα Χριστούγεννα ήταν πάντα μια οικογενειακή γιορτή και οι αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας. Η επιστροφή στην παιδική αθωότητα.

"Ήτο η νύξ της παραμονής των Χριστογέννων του έτους 196... Η σελήνη από ώρας είχεν υπερβεί την υψηλήν οφρύν των Καμβουνίων και εκάλυπτεν δια του μελιχρού φωτός το μικρόν χωρίον εις τα χιονισμένα κράσπεδα του κρημνώδους όρους…" (Ο Νοσταλγός - Ο Καθρέφτης και το Πρίσμα)

Το «Πνεύμα των Χριστουγέννων» -όχι μόνο του Κάρολου Ντίκενς το οποίο δημοσιεύτηκε το 1843- αλλά γενικότερα, ήρθε όπως λέει ο Παπαδιαμάντης από την Δύση.



«Ολόκληρον φιλολογίαν αποτελούσι τα λεγόμενα Contes de Noël, τα Χριστούγεννιάτικα δηλ. παραμύθια, ών τινα εξόχων συγγραφέων έργα είναι ωραιότατα, βιβλιοθήκην δε ολόκληρον δύνανται να γεμίσωσι τα κατ' έτος εκδιδόμενα Christmas Numbers, τα έκτακτα δηλ. φυλλάδια των εικονογραφημένων περιοδικών τα δημοσιευόμενα επί τη εορτή των Χριστουγέννων, μετά καλών εικόνων και ποικιλωτάτης τερπνής ύλης»

Όμως, και η ίδια η γιορτή των Χριστουγέννων καθιερώθηκε εις τα καθ’ ημάς από τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο όταν «ελθόντων τινών από της Δύσεως και απαγγειλάντων, εκανόνισε την εορτήν ταύτην εν τη Ανατολική Εκκλησία.»

Παραθέτω την εισαγωγή του σχετικού άρθρου του Παπαδιαμάντη από τη ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ (1941) σε επιμέλεια Γ. Βαλέτα και για όποιον θέλει να το διαβάσει ολόκληρο υπάρχει η σχετική η ηλεκτρονική παραπομπή στη «Μυριόβιβλο».

Καλά Χριστούγεννα


Χριστούγεννα

Εάν το Πάσχα είναι η λαμπρότατη του Χριστιανισμού εορτή (1), τα Χριστούγεννα βεβαίως είναι η γλυκύτατη και συγκινητικωτάτη, και δια τούτο ανέκαθεν εθεωρήθη ως οικογενειακή κατ’ εξοχήν εορτή.

Εν τη Εσπερία δε τα κατ’ αυτήν ανεπτύχθησαν και διετυπώθησαν όντως, ώστε προσέλαβεν ιδιόρρυθμόν τινα τύπον, και ήθη, έθιμα και παραδόσεις ιδιαίτεραι προς αυτήν συνεκροτήθησαν (2) και επ’ αυτής αντεπέδρασαν.


Ολόκληρον φιλολογίαν αποτελούσι τα λεγόμενα Contes de Noël, τα Χριστούγεννιάτικα δηλ. παραμύθια, ών τινα εξόχων συγγραφέων έργα είναι ωραιότατα, βιβλιοθήκην δε ολόκληρον δύνανται να γεμίσωσι τα κατ' έτος εκδιδόμενα Christmas Numbers, τα έκτακτα δηλ. φυλλάδια των εικονογραφημένων περιοδικών (3)} τα δημοσιευόμενα επί τη εορτή των Χριστουγέννων, μετά καλών εικόνων και ποικιλωτάτης τερπνής ύλης.

Ουδέν δε άπορον αν εν τη Δύσει ιδίως ανεπτύχθη η εορτή αύτη, διότι εκ της Δύσεως έχει αν όχι την αρχήν, τουλάχιστον την τάξιν και την σύστασιν.

Γνωστόν ότι πρώτος ο θείος Χρυσόστομος, «ελθόντων τινών από της Δύσεως και απαγγειλάντων», εκανόνισε την εορτήν ταύτην εν τη Ανατολική Εκκλησία, ότε, κατ’ αυτόν τον μήνα Δεκέμβριον τη ιε', εχειροτονήθη πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, περί τα τέλη του δ' αιώνος. Διότι, φαίνεται, έως τότε επεκράτει σύγχυσις, και εωρτάζετο μεν κατά τόπους η Χριστού Γέννησις, αλλ’ ετέλουν την εορτήν άλλοι άλλοτε και δεν συνεφώνουν περί της ημέρας. Η Δυτική Εκκλησία είχεν ορίσει απ’ αρχής την κε' του Δεκεμβρίου και την ημέραν ταύτην έταξεν εν τη Ανατολή ο ιερός Χρυσόστομος...

