Κυριακή, 4 Αυγούστου 2013

Η αντινομική σύσταση της ελληνικής ιδιοπροσωπίας

Δημήτρης Νόλλας, Ταξίδι στην Ελλάδα,
Αθήνα, Ίκαρος 2013, 184 σελ.
Θα έλεγα ότι ο Δημήτρης Νόλλας αποτελεί μια από τις λίγες εξαιρέσεις. Τις τελευταίες δεκαετίες, όταν η ελληνική λογοτεχνία έβαζε κάτω από το μικροσκόπιο το «εγώ» ή έκανε εκείνα τα νοσταλγικά μακροβούτια φυγής στο ιστορικό παρελθόν, ο Νόλλας επέμενε σταθερά να ποντίζει τη θεματογραφία του στο πέλαγος της συλλογικής μοίρας, να περιπλέει το σώμα της σύγχρονης Ελλάδας, να ανιχνεύει συστηματικά το πρόσωπό της.
 «Το ταξίδι στην Ελλάδα», λοιπόν, αποτελεί έναν κρίκο ο οποίος συμπληρώνει ένα «έργο εν προόδω». Χώρος του δράματος του νέου μυθιστορήματος η Θεσσαλονίκη, αλλά και ο ευρύτερος ανθρωπογεωγραφικός χώρος της βορειοδυτικής Ελλάδας. Ο χρόνος της αφήγησης εντοπίζεται στην ταραγμένη δεκαετία του ’60, λίγο μετά  τη δολοφονία του Λαμπράκη, αλλά το άνυσμα της αφηγούμενης ιστορίας αναπλέει το ρεύμα του χρόνου έως τον Εμφύλιο. Ο Αρίστος Καραμπίνης, εργαζόμενος φοιτητής χωρίς αντικείμενο σπουδών, επιστρέφει με το Acropolis Express στην Ελλάδα από το Μόναχο, όπου σπουδάζει. Το προφανές εγχείρημά του είναι να μεταφέρει τη Χρυσάνθη, μια μυστηριώδη και παράξενη γυναίκα που έφυγε πρώιμη μετανάστρια στη Γερμανία από το ’43. Η εξαφάνισή της στο Σταθμό της Θεσσαλονίκης θα αποτελέσει την αφετηρία μιας αναζήτησης και περιπλάνησης  στην πόλη και τη Δυτική Μακεδονία. Όμως, η γενέθλιος γη αποδεικνύεται παγίδα για τον πρωταγωνιστή καθώς ενεδρεύει το παρελθόν.  Οι παλιοί λογαριασμοί που δεν έκλεισαν απαιτούν λύση. Η σχέση με τον αδερφό του, παρά τις αγκαλιές, κρύβει τα περιουσιακά αγκάθια. Στη θέση που βρισκόταν το  αγαπημένο σπίτι του παππού, προβάλλει ένα τεράστιο χάσμα σαν ξεδοντιασμένο στόμα, αποτυπώνοντας τον οίστρο της ανοικοδόμησης και τη μεταμόρφωση της «Πρωτεύουσας των προσφύγων». Στη Βομβάη,  ένα κωλάδικο στο κέντρο, θα δει με τα μάτια του εργολάβους,  εμπόρους, τοκογλύφους, ομοφυλόφιλους και αξιωματικούς της χωροφυλακής. Το θερμοκήπιο της παρανομίας που ζέστανε όλα τα άνθη του κακού, από τα οποία ξεπήδησαν οι δολοφόνοι του Λαμπράκη και η πανούκλα της πόλης με τη διαχρονική της παρουσία. Ο αφηγητής κάνει ιδιαίτερη αναφορά και στον δεύτερο πολιούχο της –όπως τον ονομάζει-  τον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη, μόνον που το «Ταξίδι στην Ελλάδα» δεν είναι ο δοξαστικός λόγος της «Μητέρας Θεσσαλονίκης». Μια γενικότερη  παρατήρηση: ενώ η παλιότερη γενιά –Πεντζίκης, Ιωάννου- πεζογραφικά και ποιητικά  υμνούσε τη Θεσσαλονίκη, σήμερα αναδεικνύεται η σκοτεινή της πλευρά: Αναφέρω ενδεικτικά: Νόλλας, Σκαμπαρδώνης, Νικολαΐδου, Κοροβίνης.   

Μετά τη γενέθλια πόλη το ταξίδι και η αναζήτηση  του Αρίστου συνεχίζεται στην καρδιά της ενδοχώρας. Κι εδώ στους πρόποδες του Σινιάτσικου,  στο σπίτι του Αποστόλη Περδίκα θα μυηθεί στην θλιβερή εμπειρία του εμφυλίου. Ο Αποστόλης αφηγείται την προσωπική του περιπέτεια με τη σύλληψή του από τους αντάρτες, την απόδραση και την κράτησή του από τον εθνικό στρατό. Στους μακροσκελείς διάλογους με τον ανακριτή, παραμένει αυστηρά ουδέτερος,  αρνείται πεισματικά  να κάνει δική του αυτή την ιστορία του αίματος, υπακούοντας σε ξένα ρήματα και ξένα δόγματα που έφεραν στην επιφάνεια την πιο σκοτεινή πλευρά της Ελλάδας. Σε ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης όμως, το επεισόδιο αυτό αποτελεί μια ιδιότυπη Νέκυια. Το μότο από το τραγούδι του Παπαιωάννου «Πέντε Έλληνες στον Άδη» λειτουργεί άλλωστε ως οδοδείκτης και η ομήγυρις μπροστά στο τζάκι ως ένας αρχαίος χορός που εξιστορεί τις περιπέτειες και τα δεινά του Έλληνα.
Κατά την άποψή μου, μπορούμε να θεωρήσουμε το «Ταξίδι στην Ελλάδα» και ως ένα  Bildungsroman, δηλαδή ένα μυθιστόρημα μαθητείας ή ενηλικίωσης.  Αρχέτυπο και πρώιμο δείγμα του είδους αποτέλεσαν τα δυο μυθιστορήματα του Γκαίτε για τον Βίλχελμ Μάιστερ. Η περιπλάνηση και αναζήτηση του κεντρικού ήρωα ο οποίος στο τέλος ολοκληρώνεται ως άνθρωπος, αποτελεί κεντρικό στοιχείο στα έργα  αυτά. Κι εδώ ένας νεαρός άνδρας  περιδιαβαίνει την πόλη και την πατρίδα του. Μέσα από τις εμπειρίες του αποκτά ένα καινούργιο βλέμμα, ψηλαφίζει τις ανοιχτές πληγές της Ελλάδας και μαθαίνει την ανθρωπογεωγραφία της,  μυείται στην αιματηρή περιπέτεια του εμφυλίου από τον Αποστόλη, αναζητά την ταυτότητα του. Παρακολουθούμε ένα εσωτερικό και πνευματικό ταξίδι προς την αυτογνωσία. Ο πρωταγωνιστής μορφώνεται και διαμορφώνεται μέσα από τις περιπέτειές του, ώστε στο τέλος να κατακτήσει την ωριμότητα.
Όπως έγραψα και παλαιότερα ο Δημήτρης Νόλλας διακρίνεται για τη λιτότητα του ύφους. Πρόκειται για μια τέχνη του ελάχιστου. Οικονομεί τις λέξεις με ακρίβεια, προτιμά να δείχνει αντί να λέγει, να υπαινίσσεται αντί να κατονομάζει. Η αφήγηση παρακολουθεί λεπτομέρειες, χειρονομίες και αντικείμενα φαινομενικά επουσιώδη τα οποία σε μια δεύτερη ανάγνωση αναδεικνύουν νοοτροπίες και ψυχισμούς. Ο μακροπερίοδος λόγος του προσπαθεί να συλλάβει την ολότητα.
Ενδιαφέρον, επίσης,  παρουσιάζει η διαρκής υπονόμευση της αφήγησης και οι μεταμορφώσεις του αφηγητή. Στο ξεκίνημα του βιβλίου ένας ανώνυμος τριτοπρόσωπος αφηγητής μας εξιστορεί τα ταξίδι του Αρίστου Καραμπίνη. Αργότερα  στη σελίδα 35 γίνεται πρωτοπρόσωπος. Αποκτά σάρκα και οστά, είναι ένας γνωστός του Αρίστου από τα καφενεία του Σβάμπιγκ, όπου σύχναζε παλιότερα. Στις επόμενες σελίδες ο αφηγητής απευθύνεται στον αναγνώστη. «Και ιδού τώρα, να  ’τος μπροστά μας, μ’ ένα τραυματισμένο εγώ...», όπως έκανε τον παλιό καλό καιρό το μυθιστόρημα του 18ου αιώνα, χρησιμοποιώντας μάλιστα τη ρητορική του: «ιδού ώ φίλτατε αναγνώστα...». Στις τελευταίες σελίδες το παιχνίδι συνεχίζεται. Ο συγγραφέας χρησιμοποιώντας τις πρακτικές του μεταμοντερνισμού, ομολογεί στον αναγνώστη ότι ο αφηγητής είναι επινοημένος και η ιστορία του μια κατασκευή.  