
Είναι αλήθεια ότι μπήκαμε με δέος με τον Βασίλη, στον χώρο του ποιητή, στο διαμέρισμά του της Μιχαήλ Κόρακα 39, στην Αθήνα, πριν είκοσι χρόνια, σαν να μπαίναμε στο ναό της ποίησης. Ο χώρος κατάφορτος από βιβλία -οι στοίβες γέμιζαν ακόμη και το πάτωμα- πίνακες, ρίζες, πέτρες, ενθύμια καταλάμβαναν κάθε εκατοστό. Στους τοίχους με τους δεκάδες πίνακες, ανάμεσα στους οποίους κι ένας του Γιώργου Χατζάκη, κυριαρχεί το μαρτύριο του Άγιου Σεβαστιανού. Στην ερωτική εκδοχή του Γιάννη Τσαρούχη ένας νεαρός άνδρας, με τη γυμνή του μορφή και τα σπορτέξ παπούτσια, υπομένει τα βέλη. Πέτρες, βότσαλα, ρίζες αποτελούν την προέκταση του ποιητικού το έργου, φιλοτεχνώντας πάνω τους με μελάνι πρόσωπα, σώματα και φιγούρες, δίνοντας ζωή σε αντικείμενα, ένας σιωπηλός χορός που συμπληρώνει την περιρρέουσα ατμόσφαιρα.


Μέσα σ όλα αυτά η μορφή του Ρίτσου, στον γαλάζιο καναπέ κάτω από το μαύρο πορτατίφ, γοητευτικός, να ξετυλίγει τις μνήμες του –η φωνή του μοιάζει να απαγγέλει χαμηλόφωνα, είναι η συνέχεια κάποιου ποιήματος- με το τσιγάρο στο χέρι και το πακέτο, ένας «Άσσος σκέτος» δίπλα του, να μιλάει για τη ζωή στην πόλη όπου χάνεσαι, «σαν να ρίχνεις μια πέτρα στον ωκεανό σε αντίθεση με την ήρεμη επαρχία, μια πέτρα μέσα στη λίμνη που κάνει άπειρους κύκλους», εξομολογούνταν κεφάλαια από τη ζωή του για τις θεατρικές παραστάσεις ανά την Ελλάδα την περίοδο του εμφυλίου, για τους κοινούς γνωστούς.