Ολόκληρο το κείμενο εδώ:

Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2007

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης


Η ευρωπαϊκή θητεία ενός ακραιφνούς έλληνα

Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ
ΛΑΜΠΡΙΝΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΥ
«Ο Παρδαλός Συρικτής της Εμλίνης»
Για τον μεταφραστή Παπαδιαμάντη
εκδ. «ΝΕΦΕΛΗ», Αθήνα 2007, σελ.125

Πριν από δεκαπέντε περίπου χρόνια ο μεταφραστής Παπαδιαμάντης ήταν κοινή φιλολογική πεποίθηση, αλλά από το τεράστιο και ανεξερεύνητο έργο του υπήρχε μόνον ένα αχνό περίγραμμα το οποίο διέγραφαν, κυρίως, ο κατάλογος του Κατσίμπαλη και του Βαλέτα. Τα τελευταία χρόνια η αφηρημένη ιδέα άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά, φέρνοντας στην επιφάνεια μια καταποντισμένη Ατλαντίδα. Ήδη, εκτός από τις διάσπαρτες μεταφράσεις, κυκλοφορούν σε αυτοτελείς τόμους έργα των Ντοστογιέφσκι, Τσέχωφ, Γκυ ντε Μωπασσάν, Αλφόνσου Ντωντέ, Χαρτ Μπρετ, Χώλλ Κέιν, Αλφρέδου Κλάρκ, Φρειδερίκου Φάρραρ κ.ά.

«Ο Παρδαλός Συρικτής της Εμλίνης», δέκατος τόμος ήδη στη σειρά «Οι νεώτεροι για τον Παπαδιαμάντη», είναι η συναγωγή είκοσι ενός κειμένων, του Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου και της Λαμπρινής Τριανταφυλλοπούλου, πρωταγωνιστών αυτής της μαραθώνιας πορείας. Δημοσιευμένα σε εφημερίδες και περιοδικά, από το 1992 έως το 2006, καταγράφουν τα βήματα αλλά και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν στην προσπάθεια για την αποκάλυψη και αποκατάσταση του έργου. Δεν πρόκειται για ψυχρή επιστημονική εργασία αλλά για έργο ζωής με το οποίο ο Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος έχει συνδέσει το όνομά του. Για τον χαλκέντερο φιλόλογο η σπουδή πάνω στο παπαδιαμαντικό έργο έχει υπερβεί την τριακονταετία, ενώ η Λαμπρινή έχει τη δική της συνεισφορά, καρπός της οποίας αποτελεί στον παρόντα τόμο, μεταξύ άλλων, και ο κατάλογος με τις είκοσι μία άγνωστες και σχεδόν άγνωστες μεταφράσεις του Παπαδιαμάντη.

Έκτυπη είναι στο βιβλίο η ψυχική μετοχή με τις απορίες, τις αμφιβολίες ή τον ενθουσιασμό και τις συγκινήσεις σε κάθε βήμα, καθώς είναι πολλαπλές οι δυσκολίες και τα ερωτήματα που ανακύπτουν.
Μια μεγάλη ομάδα κειμένων αναζητά τα τεκμήρια με τα οποία ο μελετητής καλείται να προσγράψει στον συγγραφέα κάποιες από τις πολυάριθμες ανυπόγραφες μεταφράσεις. Εδώ, η τριβή με το έργο αποδεικνύεται πολύτιμη, αφού η ανίχνευση γίνεται με τα γλωσσικά κριτήρια, τα οποία συγκροτούν την παπαδιαμαντική συγγραφική ταυτότητα. Παρακολουθούμε τις περιπλανήσεις των μελετητών στα λεξικά και στα αρχαία κείμενα από τον Όμηρο μέχρι τον Αθήναιο για την θεμελίωση της καταγωγής και της πατρότητας λέξεων και φράσεων, οι οποίες εξέχουν από το μεταφρασμένο κείμενο (κυλινδηθμός, εγκεκορδυλημένος, μαλθάκαι, ψιθύρω τη φωνή κ.ά.) και με μια παράξενη αλχημεία κάνουν τη γλώσσα να κυματίζει και να γοητεύει.

