Τρίτη, 16 Ιουνίου 2015

Θεσσαλονίκη: Η αόρατη πόλη

Από το αφιέρωμα στη Θεσσαλονίκη που πραγματοποίησε το περιοδικό (δε)κατα
«Οι νεκροί αυτής της πόλης γνωρίζουν πολλά. Αλλά είναι σιωπηλοί. Γι’ αυτό οι ζωντανοί είναι τόσο προκλητικοί στις ρητορείες τους. Μια αόρατη πόλη µε το ίδιο όνοµα και άλλους θεούς υπάρχει κάτω απ’ τα χώµατα» 1.

Η Θεσ­σα­λο­νί­κη εί­ναι μια προ­νο­μιού­χος πόλη. Οι λογοτέχνες της δόθηκαν ερωτικά.  Ιχνηλάτησαν τα βήματα της Ιστορίας της, αναζήτησαν το μυστικό νόημα κάτω από το όνομά της, ζωγράφισαν με εντυπωσιακές λέξεις το πρόσωπό της, έχτισαν με χιλιάδες σελίδες τη μυθολογία της.  Η «συμβασιλεύουσα», η «συμπρωτεύουσα», η «πολυδέγμων» Θεσσαλονίκη με τη θαμπή γοητεία απόκτησε πάλι  τη βυζαντινή της λάμψη,  αντιπαραβλήθηκε περήφανα με την παλιολλαδίτικη  Αθήνα. Η πόλη εγγράφεται στα κείμενα με μια σωματική αγωνία, αποκτά τη συλλογική της ταυτότητα συνομιλώντας με την Ιστορία. Πόσο αθώα, όμως, είναι η συγγραφική διαμεσολάβηση για να μετασχηματιστεί σε πόλη της λογοτεχνίας;

«Ακόμα κι αν δεν είχε προηγηθεί ο “Οδυσσέας” του Τζόυς, ποιος Σαλονικιός συγγραφέας θα σκεφτόταν ή και θα τολμούσε  να χρησιμοποιήσει ένα Εβραίο ως πρωταγωνιστή ενός αφηγήματός του;»2 αναρωτιόταν το 1996 ο Peter Mackridge. Το ερώτημά του θέτει ευθέως την αποσιώπηση της «Άλλης» Θεσσαλονίκης από τους λογοτέχνες.

ioannouΠρέπει να αναγνωρίσουμε  γενναιόδωρα ότι   ο Γιώργος Ιωάννου με «Το κρεβάτι», «Το ξεκλήρισμα των Εβραίων» και το «Εν ταις ημέραις εκείναις…» μας έδωσε, ίσως, τα καλύτερα και γνησιότερα πεζογραφήματα για τους Εβραίους, έντονα βιωματικά και συναισθηματικά φορτισμένα.  Αλλά και ο Βασίλης Βασιλικός, ο Νίκος Μπακόλας, ο Νίκος Κοκάντζης, η Νίνα Κοκκαλίδου - Ναχμία, ο Αλμπέρτος Ναρ συμπεριέλαβαν στη μυθοπλασία τους θέματα σχετικά με τη γενοκτονία των Εβραίων. Υπάρχουν, επίσης, τα δεκαπέντε ποιήματα που περιέλαβε ο Ντίνος Χριστιανόπουλος στην ανθολογία του «Οι προγραμματισμένοι στο χαμό» ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζουν της Ζωής Καρέλλη και του Γιώργου Ιωάννου. Είναι αρκετά; «Είναι αστείο πράγμα για μια πόλη, τριακοσίων χιλιάδων κατοίκων, να έχουν γραφεί δέκα υποφερτά ποιήματα και άλλα τόσα πεζά», μου απάντησε ο Ντίνος Χριστιανόπουλος στη συνέντευξη που του πήρα. (Αυγή 01.01.2005).

Η πρόσληψη της γενοκτονίας των Εβραίων ως περιθωριακό γεγονός δεν σχετίζεται μόνον με τη λογοτεχνία, αλλά είναι μια γενικότερη στάση3. Αφορά  τις εφημερίδες της Θεσσαλονίκης, εκτός από το Ισραηλιτικό Βήμα, αλλά και τα δυο λογοτεχνικά περιοδικά εκείνης της εποχής τις «Μορφές» και τον «Κοχλία», με εξαίρεση τα πεζογραφήματα του Γιώργου Κιτσόπουλου, του Κάρολου Τσίζεκ και του Βασίλη Δεδούση.

Στις «Σελίδες αυτοβιογραφίας» ο Γιώργος Βαφόπουλος  αφηγείται όσα έζησε σε ένα   ταξίδι Θεσσαλονίκη – Αθήνα στη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής, όταν το τραίνο σταμάτησε στη Λαμία και είδε τα «τάγματα εργασίας» των Εβραίων. Περιγράφει όσα αντίκρισε ως δαντική κόλαση.  Σκελετωμένα σώματα, ζωντανά ξεφτίδια, πληγωμένα ζώα κάτω από το γερμανικό μαστίγιο. «Είχα κουρνιάσει σε μια γωνιά του βαγονιού, με κλεισμένα τα μάτια από ντροπή και οδύνη. Ένιωθα πώς ήμουν κι εγώ ένας συνένοχος στο μεγάλο εκείνο έγκλημα, γιατί δεν είχα τη δύναμη να φωνάξω για το σκότωμα τούτο της ανθρωπιάς» 4.


Τι συμβαίνει, όμως, κι ενώ σε ανθρώπινο επίπεδο το δράμα των Εβραίων συγκλονίζει τις συνειδήσεις, δεν χωράει στα συγγραφικά σχέδια ή δεν εμπνέει μεγαλόπνοες συνθέσεις; Γιατί το δράμα είχε -τουλάχιστον ποσοτικά- ένα περιθωριακό χαρακτήρα; Είναι, για να το πούμε αναλογικά, η μικρή είδηση στην εφημερίδα.  Μπορεί να συνυπάρχουν και λογοτεχνικοί λόγοι γι’ αυτή την συγγραφική αμηχανία και την άρνηση της θεματοποίησης, ιδιαίτερα στον Πεντζίκη, όπου το κυρίαρχο αφηγηματικό σχήμα είναι η παράκαμψη των γεγονότων με την ενδοσκόπηση και τον εσωτερικό μονόλογο. Όμως, η περίπτωσή του μαζί με τον Ιωάννου, οι οποίοι πρωταγωνίστησαν στη μυθοποίηση της πόλης, είναι χαρακτηριστική. Ενώ η Ιστορία της «Μητέρας Θεσσαλονίκης» έχει κυρίαρχη θέση μέσα στο έργο τους, υπάρχουν τυφλά σημεία απαραίτητα  για να δημιουργηθεί το εθνικό αφήγημα της ελληνικής συνέχειας. «Ήταν και η δική τους συμπρωτεύουσα, συμβασιλεύουσα έστω, η δεύτερη πολιτεία της ασφυκτικής – φευ- μα τελικά  ελληνικής, εις τους αιώνας των αιώνων,  αυτοκρατορίας» 5.  Και από τους δυο λογοτέχνες είναι ελάχιστες οι αναφορές στην οθωμανική περίοδο των πέντε αιώνων.  Ο Πεντζίκης ουσιαστικά αγνοεί και την εθνοτική ομάδα των  Εβραίων. Μέσα από τους αρμούς και τις αποσιωπήσεις φαίνεται η κατασκευή της ταυτότητας και της παράδοσης. Ο Πεντζίκης προβάλλει την ορθοδοξία και την πίστη αναζητώντας  το, κατά Λορεντζάτο, «χαμένο κέντρο» του ελληνισμού. Ο Ιωάννου, με τις βασικές ορίζουσες του έργου του, επιδιώκει να συνδέσει τη Θεσσαλονίκη με το πορφυρό Βυζάντιο, το οποίο ξαναστιλβώνεται από την προσφυγιά. Η αναζήτηση της ταυτότητας της πόλης με όχημα την επιλεκτική μνήμη συμβάλλει στη μυθοποίηση και την εδραίωση της επιθυμητής εικόνας. Αν, λοιπόν, το λογοτεχνικό έργο  μοιάζει αμήχανο είναι γιατί οι συγγραφείς επωμίζονται υπόγεια εξωλογοτεχνικές ευθύνες: «Και διαρκώς λέω μέσα στον εαυτό μου, ότι: Είσαι η συνείδηση του λαού σου! Είσαι η συνείδηση του Έθνους!»  (Συνέντευξη, 1983).

 Η Θεσσαλονίκη, λόγω της γεωγραφικής θέσης και του πολυεθνοτικού της  χαρακτήρα,  ήταν πάντα το διαφιλονικούμενο μήλο της έριδας. Πολλές σελίδες δεν γράφτηκαν  ή σπρώχτηκαν κάτω από το χαλί γιατί μια «εθνική» ανάγνωση των πραγμάτων απαιτούσε ευαίσθητους χειρισμούς απέναντι στην «ετερότητα» και την αναπαράσταση του «Άλλου». Έτσι, ένα κομμάτι της αιώνιας πόλης έμεινε αόρατο και  χωρίς λογοτεχνική ιθαγένεια. Εξόριστο από τη γενέθλια γη και την αντίστοιχη πολύωνυμη της λογοτεχνίας. Η μνήμη των νεκρών φωτίζει ακόμη τις αθέατες όψεις της, διανυκτερεύει ήσυχα στα εβραϊκά, μουσουλμανικά και τα ντονμέδικα νεκροταφεία της.  Αλλά τι είναι πατρίδα;

«Θυµήθηκα πάλι την ερώτηση που έκανα στον Ερρέρα. Πλάι στην πατρίδα των προγόνων του είχε χτίσει µιαν άλλη. Στο Μπιρκενάου τραγουδούσε Βαµβακάρη. Αναρωτιέµαι και για τον Ζαν-Μαρί. Μήπως η Ιστορία τού έδωσε µια λάθος πατρίδα; Περπάτησε δυο χρόνια σ’ αυτόν τον τόπο. Αγάπησε, άραγε, εκτός από τη Ζιζέλ και τους δρόµους της Μπάρας; Την προκυµαία και τα στενά της πόλης που περπατούσε; Σκέφτοµαι τους Εβραίους και τους Οθωµανούς που είναι ακόµη θαµµένοι κάτω από το χώµα. Εκείνους που έφυγαν µε την κρυφή νοσταλγία να την ξαναδούν κάποτε. Τους χιλιάδες έλληνες πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν και την αγάπησαν. Ακόµα και τους Ρωµαίους που σκοτώθηκαν στο Ιπποδρόµιο. Τους νέους µετανάστες από την Αλβανία, τη Μολδαβία και το Ιράκ. Οι τροχιές όλων διασταυρώνονται σε τούτη την ωραία αµφιθεατρική σκηνή µε θέα τη θάλασσα. Έρχονται από άλλους τόπους και, χωρίς να το καταλάβουν, αγαπούν τους δρόµους, αλλάζουν τον καφέ που πίνουν, τις καθηµερινές τους συνήθειες. Πάνω στην παλιά γλώσσα, πάνω στην Καστίλη, πάνω στο Saint Clair sur l’Elle γράφονται ανεπαίσθητα καινούργιες γλώσσες, καινούργιοι δρόµοι, καινούργιες αγάπες. Συνυπάρχουν όλα σε οµόκεντρους κύκλους, έτσι που στο τέλος να µην ξέρεις τι είναι πατρίδα. Οι πέτρες ή τα αισθήµατα; Οι πέτρες αυτής της πόλης άλλαζαν χρώµατα. Μήπως πατρίδα είναι ό,τι αγαπάµε; Δυστυχώς, οι νεκροί δεν µπορούν να µας το πουν. Όµως οι βροχές που φέρνει ο Βαρδάρης ξεπλένουν την πόλη. Ποτίζουν τα χώµατα µέσα στα οποία χωνεύουν όλοι. Μαζί και η ψυχή αυτής της πόλης µε το ένδοξο παρελθόν και το µελαγχολικό παρόν. Με τα ευρωπαϊκά ρούχα και την ανατολίτικη καρδιά. Την πόλη που αναζητά το πρόσωπό της στρέφοντας το βλέµµα της εναλλάξ στα δυο σηµεία του ορίζοντα. Αναποφάσιστη να επιλέξει το πρότυπό της και να συγχρονίσει τα ρολόγια»6.

…………………………..
1.       Μάκης Καραγιάννης, «Το Όνειρο του Οδυσσέα», σελ. 191, εκδ. Μεταίχμιο

2.       Peter Mackridge, «Η πραγματική και φανταστική Θεσσαλονίκη στο πεζογραφικό έργο του Β. Βασιλικού και του Γιώργου Ιωάννου», σελ. 350 Πρακτικά συνεδρίου «Παραμυθία Θεσσαλονίκης», εκδ. Θεσσαλονίκη Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης, 1997

3.       Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, «Η γενοκτονία των Εβραίων στην πεζογραφία της Θεσσαλονίκης», Πρακτικά συνεδρίου «Παραμυθία Θεσσαλονίκης», εκδ. Θεσσαλονίκη Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης, 1997

4.       Γιώργος Βαφόπουλος, «Σελίδες αυτοβιογραφίας», τ. Β΄, Αθήνα 1971

5.       Γιώργος Ιωάννου, Η παρέλαση των προσφύγων, σελ. 75, «Το δικό μας αίμα» εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1986

6.       Μάκης Καραγιάννης, «Το Όνειρο του Οδυσσέα», σελ. 215, εκδ. Μεταίχμιο








Δεν υπάρχουν σχόλια: