Πέμπτη 26 Απριλίου 2007

Η μούσα του μεσονυκτίου

Η ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

"Πηγαίναμε να κατακτήσουμε τον κόσμο - ε
γώ, ένας στρατιώτης απ΄το μεγάλο πόλεμο κι ο κόμης ντε Λωτρεαμόν. Το τραίνο έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Ήταν ένα σχέδιο παράτολμο - κάποτε θα σας εξηγήσω. Νύχτα. Οι φωταγωγημένες πόλεις περνούσαν έξω απ' τα παράθυρα σαν αναμμένα κουρέλια κυνηγημένα απ΄ τον άνεμο. Ο κόμης φορούσε έναν μανδύα φαρδύ για να σκεπάζει τον αιώνα του κι ένα λαιμοδέτη ανάστατο σα μια εξέγερση. Ο στρατιώτης τραυματισμένος παραμιλούσε κι ίσως τα ασυνάρτητα λόγια του να εξηγούσαν τ' όνειρο μιας εποχής. Ύστερα άρχισε να χιονίζει, κρυώναμε όπως στην προϊστορία "Ραχήλ!" ψιθύρισε ο στρατιώτης. Τι ήθελε να πει; Ο κόμης έσκυψε πάνω του. "Η συμπόνια είναι το μόνο ελαφρυντικό στο έγκλημα να υπάρχουμε" είπε.

Γι' αυτό σας λέω: όταν ακούτε ένα τραίνο να σφυρίζει τη νύχτα, σηκωθείτε κι αγρυπνήσετε.

Ίσως να μην ξαναϊδωθούμε."


Τάσος Λειβαδίτης
"Τα χειρόγραφα του φθινο
πώρου"



Πέμπτη 12 Απριλίου 2007

Πάνω σ' έναν ξένο στίχο...

Η εποχή της υποψίας


(Κάτω τα καλά βιβλία!)

Ομολογώ ότι, αν και πολλές φορές διαφωνώ, εκείνο που μου αρέσει στον Δημοσθένη Κούρτοβικ είναι οι διεισδυτικές του παρατηρήσεις, η σφαιρική κατόπτευση του νεοελληνικού λογοτεχνικού τοπίου. Βεβαίως, επειδή είναι γενικές ενέχουν τον κίνδυνο του σφάλματος καθώς το λογοτεχνικό ρευστό μεταλλάσσεται συνεχώς, αλλά αυτό είναι το αναγκαίο τίμημα όταν θέλεις να περιγράψεις τη δυναμική των πραγμάτων τη στιγμή που διαμορφώνονται.

Αφορμή για τις σκέψεις αυτές αποτέλεσαν οι ερεθιστικές παρατηρήσεις του με τον εύγλωττο τίτλο «Κάτω τα καλά βιβλία!»

«Σχεδόν ποτέ δεν μας μεταδίνεται η αίσθηση πως ένα βιβλίο αποτέλεσε πρόκληση για τον κριτικό, πως τον αναστάτωσε κι έβαλε σε δοκιμασία τα παγιωμένα κριτήριά του, πως ανάγκασε τη σκέψη του να κινηθεί σε καινούργια μονοπάτια. Σχεδόν ποτέ δεν θα διαβάσουμε για ένα βιβλίο ότι μας αποκαλύπτει κάτι που δεν είχαμε σκεφτεί ή δεν είχαμε συνειδητοποιήσει ή δεν τολμούσαμε να παραδεχτούμε ή ότι μας παρουσιάζει κάτι που (νομίζαμε πως) ξέρουμε σε καινούργιο φως. Σχεδόν ποτέ δεν μαθαίνουμε γιατί ένα βιβλίο πρέπει να μας απασχολήσει πέρα από το ότι είναι «καλό».

Τα καλά βιβλία είναι σαν τα καλά παιδιά: φρόνιμα, υπάκουα, επιμελή, συμβατικά (ακόμα και στα παιχνίδια ή τα καλαμπούρια τους, που αποδέχονται τα κυρίαρχα πρότυπα) και, εννοείται, αφόρητα βαρετά. Όπως τα καλά παιδιά, έτσι και τα καλά βιβλία δεν αμφισβητούν ουσιαστικά τον κόσμο στον οποίο πρόκειται να ενταχθούν και, ακόμα και όταν δυσφορούν γι' αυτόν, το εκφράζουν με τρόπους προαποφασισμένους, εγκεκριμένους και υπαγορευμένους από αυτόν ακριβώς τον κόσμο. Δεν έχουν εκείνη την τρέλα, εκείνη την απρόβλεπτη, παρεκκλίνουσα ή παραβατική συμπεριφορά που μπορεί και να δείχνει υγεία.

Χωράει αρκετή συζήτηση γύρω από το αν τα καλά βιβλία πράγματι δεν είναι τίποτε άλλο από καλά ή αν έτσι τα προσλαμβάνουν σήμερα το κοινό και η κριτική. ΄Ο, τι από τα δυο και αν συμβαίνει, εμείς που αγαπάμε με πάθος το βιβλίο κι εξακολουθούμε να πιστεύουμε στη σπουδαιότητά του είναι καιρός ν' αναφωνήσουμε: κάτω τα καλά βιβλία!»(ΝΕΑ 13.1.2007)
Δ. Κούρτοβικ


Όντως ενώ υπάρχουν πολλά καλά βιβλία δεν υπάρχει κάτι που να ξεχωρίζει ή να μας συγκλονίζει. Θέλοντας, όμως, να προεκτείνω το συλλογισμό του πρέπει να πω ότι το φαινόμενο το οποίο περιγράφει δεν περιορίζεται μόνο σε αναγνώστες και κριτικούς, αλλά διαποτίζει την κοινωνία. Φοβάμαι ότι, ακόμη κι αν υπάρξει τέτοιο βιβλίο, είναι πιθανόν να το μην το πάρουμε είδηση, γιατί δεν είμαστε έτοιμοι να το δεχτούμε. Πιστεύω ότι μέχρι τη δεκαετία του ’70 η κοινωνία ήταν πρόθυμη να αναγνωρίσει «αλήθειες» και μεγάλα ονόματα στη λογοτεχνία, στην πολιτική, στις επιστήμες, στη θεωρία. Οι βιβλιοθήκες μας είναι γεμάτες από ονόματα τα οποία έλαμψαν στο λογοτεχνικό ή επιστημονικό στερέωμα για να ξεθωριάσουν μετά από μερικά χρόνια. Μας λείπουν όχι μόνο οι μεγάλοι λογοτέχνες, αλλά και οι μεγάλοι στοχαστές, οι μεγάλοι μουσικοί, οι μεγάλες ιδεολογίες. Νομίζω ότι είναι το τέλος των μύθων με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Σήμερα ζούμε, για να χρησιμοποιήσω τον παλαιό όρο της Nathalie Sarraute, στην «εποχή της υποψίας». Ο χαρακτηρισμός είναι εύστοχος και περιγράφει όχι μόνο την καχυποψία του αναγνώστη, αλλά και την επιφύλαξη που επικρατεί στην κοινωνία απέναντι σε ιδέες, σε «αλήθειες» και αυθεντίες. Δεν είναι μόνο η χρεοκοπία των ιδεολογιών, αλλά, επιπλέον, μια διάχυτη ηθική αμφιβολία αφού ακόμη και το «ιδιωτικό όραμα», το οποίο είχε αντικαταστήσει κάποτε τις ιδεολογίες, έχει δώσει τη θέση του στην «αναγνωρισιμότητα» και στο life style. Ακόμη και τα κινήματα των άλλοτε οργισμένων νέων αναλώνονται στην υπεράσπιση των κεκτημένων και της καθεστηκυίας τάξης. Εν τέλει, θα έλεγα ότι μας λείπουν όχι μόνο τα πρωτότυπα βιβλία, αλλά, επίσης, η αθωότητα και οι ζωτικές αυταπάτες.











Ολόκληρο το κείμενο: "Κάτω τα καλά βιβλία!"- Δ. Κούρτοβικ, ΝΕΑ 13.1.2007

Σάββατο 7 Απριλίου 2007

Η μούσα του μεσονυκτίου

"με τι βιασύνη προχωρεί ο Ιησούς
εφέτος

προς την Ανάσταση...
Παραμερίζει πανέρια τεράστια
γιομάτα βιολέτες
σπρώχνει τους αέναους
παπάδες
τινάζει νευρικά προς τα πίσω
τη μαλλούρα του

το γεγονός είν' ολοφάνερο:
βαρέθηκε"


Μονολεκτισμοί και ολιγόλεκτα
ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

Καλό Πάσχα