Μια άλλη ομάδα κειμένων διερευνά τη «μεταφραστική ηθική». Ο Σκιαθίτης διηγηματογράφος φαίνεται να σιωπά γύρω από το θέμα, αλλά η γλώσσα των μεταφράσεών του αποκαλύπτεται με την ίδια επάρκεια εκείνης των διηγημάτων του. Οι γραμματικές και οι έως αυθαιρεσίας μεταφραστικές ελευθερίες σε αρκετές περιπτώσεις υπερβαίνουν ευεργετικά το πρωτότυπο. Δεν είναι λίγες οι φορές στις οποίες πλειοδοτεί με προσθήκες φράσεων ή εκκλησιαστικών στίχων -«φόβος και τρόμος επέπεσε τη κτίσει»- που εξελίσσονται σε κοινούς τόπους και οδόσημα στην πορεία για τη γνησιότητα παπαδιαμαντικών μεταφράσεων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα των λύσεων τις οποίες υιοθετεί, αλλά και της δεινότητας της γραφίδας του, αποτελεί το backwards στον Μαξιώτη του Χώλλ Κέιν, το οποίο μεταφέρει στα ελληνικά με πέντε ελληνικά συνώνυμα: οπισθοβαστούσα, οπισθοφανώς, με τα νώτα, με τα πισινά, οπισθοβατεί.

Οι ποικίλες ερμηνείες στη διάρκεια ενός αιώνα αποδεικνύουν τη γονιμότητα του παπαδιαμαντικού κειμένου. Ο αναγνωστικός ορίζοντας, τον οποίο διαμόρφωσε η κριτική, περιλαμβάνει μια μεγάλη κλίμακα εκδοχών από την ρωμέϊκη λαϊκή ψυχή του Ξενόπουλου έως τον αναγεννησιακό Παπαδιαμάντη της αρχής του ευρωπαϊκού μυθιστορήματος του Λάκη Προγκίδη, όπως εξαντλητικά καταγράφει η Γ. Φαρίνου- Μαλαματάρη στην «Εισαγωγή στην πεζογραφία του Παπαδιαμάντη»

Ωστόσο, όσο αποκαλύπτεται το τεράστιο μεταφραστικό του έργο, μας υποχρεώνει να επανεξετάσουμε την εικόνα του. Μοιάζει αρκετά ειρωνικό ότι ο «άγιος» των γραμμάτων, το έργο του οποίου θεωρείται ότι εκφράζει την ουσία ενός ελληνικού τρόπου ζωής και αίσθησης των πραγμάτων, έστω και καταναγκαστικά, μεταφράζει και μας εισάγει στην πρωτοπορία της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας της εποχής του. Όσο κι αν η μετάφραση γινόταν για βιοποριστικούς λόγους, όσο κι αν ο ίδιος δήλωνε ότι δεν μοιάζει με τον Πόε, τον Ντίκενς ή τον Σαίξπηρ, ποιος θα μπορούσε να ισχυρισθεί ότι οι ρίζες τού έργου του δεν βρήκαν ασυνείδητα πρόσφορο έδαφος στις χιλιάδες μεταφρασμένες σελίδες του Μωπασσάν ή του Τσέχωφ; Ή όπως γράφει ο Μ. Χαλβατζάκης «Πώς όμως θα μπορούσε να απαλλαχτεί από την επιρροή του Ντοστογιέφσκι εκείνος που τον μετέφρασε;»

Έγκαιρα ο Παλαμάς και ο Άγρας είχαν συσχετίσει τη διηγηματογραφία του με τον νατουραλισμό, ενώ η Ελένη Πολίτου-Μαρμαρινού ερευνά τις θεματικές συγκλίσεις του με το έργο του Μωπασσάν. Οι περιθωριακοί τύποι της ζωής του χωριού, οι οποίοι εισάγονται και στη λογοτεχνία μας ως κεντρικοί ήρωες με τον Παπαδιαμάντη, και οι περιγραφές της φύσης αποτελούν κεντρικά μοτίβα του Γάλλου συγγραφέα και της νατουραλιστικής θεματικής. Ωστόσο, όπως επισημαίνει η ίδια, ο συμβολισμός και η ποίηση είναι οι λογοτεχνικές πρακτικές με τις οποίες ο Παπαδιαμάντης, υπερβαίνει τον νατουραλισμό και συναντά τον ουμανιστικό λυρισμό του Τσέχωφ, θέτοντας το ερώτημα αν πρόκειται για απλή αναλογία ή επίδραση.

Ο Μ. Χαλβατζάκης επισημαίνει σοβαρές αναλογίες ανάμεσα στη «Φόνισσα» και στο «Έγκλημα και τιμωρία» και διερευνά όλες τις φάσεις της ψυχολογικής πορείας της Φραγκογιαννούς, από το σχηματισμό της ιδέας το φόνου έως την πραγματοποίησή της παράλληλα με τον Ρασκόλνικωφ.
Σημαντικές υποδείξεις κάνει και ο Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος: «Εξ ίσου ακατακρίτως κλέβει για λογαριασμό του πεζογράφου Παπαδιαμάντη τα λαλαρίδια των μεταφραζομένων, που τα βλέπεις ξαφνικά να γίνονται ζαφείρια στα δικά του διηγήματα. Όποιος διαβάσει την τελευταία σελίδα του Αμερικανού Μοντεχρίστου, του Ιουλ. Χώθορν θα καταλάβει πώς εξαγιάζεται η κλοπή» γράφει στο εναρκτήριο κείμενό του.

Προκύπτει, λοιπόν, ότι δεν ήταν ένας ανυποψίαστος «επαρχιώτης», ένα καλλιτεχνικό «ναυάγιο» της ελληνική ενδοχώρας, αλλά εκείνος που δεξιώθηκε τα πιο ανήσυχα πνεύματα της ευρωπαϊκής πρωτοπορίας. Ακόμη και η δήλωσή του ότι δεν μοιάζει με αυτά, προϋποθέτει την επαφή και τον διάλογο μαζί τους. Εκείνη τη βαθιά γνώση, η οποία διαπέρασε όλα τα κύτταρά του. «Ο λιχανός της δεξιάς μου έχει δαρμούς και πόνους, και τα δύο άλλα δάκτυλα πάσχουσι σκλήρυνσιν του δέρματος. Η μέση μου πονεί» γράφει στον φίλο του Γιάννη Βλαχογιάννη, που τον πιέζει για την ταχεία διεκπεραίωση της μεταφραστικής του εργασίας.

Το ζήτημα δεν έχει λήξει ακόμη και χρειάζεται περαιτέρω έρευνα. Το πρόβλημα του μεταφραστή Παπαδιαμάντη ουσιαστικά τέθηκε τη δεκαετία του 1980, ενώ παρά το πλήθος των μεταφράσεων που ήρθαν στο φως είμαστε, όπως επισημαίνουν οι μελετητές, ακόμη στα εύκολα. Φαίνεται, πάντως, και από τις άλλες κορυφές του 19ου αιώνα – Σολωμός, Ροΐδης, Βιζυηνός - ότι αυτό το οποίο περιγράφεται ως «ελληνικότητα», σε πείσμα όσων την επικαλούνται, διαμορφώθηκε υποδόρια μέσα από συνεχείς ωσμώσεις με την ευρωπαϊκή λογοτεχνική πραγματικότητα.

ΑΥΓΗ 11.11.07


Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2007

Το ποίημα που διανυκτερεύει



William Butler Yeats

O W. B. Yeats είναι λίγο απαισιόδοξος.
Μου αρέσει όμως ένα ποίημά του, το οποίο έχει πράγματα τα οποία λατρεύω: Ο καφές, τα βιβλία και η απόλαυση της στιγμής.




Ταλάντευση


"Ο χρόνος μου ο πεντηκοστός ήταν φευγάτος
Κι ήμουν εγώ, άντρας μονάχος,
Σ' ένα γεμάτο του Λονδίνου καφενείο
Μ΄άδειο φλυτζάνι κι ανοιχτό βιβλίο
Στου τραπεζιού το μάρμαρο το κρύο.

Κι ενώ τα γύρω μου κοιτούσα αφηρημένος,
Ένιωσα ξάφνου να ΄μαι φλογισμένος
Και είκοσι λεπτά λίγο πολύ
Τόση μου φάνηκε η χαρά μου εκεί,
Ήμουν ευλογημένος κι ευλογούσα τη ζωή"

Vacillation

"My fiftieth year had come and gone
I sat, a solitary man,
In a crowded London shop,
An open book and an empty cup
On the marble table-top.

While on the shop and street I gazed
My body of a sudden blazed
And twenty minutew more or less
It seemed, so great my hapiness,

That I was blessed and could bless."

Στο καινούριο τεύχος της ΝΕΑΣ ΕΣΤΙΑΣ: Η κριτική του Περικλή Σφυρίδη για τον "Καθρέφτη και το Πρίσμα":

"Γραφή ρεαλιστική, λιτή, χωρίς ασάφειες ή πλατειασμούς, με ποιητική αύρα που διαχέεται συνεσταλμένα στις σελίδες του βιβλίου, με εκλεπτυσμένο χιούμορ όπου χρειάζεται. Γραφή, λοιπόν, παραδοσιακή, η οποία όμως ενσωματώνει πολλές από της μοντέρνες τεχνικές της διηγηματογραφίας με τις οποίες ο Καραγιάννης οικοδομεί ένα απόλυτα προσωπικό ύφος (κάποιοι φανατικοί των εφήμερων λογοτεχνικών θεωριών θα το βάπτιζαν «μεταμοντέρνο») ...
...ο Καραγιάννης με το πρώτο του αυτό βιβλίο μας έδωσε τα διαπιστευτήρια στιβαρού πεζογράφου που εντάσσεται στο αξιόλογο δυναμικό των διηγηματογράφων της Θεσσαλονίκης.

Ολόκληρη η κριτική είναι εδώ: "Διαπιστευτήρια στιβαρού πεζογράφου"