Πέμπτη 21 Ιουνίου 2007

Ελληνικότητα και Παγκοσμιοποίηση

«Το Μεγάλο Ελληνικό Μυθιστόρημα» και η «ελληνικότητα», τα οποία έθεσε για συζήτηση στο Blog του ο Αλέξης Σταμάτης, είναι θέματα πολύ ενδιαφέροντα για το οποία χύθηκε πολύ μελάνι. Κατά την άποψή μου δεν έχει γραφεί ακόμη το «Μεγάλο Ελληνικό Μυθιστόρημα», κατ’ αναλογία με το "Great American Novel". Ο Philip Roth, για να αναφέρω ένα παράδειγμα, με την τριλογία της δεκαετίας του ’90 -«Αμερικανικό ειδύλλιο», «Παντρεύτηκα έναν κομμουνιστή» και «Ανθρώπινο στίγμα»- διατρέχει τις πολιτικές και κοινωνικές συγκρούσεις της μεταπολεμικής Αμερικής από τη σκοτεινή περίοδο μακαρθισμού και τον πόλεμο του Βιετνάμ έως την εποχή της «πολιτικής ορθότητας» του λάγνου προέδρου Μπιλ Κλίντον. Ποιο είναι το αντίστοιχο ελληνικό;

Όμως, υπάρχει μια παγίδα: Τι σημαίνει ελληνικότητα; Ακόμη και ο ίδιος ο Σεφέρης ο οποίος την υπερασπίστηκε απέφυγε να την ορίσει. Και πώς θα θέσουμε τη λεπτή κόκκινη γραμμή σε όλους εκείνους οι οποίοι την καπηλεύονται; Την τελευταία δεκαετία στον χώρο της κριτικής έχει ανοίξει μια μεγάλη συζήτηση. Η γενιά του '30 και ο ελληνικός μοντερνισμός θεωρούνται ένοχοι και υπόλογοι για εθνοκεντρισμό, για την αναγωγή της ελληνικότητας σε αξιολογικό κριτήριο της λογοτεχνίας.

Στους εκφραστές αυτών των απόψεων (Δ. Τζιόβας, Β. Λαμπρόπουλος, Άρτεμις Λεοντή, Δ. Δημηρούλης) μια ομάδα πανεπιστημιακών (Νάσος Βαγενάς, Τάκης Καγιαλής, Μιχάλης Πιερής, Δ. Μαρωνίτης) αρθρώνει το δικό της αντίλογο. Υπάρχει, λοιπόν, η ανάγκη να διερευνήσουμε ξανά το νόημά της μέσα στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης.

Να μια ωραία και μεγάλη συζήτηση!


Με αφορμή το θέμα καταθέτω το κείμενο «Ελληνικότητα και παγκοσμιοποίηση» το οποίο δημοσιεύτηκε στην Αυγή (30.11.2003) και παραπέμπω σε 14 ηλεκτρονικά αξιόλογα σχετικά κείμενα για όποιον θα ήθελε να εντρυφήσει.

Η συνέχεια:


Alexis Stamatis said...


Φιλε μακη καραγιαννη, πολυ καλη η δουλεια σου. Το θεμα της ελληνικοτητας ειναι τεραστιο και επισης πιστευω οτι δεν ειναι μονοσημαντο. Δεν ειμαι σιγουρος όμως αν ενα "ΜΕΜ" θα ηταν απαραιτητο να διελθει μεσα απο ακριβως αυτην την προβληματικη. Θα θελα να ακουσω αποψεις. Ο Ροθ πχ η ο Τουειν διερχεται μεσα απο εννοιες οπως "αμερικανικοτητα" , και αν ναι, με τι τροπους. Η πολιτικη περναει στον Ροθ ακομα και μεσα απ' το "δερμα" των ηρωων μην το ξεχναμε.
June 25, 2007 5:18 AM

Αγαπητέ Αλέξη Σταμάτη

Κι εγώ βλέπω ότι το θέμα που έθεσες αγγίζει πολύ κόσμο και έχει αναπτυχθεί ένας ενδιαφέρων και πλούσιος προβληματισμός.

Δεν ξέρω αν αυτό ορίζεται ως «αμερικανικότητα» αλλά διακρίνω το φιλόδοξο εγχείρημα του Ροθ (και αρκετών άλλων πεζογράφων όπως ο Ντελίλλο, Μέιλερ, Απντάικ κ.α.).να αναζητήσουν και να χαρτογραφήσουν την αμερικανική ταυτότητα μέσα από μεγάλες αφηγήσεις. Ασφαλώς οι ήρωες και τα θέματα του Ροθ έχουν πλευρές ανθρώπινες οι οποίες αγγίζουν όλον τον κόσμο. Όμως στο κέντρο της προβληματικής του -τουλάχιστον στην τριλογία- υπάρχουν οι σκοτεινές πλευρές του παρελθόντος όπως ο μακαρθισμός, οι πληγές του Βιετνάμ, ο πουριτανισμός και η υποκρισία της σύγχρονης Αμερικής και βεβαίως κάτι με το οποίο τρέφεται ο πολιτισμός της χώρας του από την εποχή του «Μεγάλου Γκάτσμπυ» του Σκοττ Φιτζέραλντ. Η υπονόμευση του μεγάλου μύθου του «αμερικάνικου ονείρου» δηλ της λατρείας «της σκύλας θεάς της επιτυχίας» και του χρήματος. Συμφωνώ απόλυτα ότι αυτά περνούν –κυριολεκτικά και μεταφορικά- μέσα από το δέρμα των ηρώων. Ο Κόλμαν Σικ του Ανθρώπινου Στίγματος πχ είναι ένας νέγρος και επειδή η καταγωγή του δεν διακρίνεται στο δέρμα του, προσπαθεί να πλασαριστεί ως εβραίος για να κατακτήσει την επιτυχία και την κοινωνία.

Για το θέμα της ελληνικότητας η οποία δεν είναι μια έννοια αιώνια, στατική και αμετάβλητη, ας κρατήσουμε την πολύ ευρύχωρη προσέγγιση του Σεφέρη ότι περιλαμβάνει τα «χαρακτηριστικά των αληθινών έργων που θα έχουν γίνει από Έλληνες» (Δοκιμές Α σελ 480-481).
Για όσους αναφέρθηκαν σχετικά: ο Όμηρος, ο Παπαδιαμάντης, ο Καζαντζάκης, ο Τσίρκας υπήρξαν μεγάλες αφηγήσεις της εποχής τους. Όμως για την Ελλάδα των τελευταίων 40 χρόνων ποιος είναι ο μεγάλος μύθος και ποια η αφήγησή του;


Ολόκληρος ο διάλογος για το "Μεγάλο Ελληνικό Μυθιστόρημα" και την "ελληνικότητα" είναι στο Blog του Αλέξη Σταμάτη εδώ


1. Ν. Βαγενάς: "Ελληνοκεντρισμός και ελληνικότητα", Βήμα, 13.01.2002
2. Ε. Αρανίτσης: «Ελληνικότητα»: ο τετραγωνισμός του κύκλου", Ελευθεροτυπία, 06.02.204
3. Δ. Κούρτοβικ: "Οικουμενικότητα και εντοπιότητα", Νεα, 06.04.2002
4. Π. Μπουκάλας: "O Σούπερμαν και η παγκοσμιοποίηση", Καθημερινή, 02.11.2003
5. Σ. Ροζάνη:
"Το "αμφίρροπο δίδυμο" και τα σεφερικά ιδεολογήματα", Αυγή, 29.01.1998
6. Δ. Μαρωνίτης: "Ο Σεφέρης δεν υπήρξε ποτέ εθνικόφρων", Βήμα, 27.01.2002
7. Oύρλιχ Mπεκ:
"Η παγκοσμιοποίηση είναι και δαίμονας και άγγελος", Καθημερινή, 16.10.2005
8. Ούλριχ Μπεκ-Συνέντευξη:
"Το κοσμοπολίτικο βλέμμα", Ελευθεροτυπία, 14.08.2005
8. Πάρθα Τσάτερτζυ- Συνέντευξη: "Δεν υπάρχει κοσμοπολιτισμός των μαζών", Αυγή,22.09.2002
9.Α. Πανταζόπουλος, "Martha C. Nussbaum, Υπέρ Πατρίδος. Πατριωτισμός ή
Κοσμοπολιτισμός;",
Αυγή, 25.08.1999
10. Γ. Παπαθεοδώρου: "
Λογοτεχνία και παγκοσμιοποίηση: ο ευρωπαϊκός κανόνας",
Ελευθεροτυπία, 08.09.2006
11. Σ. Τσακνιάς: "
Βίλχελμ Μύλμαν, Ευρωπαϊκή λογοτεχνία και παγκόσμιος πολιτισμός", Βήμα, 04.01.1998
12. Ν. Βαγενάς; "Η αφόρητη παρουσία των πατέρων",
Βήμα, 29.09.1996
13. Διάλογος: "
Τι ενώνει, τι χωρίζει τους έλληνες συγγραφείς από τους ευρωπαίους", Βήμα, 31.12.2006
14. Π. Μάτεσης: "
Πατρίδα του συγγραφέα είναι ο εαυτός του", Ελευθεροτυπία, 13.09.2002

Ελληνικότητα και παγκοσμιοποίηση


Τα τελευταία χρόνια οι λέξεις «εντοπιότητα» και «ιθαγένεια» θεωρούνται ύποπτες από μια μερίδα κριτικών και συγγραφέων. Καταλογίζεται σ’ αυτές η ρίζα της πεζογραφικής μας κακοδαιμονίας, ότι δηλαδή η λογοτεχνία δεν μπορεί να ανοιχτεί σε ένα διεθνές περιβάλλον και μένει κλειστή στους ελληνικούς ορίζοντες.

Στις μέρες μας πληθαίνουν τα μυθιστορήματα των οποίων οι ήρωες περιπλανώνται και περιφέρονται από χώρα σε χώρα. Ο «Ιχνευτής» του Κ. Βουκελάτου τα ανεβάζει σε 116 για το 2002. Αναζητώντας κάτι από τη λάμψη της παγκόσμιας λογοτεχνίας το σκηνικό του μύθου μεταφέρεται σε μητροπολιτικά κέντρα, μακριά από την ελληνική επαρχία.

Ο κοσμοπολιτισμός δεν είναι κάτι πρωτόγνωρο. Από την εποχή του μεσοπολέμου, κατά την πενταετία 1928-1932, υπήρξε μια σημαντική τάση. «Το Παρίσι της νύχτας και του έρωτα», η μεγάλη ζωή, τα καμπαρέ, η τζαζ, τα πολυτελή ξενοδοχεία προτείνονται από τους κύριους εκπροσώπους το είδους, τον Θράσο Καστανάκη, τον Π. Ν. Καραβία, τον Άγγελο Δόξα και επιχειρούν να διευρύνουν τα όρια της ελληνικής πεζογραφίας.

Νομίζω ότι το ερώτημα εντοπιότητα ή κοσμοπολιτισμός με τη μορφή της αποκλειστικής διάζευξης αποτελεί ψευδοδίλημμα. Προσεγγίζουμε τον κόσμο, κατά τη Martha Nussbaum, μέσα από μια τοπική ταυτότητα, από τις ιδιαίτερες αγάπες που έχουμε διαμορφώσει και συνιστούν ομόκεντρους κύκλους -οικογένεια, γειτονιά, πόλη, περιοχή- ο μέγιστος των οποίων είναι η ανθρωπότητα. Δεν είναι απαραίτητο να αρνηθούμε την ιθαγένεια για να γίνουμε κοσμοπολίτες. Η συγκίνηση για τον γενέθλιο τόπο, οι τοπικές συμπάθειες θα εξακολουθούν να υπάρχουν και σε έναν κόσμο όπου κυριαρχούν η Coca-Cola και το CNN.

Ο τόπος, όμως, ο οποίος αποτελούσε μια βασική σταθερά της λογοτεχνίας έως τώρα, φαίνεται ότι τίθεται από την παγκοσμιοποίηση εν αμφιβόλω. Ο Paul Virilio μιλά στη Monde Diplomatique όχι για το τέλος της Ιστορίας αλλά το τέλος της Γεωγραφίας, δηλαδή το τέλος του τόπου. Στις μέρες μας οι αποστάσεις μικραίνουν, τα σύνορα χαλαρώνουν, η επικοινωνία αυξάνεται, η σημασία του τοπικού περιορίζεται και ο χώρος ορίζεται και ισοπεδώνεται ως «παγκόσμιο χωριό».

Η παγκοσμιοποίηση, εκτός από την αγορά, αφορά και τον πολιτισμό καθώς επιταχύνεται η ανταλλαγή ιδεών, πληροφοριών και κειμένων. Μαζί της αναπτύσσονται γενικότερες συμπεριφορές, η παγκόσμια αισθητική του μέσου όρου, ενώ η γεωγραφία απελευθερώνεται σε μια άπειρη πολλαπλότητα τόπων χωρίς μεγάλες διαφορές και δίχως κέντρο. Στομώνει η δίψα της φυγής, υποβαθμίζεται η γοητεία του ταξιδιού αλλά και οι συγκινητικοί αποχαιρετισμοί ή η δύναμη της νοσταλγίας. Δημιουργείται έτσι, όπως λέει ο Μάρεκ Μμπιέντυκ, η «λογοτεχνία του πουθενά».

Απέναντι στην παγκοσμιοποίηση του πουθενά υπάρχει η λογοτεχνία η ριζωμένη στον τόπο και την Ιστορία, η ποικιλία, ο διάλογος, η ανταλλαγή των λογοτεχνιών. Δυο αιώνες, σχεδόν, πριν ο Γκαίτε μιλούσε για την «παγκόσμια λογοτεχνία» -Weltliteratur- η οποία δεν καταργεί αλλά αναδεικνύει την εθνική διάσταση.

Η οικουμενικότητα της λογοτεχνίας είναι ίσως η θετική όψη της παγκοσμιοποίησης. Το μυθιστόρημα έχει μια υπερεθνική ευρωπαϊκή καταγωγή, διαμόρφωσε την ταυτότητά του με ωσμώσεις και μεταμορφώσεις μέσα από ένα συνεχές δούναι και λαβείν. Η τέχνη είναι μια απέραντη αλληλεγγύη υπενθύμιζε ο Σεφέρης. Αλλά και οι εθνικές λογοτεχνίες διαμορφώθηκαν από τη διαφορά, τη σύγκριση και τον αδιάκοπο εμπλουτισμό τους με το ξένο.

Το κρίσιμο σημείο είναι ότι η ανταλλαγή ήταν μέχρι τώρα αποτέλεσμα μιας λογοτεχνικής γοητείας. Μιλούσαμε για επίδραση και αφομοίωση. Ο «Βέρθερος» του Γκαίτε π.χ. μέσα σε λίγα χρόνια μεταφράστηκε σε όλη την Ευρώπη γιατί η τραγωδία του ρομαντικού έρωτα άγγιξε τις ευαίσθητες ψυχές. Ήταν για τα μέτρα της εποχής του ένα Global novel. Το αρνητικό της παγκοσμιοποίησης είναι ότι αυτός ο λογοτεχνικός πολιτισμός που διαμορφώθηκε ιστορικά, σήμερα νοθεύεται επικίνδυνα από οικονομικά συμφέροντα, το μάρκετιγκ και τους νόμους της αγοράς με τα οποία διαδίδονται και επιβάλλονται πια οι λογοτεχνικές αξίες.

Οι μεγάλοι συγγραφείς κατόρθωσαν να γίνουν παγκόσμια γνωστοί όχι απεκδυόμενοι την ταυτότητά τους αλλά εμβαθύνοντας στην ατμόσφαιρα και την προβληματική του τόπου τους. Ο Μάρκες μάς μεταφέρει στη Λατινική Αμερική, ο Σκοτ Φιτζέραλντ στο Λονγκ Άιλαντ της Ν. Υόρκης. Η αρχαία ελληνική τραγωδία αναπτύχθηκε σε έναν τόπο, ποντίστηκε στον μύθο και την ιστορία του. Μπόρεσε να γίνει κλασική, γιατί είχε μέσα της μιαν αλήθεια που την έκανε οικουμενική.

Εν τέλει, νομίζω ότι η διαρκώς επιζητούμενη και συνήθως διολισθαίνουσα οικουμενικότητα δεν βρίσκεται σε έναν πλαδαρό μέσο όρο, αλλά στην ποιότητα και στη μοναδικότητα ενός πολιτισμού που ενδιαφέρει όλον τον κόσμο.

Την τελευταία δεκαετία στον χώρο της κριτικής έχει ανοίξει μια μεγάλη συζήτηση. Η γενιά του ’30 και ο ελληνικός μοντερνισμός θεωρούνται ένοχοι και υπόλογοι για εθνοκεντρισμό, για την αναγωγή της ελληνικότητας σε αξιολογικό κριτήριο της λογοτεχνίας.

Στους εκφραστές αυτών των απόψεων (Δ. Τζιόβας, Β. Λαμπρόπουλος, Άρτεμις Λεοντή, Δ. Δημηρούλης) μια ομάδα πανεπιστημιακών άσος Βαγενάς, Τάκης Καγιαλής, Μιχάλης Πιερής, Δ. Μαρωνίτης) αρθρώνει το δικό της αντίλογο.

Η συζήτηση είναι επίκαιρη και διεξάγεται άλλοτε οργανωμένα -και αναφέρομαι στη σχετική βιβλιογραφία που συγκεντρώνεται - και άλλοτε θυμίζει πόλεμο ατάκτων, κατά τον οποίο σεφερολόγοι και σεφεροκτόνοι ακροβολισμένοι στις σελίδες του κυριακάτικου τύπου, επιδίδονται σε ανταλλαγή χαρακτηρισμών, ενίοτε δε και επιχειρημάτων.

Η ελληνικότητα δεν αποτελεί, ασφαλώς, αισθητική αξία, όπως αναγνωρίζει και ο Σεφέρης. Ωστόσο, ο χώρος στον οπoίο διαδραματίζονται οι περιπέτειες των ανθρώπων και των αισθημάτων, αποτελούσε πάντα μια από τις πρώτες ύλες της λογοτεχνίας. Ακόμη και οι κορυφές του μοντερνισμού και του κοσμοπολιτισμού γείωσαν το έργο τους σε συγκεκριμένους τόπους και συλλογικές αξίες, όπως στο Δουβλίνο και την Ιρλανδία ο Τζόυς ή την Κίνα ο Έζρα Πάουντ.

Ο τό­πος διεκ­δι­κεί έ­ντο­νη πα­ρου­σί­α σε πολ­λά λο­γο­τε­χνι­κά έρ­γα και γί­νε­ται ση­μα­ντι­κή πα­ρά­με­τρος της α­νά­γνω­σης. Μια το­πο­γρα­φι­κή προ­σέγ­γι­ση μπο­ρεί να φω­τί­σει τις υ­πό­γειες δια­δρο­μές που συν­δέ­ουν τη φυ­σι­κή με τη συμ­βο­λι­κή γε­ω­γρα­φί­α, να διε­ρευ­νή­σει τους τρό­πους με τους ο­ποί­ους ο τό­πος εγ­γρά­φε­ται στο κεί­με­νο, ώ­στε να με­τα­σχη­μα­τί­ζε­ται σε τό­πο της λο­γο­τε­χνί­ας.

Πρέπει, όμως, να επισημάνουμε ότι οι προ­σεγ­γί­σεις του από τη λογοτεχνία δεν εί­ναι α­θώ­ες και ά­μοι­ρες ι­δε­ο­λο­γι­κών ε­πι­βα­ρύν­σε­ων. Πολλές φορές τείνουν στην κα­τα­σκευ­ή ε­ξι­δα­νι­κευ­μένων ει­κό­νων και α­φη­γή­σε­ων, σε καταχρηστικές νοσταλγίες ή εθνικισμούς.

Α­πό τις αρ­χές του αιώ­να ο Πε­ρι­κλής Γιαν­νό­που­λος, κη­ρύσ­σο­ντας την Ελ­λη­νι­κή Α­να­γέν­νη­ση”, ανήγαγε την ελ­λη­νι­κή αι­σθη­τι­κή σε καθοριστικό παράγοντα της νεοελληνικής τέχνης. Έφτασε στο σημείο να μιλάει για το ελληνικό χρώμα και την ελληνική γραμμή του τοπίου σε αντίθεση με τη βάρβαρη ευρωπαϊκή.

Οι διαφορετικές εκδοχές, η πολυφωνία, ο διάλογος των τόπων μπορούν να λειτουργήσουν παραπληρωματικά, αποκαλύπτοντας τις ρωγμές της ιδεολογίας, διαβρώνοντας τους τοπικισμούς, ώστε η λογοτεχνία της εντοπιότητας να διεκδικεί την αυθεντικότητα.

Το έργο της Ρέας Γαλανάκη αποτελεί υπόδειγμα προς αυτή την κατεύθυνση. Οι ήρωές της αποφεύγουν τις εύκολες και σχηματικές διχοτομίες του καλού και του κακού, καθώς ως προς τη λογοτεχνική τους ταυτότητα (Ισμαήλ Φερίκ Πασάς, Ανδρέας Ρηγόπουλος, Ελένη Αλταμούρα) είναι δισυπόστατοι, συνδυάζουν εθνικές συνειδήσεις, πολιτισμούς και θρησκείες, ανιχνεύουν «την απαγορευμένη ζώνη των συγκλίσεων, των επαφών, των μεικτών συναισθημάτων, της κοινής μνήμης και πολιτισμού».

Αν, όμως, η ελληνικότητα δεν είναι αισθητική αξία, πρέπει -και για λόγους ισορροπίας- να αναγνωρίσουμε ότι ούτε ο συγχρονισμός με θεματικές αναζητήσεις της ευρωπαϊκής ή παγκόσμιας σκηνής αποτελεί αισθητική αξία. Και ότι τα μυθιστορήματα της σύγχρονης πεζογραφίας, των οποίων οι ήρωες διασχίζουν πολιτιστικά και γεωγραφικά σύνορα αναζητώντας την ετερότητα και την έννοια του Άλλου, δεν συνιστούν συλλήβδην και αυτοδικαίως αριστουργήματα. Άλλωστε, ο κοσμοπολιτισμός του μεσοπολέμου ήρθε ως αντίδοτο στη λιμνάζουσα ατμόσφαιρα της ελληνικής ηθογραφίας -όπως τουλάχιστον την κατέγραφε τότε ο Γιώργος Θεοτοκάς- χωρίς, όμως, ουσιαστικά αποτελέσματα.

Τα μεγάλα έργα δεν κρίνονται από το θέμα τους αλλά από το αν κουβαλούν μιαν αλήθεια ζωής καθώς και από την τέχνη της γραφής τους. Δυστυχώς δεν υπάρχουν συνταγές, παρόλο που κάποιοι τις παρέχουν απλόχερα. Ή για να παραφράσουμε τον Ευκλείδη, όταν απάντησε στον βασιλιά Πτολεμαίο, δεν υπάρχει βασιλική οδός για τη λογοτεχνία.

Η εντοπιότητα, όταν δεν είναι αυτάρεσκη και περιχαρακωμένη αλλά ανοιχτή σε ρεύματα και πολιτισμούς, μπορεί να λειτουργήσει δημιουργικά στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης. Στη διεθνή ανταλλαγή δεν προσερχόμαστε πετώντας ό,τι πολύτιμο έχουμε, ένοχοι γι’ αυτό που είμαστε, αρνούμενοι τον τόπο και την ιθαγένειά μας. Ο διάλογος εντοπιότητας και οικουμενικότητας προϋποθέτει τη διαφορά, τη δική μας σκέψη και ταυτότητα, για να μην καταλήξουμε μια μέρα ο θλιβερός μέσος όρος του παγκόσμιου χυλού που τρέφεται στα McDonalds, σκέφτεται κατά τις συνταγές των μπεστ σέλερ και αισθάνεται όπως οι ήρωες από τις τηλεοπτικές σαπουνόπερες.



ΑΥΓΗ 30.11.2003

Τετάρτη 20 Ιουνίου 2007

Γιώργος Γλυκοφρύδης



Το τείχος και το ταξίδι

Εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 2006, σελ. 545

Πώς προσεγγίζει ένας μυθιστοριογράφος την Ιστορία η οποία αποτελεί αντικείμενο της επιστήμης; Η λογοτεχνία εξετάζει τις περιπέτειες των ανθρώπων και των αισθημάτων. Ακόμα και όταν αναφέρεται σε ιστορικές περιόδους, εξερευνά την ανθρώπινη ύπαρξη μέσα στο συγκεκριμένο πλαίσιο. Και αυτό κάνει ο Γιώργος Γλυκοφρύδης στο ενδιαφέρον, για πρωτοεμφανιζόμενο πεζογράφο μυθιστόρημά του, τόσο από την άποψη της πλοκής όσο και της αφηγηματικής δομής, καθώς ειδολογικά ενσωματώνει ποικίλους τρόπους από την περιπέτεια και την ερωτική ιστορία μέχρι το θρίλερ.

Πρόκειται κυρίως για μια ερωτική ιστορία, στην οποία ο πρωταγωνιστής παραμένει διχασμένος ανάμεσα σε δυο γυναίκες. Όταν το 1965, τα πρώτα χρόνια του τείχους, μια οικογένεια θα αποδράσει στο Δυτικό Βερολίνο η μικρή Στέλλα θα εγκλωβιστεί στην ανατολική πλευρά. Είκοσι ένα χρόνια μετά, το 1986, μια φοιτητική παρέα σχεδιάζει στο Δυτικό Βερολίνο τη φυγάδευσή της, την οποία θα υλοποιήσει με επιτυχία ο Νίκος Ανεμογιάννης.

Η Ιστορία εγγράφεται στο κείμενο όχι με έναν επικό τρόπο, ούτε με ιδεολογικές προθέσεις και υπόρρητα κοινωνικά σχέδια ή με βολικές βεβαιότητες και έτοιμα ερμηνευτικά σχήματα, αλλά από μία παρακαμπτήριο και πιο ενδιαφέρουσα οδό με όχημα την ατομική ιστορία. Η περιπέτεια της Στέλλας Εντελστάιν και της οικογένειά της θα μπορούσε να είναι μία από τις πολλές των πραγματικών θυμάτων. Από τον νεαρό Γκύντερ Λίφτιν, τον πρώτο που δέχτηκε τις θανάσιμες βολές τον Αύγουστο του 1961, έως τον Κρις Γκέφροϋ τον Φεβουάριο του 1989. Το τείχος ως σύμβολο του διχασμού δεν χωρίζει μόνο το Βερολίνο, την Ανατολή και τη Δύση. Αφήνει, επί πλέον, βαθιά τα τραύματα του στον ψυχισμό των πρόσωπων. Η Ιστορία γίνεται το καύσιμο για να παραχθεί μια ανθρώπινη αλήθεια, η οποία μέσω της αφήγησης μετουσιώνεται σε αναζήτηση της ταυτότητας από τη Στέλλα, σε παράνοια για τον Πήτερ -τον αδερφό της- σε βαθύ διχασμό του κεντρικού ήρωα ο οποίος παλινδρομεί ανάμεσα σε δυο γυναίκες και δυο κόσμους.

Ο τόπος είναι, επίσης, μια άλλη σημαντική παράμετρος. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα έξι από τα δέκα κεφάλαια του «Επιβάτη», επιγράφονται με πόλεις ή τοπωνύμια όπου εξακτινώνεται η μυθιστορηματική δράση. Wannsee, Checkpoint Charlie, Tucson, Firenze, Αθήνα, Berlin. Μια φυσική και συμβολική γεωγραφία, άλλοτε αμέριμνη και ερωτική, όπως η Φλωρεντία, κι άλλοτε πολύ πυκνή και δραματική όπως το Checkpoint Charlie

Οι δυο θεμελιακές έννοιες του βιβλίου είναι το τείχος και ταξίδι. Το τείχος είναι η μετωνυμία της Ιστορίας που συμπυκνώνει όλη τη βιαιότητά της. Ο περιορισμός και η απαγόρευση. Ένα όριο που υψώνεται φυσικά και συμβολικά. Απέναντι στο τείχος αντιπαραβάλλεται η έννοια του ταξιδιού. Δεν είναι όμως ένας απλός κοσμοπολιτισμός αλλά η γοητεία της περιπλάνησης, οι εξωτερικές και εσωτερικές περιπέτειες, αυτό που δίνει νόημα στην έννοια της ελεύθερης βούλησης, δηλαδή την ίδια την ελευθερία, στοιχείο ολοκλήρωσης, καθώς μέσα από τη συνάντηση με τον Άλλο γνωρίζεις τελικά τον εαυτό σου.

Στο βιβλίο είναι εμφανής η κινηματογραφική οπτική της γραφής, όπως επίσης, η ικανότητα της αφήγησης και της περιγραφής, ο χειρισμός του χρόνου με τα πολλαπλά επίπεδα. Όμως, όταν η ερωτική ιστορία μετατρέπεται σε θρίλερ, οι αλλαγές υπερβαίνουν τον ορίζοντα των προσδοκιών του αναγνώστη. Η μεταλλαγή του χαρακτήρα του Πήτερ σε παρανοϊκό ξενίζει γιατί γίνεται χωρίς να προοικονομείται δραματουργικά, ώστε να διακινδυνεύεται η ισορροπία του κειμένου. Μια καλύτερη μυθιστορηματική οικονομία, η οποία θα μπορούσε να τιθασεύσει όλο το υλικό, θα επέτρεπε αυτές τις αφηγηματολογικές και υφολογικές εναλλαγές να αναγνωσθούν και σε έναν μεταμοντέρνο ορίζοντα. Χρήσιμη, επίσης, θα ήταν μια μεγαλύτερη ανάπτυξη των κινήτρων και της εσωτερικότητας των ηρώων.

Από τους χαρακτήρες εκείνος που φαίνεται να αλλάζει και, τελικά, να ολοκληρώνεται είναι ο Νίκος. Το Βερολίνο στο οποίο επιστρέφει στο τέλος, ελεύθερος από όλα τα δεσμά, είναι διαφορετικό. Είναι επιλογή και απόφαση ζωής. Χρειάστηκε να υπερβεί αρκετά εμπόδια και, κυρίως, ένα δεύτερο εσωτερικό τείχος, το οποίο τον χώριζε από τους άλλους. Όλες οι γυναίκες τον αγαπούσαν, αλλά μέχρι τότε είναι ένας επιβάτης - επιβήτωρ, τρένων, πόλεων, σωμάτων και ψυχών. Μόνο στο τέλος θα υπερβεί το εγώ του. Για πρώτη φορά στη ζωή του γίνεται ικανός να συμπάσχει όπως κάνει με τη Ειρήνη, αλλά και να αγαπήσει πραγματικά, να δοθεί και να παραδοθεί τελεσίδικα και οριστικά σε κάποιον άλλον, όπως κάνει με τη Στέλλα.

Παρά τις επιμέρους αδυναμίες ο «Επιβάτης» διαθέτει εκείνες τι αρετές, που προδιαγράφουν για τον Γιώργο Γλυκοφρύδη μια ενδιαφέρουσα πορεία στο λογοτεχνικό του ταξίδι.

ΑΥΓΗ 06.05.2007

Το ποίημα που διανυκτερεύει

Ζωγραφική: Κώστας Ντιός, www.ntios.gr

1. Θέλει κι νύχτα μια γουλιά απ΄το αίμα σου
για να σαλπίσει τ΄άστρα της.

2. Τα τριαντάφυλλα και τα σπαθιά
τάχτηκαν για το κόκκινο.

Κι η μνήμη
για να φυλάει τα σύνορα.

3. Φέρτε τους άρχοντες
να ευθυμήσουμε λιγάκι
να θυμηθούμε τι ευθύνες μας.

Μιχάλης Γκανάς
"Τα μικρά"


Τρίτη 5 Ιουνίου 2007


Κριτική για τον "Καθρέφτη και το Πρίσμα"

Μακεδονία, 03 Ιουνίου 07

Κείμενο Λέων Α. Ναρ

Βίοι ανύπαρκτοι (και υπαρκτοί)

Μάκης Καραγιάννης
Ο καθρέφτης και το πρίσμα
Εκδόσεις Νεφέλη

Στις δεκαπέντε ιστορίες του Μάκη Καραγιάννη, που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Νεφέλη με τίτλο «Ο καθρέφτης και το πρίσμα», υπάρχουν δύο βασικοί θεματικοί άξονες: τα βιβλία αφενός και οι βίοι υπαρκτών και φανταστικών προσώπων αφετέρου. Στο σύμπαν των βιβλίων κυρίαρχη είναι η αίσθηση της διαρκούς ειρωνείας. Οι βίοι των ανθρώπων ποικίλλουν: άλλοτε δηλαδή έχουμε ιστορικά πρόσωπα και άλλοτε ανθρώπους αφανείς που προέρχονται από το περιθώριο της σύγχρονης κοινωνίας.

«"Η τέχνη του βιογράφου θα ήταν να δώσει τόση αξία στη ζωή ενός φτωχού ηθοποιού όσο και στη ζωή του Σαίξπηρ" λέει ο Μάρσελ Σβομπ. Ωστόσο, προκειμένου για τον Εβαρίστ Γκαλουά το έργο του δεν είναι δύσκολο, μια και η ζωή μόνη της φρόντισε να σμιλέψει τη γοητευτική εικόνα ενός ρομαντικού επιστήμονα και επαναστάτη», γράφει ο Μάκης Καραγιάννης στο διήγημα «Ο καθρέφτης και το πρίσμα», που δίνει τον τίτλο σε ολόκληρη τη συλλογή διηγημάτων του.
Ο Τζιρόλαμο Καρντάνο, διάσημος μαθηματικός, γιατρός και αστρολόγος, ο λόγιος του διαφωτισμού Νεόφυτος Αδαμαντίδης, ο ρεμπέτης Στράτος Χατζηγεωργίου, ο ρομαντικός ποιητής Στέφανος Λογοθέτης, ο Εβαρίστ Γκαλουά, ο θεμελιωτής της μοντέρνας Άλγεβρας, είναι μερικά μόνο από τα πρόσωπα που, ανεξάρτητα με το αν είναι πραγματικά ή φανταστικά, μας καθηλώνουν με την υπέρμετρη τραγικότητά τους.

Επίφαση αυθεντικότητας

Ο Μάκης Καραγιάννης γράφει μικρές μυθιστορηματικές βιογραφίες χωρίς να ακολουθεί την παραδοσιακή μέθοδο, που παρουσιάζει συνήθως μια εικόνα του προσώπου που βιογραφείται. Αντίθετα, εκθέτει -με αξιοσημείωτη αφηγηματική τεχνική- πολλές και διαφορετικές εκδοχές του ίδιου προσώπου, δίνοντας τη δυνατότητα στον αναγνώστη να το τοποθετεί σε πολλά συμφραζόμενα. Η όποια αντικειμενικότητα που μπορεί να προκύψει δεν είναι, φυσικά, εξαρχής εξασφαλισμένη. «Ξέρω ότι το εγχείρημα μιας βιογραφίας ενέχει και το στοιχείο της ματαιότητας. Μέσα σε κάθε ιστορία που πλάθεται ερμηνεύοντας γεγονότα, ψυχορραγεί η αλήθεια και ο βιογράφος με αγωνία μάχεται να της εμφυσήσει την πνοή της ζωής», γράφει ο Καραγιάννης στο εξαίρετο διήγημα «Το ρόδον της θλίψεως».


Υπάρχει, επομένως, μόνο μια επίφαση αυθεντικότητας που εξασφαλίζεται από την απόσταση βιογράφου και βιογραφούμενου. Η αληθοφάνεια αποτελεί το πρόσφορο μέσο, γιατί μόνο αυτή μπορεί να εξασφαλίσει μια αναγνωρίσιμη ομοιότητα με τα αληθινά πρόσωπα, που αποκτούν έτσι πληρέστερη οντότητα. Μʼ άλλα λόγια, και με δεδομένη τη λογοτεχνική σύμβαση της μυθοπλασίας, ο Καραγιάννης διαλέγεται έντιμα μέσα στο πλαίσιο του μιμητικού συμβολαίου. Η ρητή δήλωση της πρόθεσης αυτής στον αναγνώστη, στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, του δίνει τη δυνατότητα να διαμορφώνει την αφήγησή του επιλέγοντας ελεύθερα, σε όποιες δόσεις επιθυμεί, ανάμεσα στο πραγματικό και στο επινοημένο.

Ερμηνείες της ανθρώπινης εμπειρίας

Ο Καραγιάννης δεν πέφτει στην παγίδα να απομακρύνει τον αναγνώστη από το καθʼ εαυτό λογοτεχνικό έργο, αντίθετα τον προσελκύει σʼ αυτό. Η πρόσμιξη του πραγματικού με το φανταστικό περνάει από πολλές διαβαθμίσεις, πριν να καταλήξει στην καθαρά μυθοπλαστική μορφή της, τη μυθιστορηματική βιογραφία. Ζώντας, ως αναγνώστες, στον κόσμο των λογοτεχνικών ηρώων του βιβλίου, απολαμβάνουμε μια ανάγνωση άλλοτε συναρπαστική και οικεία και άλλοτε περίπλοκη και ασυνήθη. Το συνεχές πηγαινέλα σε πραγματικότητα και φαντασία μας προσφέρει την ύψιστη δυνατή μέθεξη.

Κάθε αφήγηση ζωής που περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Ο καθρέφτης και το πρίσμα» είναι μια προσπάθεια ερμηνείας της ανθρώπινης εμπειρίας. Η αμεσότητα της αφήγησης των πρωταγωνιστών της κάθε ιστορίας αντιστοιχεί με τις εξατομικευμένες αλήθειες που συνθέτουν την ιστορική πραγματικότητα. Ωστόσο, οι λογοτεχνικές περσόνες του Καραγιάννη είναι σκηνοθετημένες και κατευθύνονται σε μεγάλο βαθμό από τις λογοτεχνικές του αναζητήσεις. Παραθέτω ένα απόσπασμα από το διήγημα «Ο σπασμένος κρίκος»:

«Ο νεαρός καθηγητής φαίνεται να συνομιλεί όρθιος με τους μαθητές του. Δεν ακούμε τα λόγια του. Μιλάει μονότονα και κουνάει αδέξια τα χέρια του. Οι μαθητές ανοίγουν όλοι μαζί το στόμα τους και επαναλαμβάνουν ρυθμικά όσα άκουσαν. Μερικοί γράφουν συνθήματα στα θρανία. Death metal. Gate 4... Το ανυπόμονο βλέμμα του καθηγητή αναζητεί το ρολόι του. Σε λίγο τελειώνει το ωράριό του. Θα συμπληρώσει το βιβλίο ύλης και θα υπογράψει βιαστικά το απουσιολόγιο. Καθώς βγαίνει από την τάξη η εικόνα θολώνει. Η μνήμη έσπασε στα δύο. Νύχτα. Η αίθουσα ταξιδεύει μέσα στο χιόνι».

Πολύμορφη αλήθεια

Ο Καραγιάννης προσπαθεί να συνενώσει τις προσωπικές ιστορίες σε μια αφήγηση που καλύπτει ένα ευρύτερο φάσμα της ανθρώπινης πραγματικότητας και της πολύμορφης αλήθειας. Το παρελθόν δεν βγαίνει στην επιφάνεια αποσπασματικά, μπαίνει σε περιγράμματα, χωρίς να αλλοιώνεται ο αποσπασματικός χαρακτήρας των αφηγήσεων. Οι ήρωες του βιβλίου, που τοποθετούνται σχετικά εύκολα στα κοινωνικά και πολιτισμικά συμφραζόμενα της εποχής τους, αναζητούν την αλήθεια στον έρωτα, στην επιστήμη και την τέχνη. Η μάσκα των άλλων ονομάτων, που έχει να κάνει με ιστορικά γεγονότα και πρόσωπα, είναι διάφανη. Εστιάζεται στο ανθρώπινο δράμα, όπως αυτό διεξάγεται στο εκάστοτε ιστορικό σκηνικό του.

Η συλλογή διηγημάτων «Ο καθρέφτης και το πρίσμα» λαμπρύνει τη φετινή εκδοτική παραγωγή. Ο Μάκης Καραγιάννης, επιβεβαιώνοντας τη μοναδική ποιότητα της γραφής του, συνθέτει ένα άρτιο λογοτεχνικό έργο στο οποίο, όπως τονίσαμε, οι σχέσεις μυθοπλασίας και ιστορικής πραγματικότητας δεν είναι ευθύγραμμες και αυτονόητες. Μια λειτουργική απόδοση του βιβλίου σε κάποια άλλη γλώσσα θα έδινε τη δυνατότητα και σε αλλόγλωσσους αναγνώστες να έρθουν σε επαφή με το έργο ενός μοναδικού τεχνίτη που με την ποιότητα γραφής του θα τους υποχρεώσει να σταθούν στις ιδεολογικές, ρεαλιστικές και θεατρικές παραμέτρους των κειμένων του. Να ψηλαφήσουν το δικό του λογοτεχνικό είναι που κινείται αρμονικά ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία. Κι όλα αυτά γιατί στην εποχή της ευκολίας και της ταχύτητας ολοένα και λιγοστεύουν συγγραφείς σαν τον Μάκη Καραγιάννη, συγγραφείς με υψηλές προδιαγραφές και με στιβαρή γραφή.

Παρασκευή 1 Ιουνίου 2007



ΑΜΑΛΙΑ ΚΑΛΥΒΙΝΟΥ

http://www.fakellaki.blogspot.com/


"Ακόμα κι η ζωή μου αποκτά σημασία όταν τη διηγούμαι σε κάποιον"
Τ. Λειβαδίτης

Ίσως για πρώτη φορά τα Blogs αναδεικνύουν δραματικά μία τόσο ανθρώπινη ιστορία, το μέγεθος της ανευθυνότητας αλλά και το μέγεθος της συμπάθειας.


Ας ακουστεί η σιωπή.
Και η Αμαλία.