Ειρωνευόμενος και  ανατρέποντας τις συμβάσεις της αφήγησης μιλά για τον γενικευμένο αμοραλισμό των πενήντα χρόνων που ακολούθησαν. Κι ενώ προηγουμένως έκανε έκκληση στον επαρκή αναγνώστη του Μονταίν, τώρα που ίσως εξανίσταται  και αναρωτιέται πώς μπορεί να εποπτεύει και να κατέχει τα μελλούμενα, του κλείνει το μάτι σαν να του  λέει με τον τρόπο του Μπωντλαίρ:  
 «Το ξέρεις, αναγνώστη, το ντελικάτο τέρας,
- Υποκριτή αναγνώστη, – όμοιε μου, – αδελφέ μου!».
Δεν είσαι τόσο αθώος όσο νομίζεις αλλά αυτή η ιστορία που άκουσες, είναι η μεγάλη Ιστορία του τόπου μας  στην οποία είμαστε όλοι συνένοχοι.
Το ταξίδι στην Ελλάδα, το ταξίδι της επιστροφής, αποδεικνύεται ένας νόστος λυγρός. Ο Καραμπίνης θα αναχωρήσει τελικά άπρακτος, καταβάλοντας ακριβά λύτρα. Κι εκεί στο κουπέ της επιστροφής της ταχείας Αθηνών – Μονάχου, κάτω από τις ταπεινώσεις του τελωνιακού ο Αρίστος, δεμένος με τα λύτρα που κατέβαλε για τη φυγή, τα χρήματα, τις λέξεις και τα ονόματα,  φαίνεται αναποφάσιστος. Μέσα του κονταροχτυπιούνται  δυο αντιθετικές εκδοχές για την Ελλάδα. Το παράδειγμα του Πασχαλίδη, με τη διαβρωτική δύναμη της νοσταλγίας  να σιγοκαίει τα σπλάχνα του, που άφησε την Βιέννη για να επιστρέψει στην Καλαμαριά και η απωθητική δίψα της φυγής της Χρυσάνθης που την ακούει ακόμη στα αυτιά του να του λέει: «Φεύγε και σώζου». Στην ακροτελεύτια  παράγραφο στέκει μετέωρος ανάμεσα σ’ αυτή τη σχέση αγάπης -  μίσους για την πατρίδα του. «Αγαπημένο Βρωμοδουβλίνο» όπως έλεγε κι Τζόυς.
Ο Δημήτρης Νόλλας, ο σοφός πρεσβύτης της ελληνικής λογοτεχνίας, αποτυπώνει με τον  πυκνό και δραστικό του λόγο τις περιπέτειες της πατρίδας και την αντινομική σύσταση της ελληνικής ιδιοπροσωπίας. Σ’ αυτό το μεταίχμιο του Αρίστου, μας λέει, λανθάνει η ουσία του ελληνισμού. Ο Δεξιός κι ο Αριστερός, ο άρχοντας κι ο πληβείος, ο ήρωας κι ο απατεώνας, «οι δυο πλευρές του ίδιου μαλάκα. Του επηρμένου φαφλατά». Κι αυτές οι δυο πλευρές που μισούνται, σκοτώνονται, αγαπιούνται πρέπει να συνυπάρξουν κάτω από το «αγγελικό και μαύρο φως» στην ίδια πόλη. Τσαλαβουτούν στο ίδιο πηγάδι, σε έναν τόπο σκληρό κι όμορφο που μας δόθηκε. Τον νυν και αεί και τον ερχόμενο.

ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ ΤΧ. 100, Ιανουάριος Μάρτιος 2013

* Το κείμενο είναι από την παρουσίαση του βιβλίου στον Ιανό Θεσσαλονίκης 22.04.13



Δεν υπάρχουν σχόλια: