Κυριακή, 11 Μαρτίου 2007



Όψεις του ποιητικού έργου του Έκτορα Κακναβάτου.

ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ τχ. 101

Πρέπει να ομολογήσω ότι χρωστώ χάρη στον Ε. Κ., γιατί όταν γνωστοί και φίλοι με ρωτούν πώς ένας μαθηματικός μπορεί ν' ασχολείται με την ποίηση, το έξοχο παράδειγμά του με βγάζει από το αδιέξοδο.
Η ποιητική του υπερβαίνοντας τα τείχη της διάκρισης, συναιρεί στο ενοποιημένο πεδίο του λόγου το φιλοσοφικό στοχασμό, την Ιστορία, τις θετικές επιστήμες, το καθημερινό βίωμα. Στα τοπία της ποίησής του, δε θα γνωρίσεις την πλήξη και θα περιηγηθείς με το ίδιο εισιτήριο, από τις Μυκήνες και τον Αντιοχέα Μαρκούζε, ως το βυθό της σιωπής.
Αυτή η συνολική θεώρηση των πραγμάτων, η οποία σπανίζει σήμερα καθώς κυκλοφορούμε χαμένοι και παγιδευμένοι στις ατραπούς της εξειδίκευσης, έλκει την καταγωγή της από τους προσωκρατικούς, όταν τα μαθηματικά ήταν συνδεδεμένα με τη φιλοσοφία και αυτή δεν είχε κατέβει ακόμα απ' το άρμα της ποίησης. Θυμίζει, επίσης, την παράδοση των Νέων Χρόνων όταν οι επιστήμονες ήταν ταυτόχρονα φιλόσοφοι και καλλιτέχνες και συνέβαλαν να περάσουμε από τη μεσαιωνική θεολογική σκέψη, σε μια άλλη αντίληψη του κόσμου με οριακό έργο τις "Μαθηματικές αρχές της φυσικής φιλοσοφίας" του Νεύτωνα. 'Ομως "ξέρετε στις μέρες μας να μετράει το θάμπος; ή απ' τα princiria το μεγαλείο;"
Μαθηματικός ο ίδιος, πελεκά θεωρήματα, φτιάχνει τη δική του άλγεβρα με μιαν άλλη ράτσα αριθμών που "μετρά τα πράγματα αλλιώς, με της σιωπής το παραλάλημα -μονάδα". Ψηλαφεί το ένα "το Αιώνιο που χάρη στο σπέρμα του Αριθμού, θα σχίστηκε τουλάχιστο στα δυο κι έτσι θεσπίστηκε η αρχέγονη σχέση ανάμεσα σε τούτο και το άλλο". Προχωρά την αριθμητική του έως τα έσχατα όρια όπου αρχίζει και τρίζει. Αναρωτιέται αν είναι ενάριθμο το Χάος. Oι αριθμοί που πολιορκούν να το εκφράσουν στέκονται ανάπηροι και άλαλοι μπροστά του. Επαναλαμβάνοντας τον Χάιζεμπεργκ, δηλώνει ότι "δυο γλώσσες έχει ο άνθρωπος για να αντιμετωπίσει την παγκοσμιότητα, τα μαθηματικά και την ποίηση".
Η αναγνώριση αυτή του επιστημονικού λόγου δεν είναι βέβαια η άκριτη πίστη του Λωτρεαμόν, εκατόν είκοσι χρόνια πριν, ο οποίος θεωρούσε τα Μαθηματικά έκφραση της υπέρτατης αλήθειας και της αρμονίας του σύμπαντος.

"Των αιώνων το τέλος θα δει πάνω στα ερείπια του Χρόνου, τους καββαλιστικούς αριθμούς σας, τις λακωνικές σας εξισώσεις και τις γλυπτικές γραμμές σας, να εδρεύουν στην εκδικήτρα Δεξιά του Παντοδύναμου". (Τα άσματα του Μαλντορόρ- Άσμα δεύτερο)

Αν λοιπόν, ο Λωτρεαμόν έδειχνε απόλυτη εμπιστοσύνη στον Ορθό Λόγο, επηρεασμένος από το πνεύμα της εποχής του, ο Ε.Κ. καταγράφει τις παρενέργειες του, τη συρρίκνωσή του σε μια θλιμμένη λογική που "φθείρεται σε ταπεινότητες ή το χειρότερο όταν ματώνει σε βάτα αγκαθερά, σε τετριμμένα".
Yψομανής, "παραιτημένος τα ευκλείδεια ή πλεούμενος των οραματισμών" αναζητά, όχι το φορμαλισμό και την τυποποίηση των Μαθηματικών, μα το μεγάλο ποιητικό διασκελισμό των μη ευκλείδειων γεωμετριών που εισάγουν σε νέους κόσμους. Μετά το Μπρετόν ο λόγος απαλλάσσεται από την καρτεσιανή μέγγενη, τη βαριά καντιανή πανοπλία και ξανοίγεται στην πολλαπλότητα των ερμηνειών και το οργιαστικό παιχνίδι των συνειρμών. Η φαντασία γίνεται "νεφέλη τίγρεων", τα σημεία του ορίζοντα δεκαεννέα και ο χώρος ν-διάστατος, όπου λάμπει η "πάμφωτη η αταξία των πραγμάτων".

"Και τι λευτεριά σαν μπορέσεις νά σαι πέρα από τις ερμηνείες, σαν θ' αφήσεις πίσω σου τις λέξεις".

Ο υπερρεαλισμός του οποίου, έργω και λόγω θερμός υπερασπιστής είναι ο Ε.Κ., διευρύνει και υπερβαίνει μια πραγματικότητα που τείνει να μας επιβληθεί ως μοναδική. Είναι μια άσκηση ελευθερίας και επιστροφή στην αρχέγονη αθωότητα. Το ποίημα είναι πια "ανάγλυφο βυθού". Η πένα ποντίζεται σε άπατα νερά, "προς του ονείρου μας γλιστράει τα ύφαλα δεμένο ως είναι και λικνίζεται πλάι σε σκούνες" για να ανασύρει καινούργια ονόματα και "βουλιαγμένους αντικυκλώνες"
Η ποίησή του με την υπερρεαλιστική του τόλμη, προσπαθεί να συλλαβίσει "το μη λεγόμενο", το άγλωσσο Χάος, για να "δεις τα σχήματα που είναι ανίδωτα ν' ακούσεις λέξεις που εντός τους κλείστηκαν αρχαία τζιτζίκια και που σωπαίνουν από μόνες τους μη γίνουν λόγος και μόνον in hyperbola ηχούν", αφού τα πράγματα με την έξοδό τους στην επιφάνεια του λόγου, απ' τη σιωπή όπου ωριμάζουν, καταργούνται τη στιγμή που ονοματίζονται, διαρρέει η περίσσεια των σημασιών τους και οι λέξεις γίνονται τα καχεκτικά σκέλεθρα του ανείπωτου. Γι’ αυτό και η αγωνία της ποίησης, στη μάχη της με τη γλώσσα, να βρει την κερκόπορτα του άρρητου. Ερωτεύεται την ουσία, πλαγιάζει με τη σκιά της. Αγωνίζεται με υπαινιγμούς και παραβολές σε μια διαρκή πάλη με το ανέφικτο.
Ο έρωτας, ως αξία ζωής και δύναμη λυτρωτική, διατρέχει το σύνολο του έργου του. 'Ερωτας λυσιμελής, αναμάρτητος, γίγαντας. Οδοιπορία σε "κορμιά γεμάτα φυσαρμόνικες" που καταλήγει στην πόρτα του μυστηρίου. "Περίεργο που τα ζυγωματικά σου παίζουνε τέτοιο ρόλο στην αναψηλάφηση των μυστηρίων." 'Ερωτας άγια μετάληψη, αέναον ιστίον που διασχίζει το χρόνο.

"'Οταν μετά αιώνες οι σκαπάνες σ' αρχαίο τάφο βρίσκοντες τα οστά μου θα δούνε πάνω τους να φωσφορίζει τ' όνομά σου άραγε θα ξαφνιαστούν; θα καταλάβουν; θά ναι ως τότε ακόμα ο έρωτας πνοή πρωιού επάνω στο τριφύλλι; θα βλασταίνει ακόμα τούτο στον πλανήτη όταν οι σκαπάνες;"

Υπάρχει, όμως, και ο έρωτας πληγή, μαχαίρι που έκανε το χρέος του. 'Οταν η απουσία του άλλου γίνεται μοναξιά που δαγκώνει, ερημιά που πρέπει να πορευθείς, βουβός λυγμός που απλώνει ρίζες στα σκοτεινά εσωτερικά τοπία.

"Θάρθει με φίδια η γαλήνη που είσαι;".
"'Εφυγες. λυσίκομο σκυλί η μοναξιά μου κουφάθηκε στο λιόκαμα στ' αγριολίθαρα να σ' αναζητάει".

Γιατί μαζί με τον έρωτα, μετά τα ουράνια ταξίδια όπου τροχιοδρομούσες τα σύννεφα, παραμονεύει η πτώση και η αποκαθήλωση, και βρίσκεσαι "πάλι μόνος. Ιη perpetuum". Μια μοναχικότητα βαθιά, παντοτινή, υπαρξιακή.
Η Ιστορία είναι μία από τις πηγές που αρδεύουν τις σελίδες των βιβλίων του, τα οποία είναι κατάστικτα από σχετικές αναφορές. Η ελληνική μνήμη ανατέμνεται και τα γεγονότα εξορύσσονται για να φωτιστούν διαφορετικά. Τα πρόσωπα εξέρχονται από τον ιστορικό χρόνο για να συνυπάρξουν στο ποιητικό παρόν.

"Συζητούνε καθισμένοι στο μουράγιο με το Νέστορα, τον άγιο Γεράσιμο, το Νότη Μπότσαρη για την ανάσταση του γένους".

Η Ιστορία δεν προσλαμβάνεται μόνον με το μάτι που καταγράφει ψυχρά, αλλά κυκλοφορεί ενδοφλεβίως σε μια ποίηση που αισθάνεται, λυπάται οργίζεται, όταν βλέπει "να παροπλίζονται τα πλοία των Αχαιών, ν' αλλάζουν σημαία", να "σκορπίζουν τα μαλλιά του Αγαμέμνονα". Ψάχνει "την αστροφεγγιά που κρατούσε κατ' ευθείαν απ' τη γενιά των Ατρειδών" μα έσβησε από τα σύννεφα των εκποιήσεων και των συμβιβασμών.
Καταθέτει όμως την αγωνία του και για τη δική του γενιά. Μεταγγίζει αίμα στα όνειρά της, για να εισπράξει τη διάψευση. Την εξορία του στη Μακρόνησο, τις δικές του περιπέτειες, τις περιέβαλε με τη σεμνή σιωπή. Δεν προσπάθησε ποτέ να τις εκταμιεύσει ή να περιβληθεί το φωτοστέφανο του αγωνιστή. Δεν ζήτησε το ελάχιστο. Η φωνή του ρωμαλέα και ατίθαση απέναντι σε όσους "απ' τις αξίες προτιμούν τ' αξιώματα" δίνει την προσωπική του πολιτική ηθική. 'Ύψωσε "το ανάστημά σου που τους καταργεί"Ο Ε.Κ., από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της γενιάς του, κεραμουργεί με φωνήεντα μια ποίηση περήφανη που ενσωματώνει την ανιδιοτέλεια ως στάση ζωής. Μας ξεναγεί στους πολύχρωμους ποιητικούς του βυθούς όπου ακούμε "τη φωνή του νερού" και βλέπουμε " της πέτρας την έπαρση". Γεωμετρεί, εν τέλει, την ψυχή και τον κόσμο με μονάδα τις ακριβές συγκινήσεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια: