Πέμπτη, 22 Φεβρουαρίου 2007




Ιστορία και μυθιστόρημα

Η περίπτωση της Ρέας Γαλανάκη


«Ο Αιώνας των Λαβυρίνθων»

Καστανιώτης, Αθήνα 2002, σελ.390


Το τέταρτο μυθιστόρημα της Ρ. Γαλανάκη συνιστά μια καμπή στο έργο της με την αναζήτηση διαφορετικών αφηγηματικών δομών και χειρισμών του υλικού. Παρατηρούμε τη μετάβαση από τον θρύλο και τον μύθο του 19ου αιώνα στον αιματηρό ρεαλισμό της ιστορίας του 20ου, το πέρασμα από τον βίο και την πολιτεία ενός ατόμου στην πολυπρόσωπη τοιχογραφία η οποία διατρέχει τα χρονικά επίπεδα και τους αναβαθμούς ενός αιώνα.

Η Ιστορία είναι ένας από τους βασικούς άξονες του έργου της και η μέθοδος που την προσεγγίζει αποτελεί τη συνεισφορά της στην ελληνική πεζογραφία.

Από την εποχή του Walter Scott και τη ρομαντική περιπλάνηση στις σελίδες του παρελθόντος πολύ νερό κύλησε κάτω από τη γέφυρα της Ιστορίας και της λογοτεχνίας. Η πρώτη πέρασε από τις επηρμένες βεβαιότητες που κραδαίνουν την μοναδικότητα της αλήθειας στην υποψιασμένη αντίληψη της Iστορίας ως αφήγηση και ως κατασκευή, ενώ η δεύτερη έχει διανύσει δυο αιώνες ανατροπών. Εξακολουθούν, όμως, να συμπλέκονται στο σύγχρονο ιστορικό μυθιστόρημα έστω και με άλλους όρους.

Η Ιστορία αποτελεί αντικείμενο της επιστήμης. Πρώτη ύλη του λογοτέχνη είναι η περιπέτεια της ανθρώπινης ψυχής, όπως αυτή πορεύεται μέσα από τις μυλόπετρες των ιστορικών γεγονότων. Έργο του πεζογράφου να ανιχνεύσει τους τρόπους με τους οποίους τα γεγονότα εσωτερικεύονται, μεταφράζονται σε πληγές της ψυχής και της σάρκας, σε ιστορίες των ανωνύμων που ασφυκτιούν στα ψυχρά νούμερα και στη λήθη της μεγάλης Ιστορίας, ώστε να φωτιστεί διαφορετικά το παρελθόν αλλά και το παρόν.

Οι προ­σεγ­γί­σεις της Ιστορίας από τη λογοτεχνία δεν εί­ναι α­θώ­ες και ά­μοι­ρες ι­δε­ο­λο­γι­κών ε­πι­βα­ρύν­σε­ων, αναπαράγοντας κοινόχρηστες εκδοχές τεί­νο­ντας στην κα­τα­σκευ­ή ε­ξι­δα­νι­κευ­μένων ει­κό­νων και α­φη­γή­σε­ων.

Το έργο της Ρέας Γαλανάκη είναι υπόδειγμα προς αυτή την κατεύθυνση. Οι ήρωές της αποφεύγουν τις εύκολες και σχηματικές διχοτομίες του καλού και του κακού καθώς η λογοτεχνική ταυτότητα των ηρώων της (Ισμαήλ Φερίκ Πασάς, Ανδρέας Ρηγόπουλος, Ελένη Αλταμούρα) είναι δισυπόστατοι συνδυάζοντας εθνικές συνειδήσεις, πολιτισμούς, θρησκείες, ανιχνεύοντας «την απαγορευμένη ζώνη των συγκλίσεων, των επαφών, των μεικτών συναισθημάτων, της κοινής μνήμης1».

Από την άποψη αυτή το τελευταίο βιβλίο της συνιστά αν όχι μια υποχώρηση τουλάχιστον μια αναδίπλωση, εφ’ όσον δεν υπερβαίνει τα εσκαμμένα. Όπως υποδεικνύει και ο τίτλος του, στοχεύει, κυρίως, στο πανόραμα του 20ου αιώνα, φιλοτεχνώντας το χρονικό του Ηρακλείου και της Κρήτης, το οποίο, όμως, δεν διακρίνεται για τις αιρετικές προσεγγίσεις αλλά για τις γνωστές εκδοχές της Ιστορίας. Επίσης, ο μύθος και η ιστορία δεν είναι ενωμένα λειτουργικά, πυκνά υφασμένα το ένα μέσα στο άλλο. Έχεις την αίσθηση ότι τη σκυτάλη την κρατάει η Ιστορία, προέχει το κλίμα της εποχής. Η αφήγηση αργοπορεί, το νήμα της πλοκής κόβεται για να παρεμβληθεί το χρονικό, ενώ οι ήρωες σύρονται ασθμαίνοντες πίσω από το άρμα των γεγονότων, η προσωπική τους ζωή συρρικνώνεται, υποτάσσεται στις ανάγκες της Ιστορίας.

Όσο κι αν αυτό περιέχει μια μεγάλη δόση αλήθειας, ότι ο αιώνας πέρασε σαν οδοστρωτήρας πάνω από την καθημερινή ζωή, δεν σημαίνει πως οι άνθρωποι έχασαν τα πάθη τους. Η εξωτερική εστίαση, όμως, η οποία επιλέγεται για την ανέλιξη του μύθου και την προσέγγιση των προσώπων, υπαγορευμένη ως ένα βαθμό από τον όγκο του υλικού, δεν αναδεικνύει την εσωτερική τους θερμοκρασία.

Το βιβλίο, πάντως, είναι συνεπές σε όσα υπόσχεται προγραμματικά με τον τίτλο, αλλά και όσα αναφέρει ρητά στο οπισθόφυλλο. Υιοθετώντας τη μορφή του χρονικού, με σπειροειδή αφήγηση η οποία επανέρχεται στα γεγονότα από άλλες πλευρές, καταγράφει ανά εικοσαετία το έπος του 20ου αιώνα και των ανθρώπων του. Με σημείο εκκίνησης το 1878 και τις ανασκαφές της Κνωσού από τον Μίνωα Καλοκαιρινό και κατάληξη τη μεταπολίτευση, αγγίζει όλες τις κορυφές και τις πληγές του εθνικού μας βίου. Από τις σφαγές των Οθωμανών στο Ηράκλειο, τη μικρασιατική καταστροφή, τις δικτατορίες και τα κινήματα, την κατοχή και τον εμφύλιο ως τη χούντα των συνταγματαρχών.

Αυτή τη φορά η Ρ. Γαλανάκη αφήνει τις προσωποκεντρικές ιστορίες και η εκτύλιξη της αφήγησης γίνεται με τη διαδοχή των γενεών των οικογενειών των Καλοκαιρινών και των Παπαουλάκηδων. Παρακολουθούμε τις σημαντικές στιγμές του ιδιωτικού τους βίου -έρωτες, γάμους, θανάτους, συγκεντρώσεις- αλλά και τη συμμετοχή τους στα κοινά, καθώς τα δυο βασικά μυθιστορηματικά πρόσωπα, ο βενιζελικός Ανδρέας και ο αριστερός Σήφης πίστεψαν στις μεγάλες ιδέες, δόθηκαν ολοκληρωτικά, γνώρισαν τη φρίκη και τους λαβυρίνθους του πολέμου, για να καταλήξουν με μια γνώση πικρή ο πρώτος και έναν παράλογο θάνατο, από μια σφαίρα καρφωμένη στο μέτωπο, ο δεύτερος.

Ο τόπος του δράματος είναι κυρίως το Ηράκλειο, αλλά η γεωγραφία του μυθιστορήματος περιλαμβάνει την ευρύτερη ορεινή επαρχία Βιάννου και την Κρήτη, την ιστορία της οποίας η συγγραφέας ανασκάπτει, συμπληρώνει με τους θρύλους και τις συνομιλίες των νεκρών. Στα προηγούμενα μυθιστορήματά της, πάντως, η ταυτότητα των ηρώων - έκαστος ως κράμα πολιτισμών και αντιλήψεων- έδινε τη δυνατότητα στην ανάπτυξη ενός γόνιμου διαλόγου διαφορετικών τόπων, τα όρια του οποίου έφταναν έως την περίφημη διάκριση Ανατολής-Δύσης.

Παρά την έντονη προσπάθειά της για το ρεαλισμό της γραφής διάστικτο είναι το σώμα του μυθιστορήματος από ίχνη ποιητικότητας. Αν και έχει κηρυχθεί, περίπου, ένοχη γι’ αυτή, θεωρώ ότι ακόμη και στα προηγούμενα βιβλία της, τις περισσότερες φορές είναι λειτουργική και απογειώνει τον πεζό λόγο.

Είναι Ο Αιώνας των Λαβυρίνθων απλώς ένα χρονικό και μια οικογενειακή σάγκα όπως το ανέγνωσε, κυρίως, μέχρι τώρα η κριτική; Προσωπικά πιστεύω ότι πίσω από το χρονικό, διακρίνεται σιωπηλά η κριτική του 20ου αιώνα, η ομολογία του αίματος, η σκοτεινή του πλευρά των ουτοπιών, η πικρή τους γεύση, ένα ίζημα στυφό από τους άδικους θανάτους. Υπάρχει η ζωή σαν πολυπλοκότητα και σαν λαβύρινθος. Ό,τι και να πει η αφήγηση πάντα μένει ένα έρμα βουτηγμένο στον σκοτεινό της πόντο, άδηλο και ανέκφραστο, που αντιστέκεται σε κάθε προσπάθεια εξορθολογισμού που επεδίωξε ο «Αιώνας των Φώτων».

1. «Τόπος, μια σπείρα ατέρμονη», Ρέα Γαλανάκη, Σημείο-Φυλλάδιο 1, Λευκωσία, Φθινόπωρο 2000

ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ τχ. 121 Δεκ-Φεβ 2003,


Εργοβιογραφικό σημείωμα από τη σελίδα του ΕΚΕΒΙ

Συνεντεύξεις και κείμενα της Ρέας Γαλανάκη

ΡΕΑ ΓΑΛΑΝΑΚΗ: "Ζωντανεύω πρόσωπα πεταμένα στα σκουπίδια της επίσημης Ιστορίας", Συνέντευξη στον Μισέλ Φάις, Ελευθεροτυπία, 22.11.2002

ΡΕΑ ΓΑΛΑΝΑΚΗ: "Η ύλη του χρόνου", Συνέντευξη στη Μαίρη Παπαγιαννίδου, Βήμα, 12.6.1998

ΡΕΑ ΓΑΛΑΝΑΚΗ: "Η ιστορία είναι μια διαρκής δεξαμενή έμπνευσης", Συνέντευξη στην Πόλυ Κρημνιώτη, Αυγή, 3.6.2001

ΡΕΑ ΓΑΛΑΝΑΚΗ: "Τόπος" στη λογοτεχνία", Αυγή, 1.11.1998

ΡΕΑ ΓΑΛΑΝΑΚΗ: "Ρίζες, παράδοση, θρησκεία στη μεταμοντέρνα κοινωνία", Αυγή, 13.2.2005

ΡΕΑ ΓΑΛΑΝΑΚΗ: "Μετά το '89 - Χρονολογίες", Αυγή, 31.10.2004

ΡΕΑ ΓΑΛΑΝΑΚΗ: "Ενας άντρας καμωμένος από λέξεις", Βήμα, 27.7.2003

Κριτικές

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου - "Ο αιώνας των λαβυρίνθων", Ελευθεροτυπία, 22.11.2002

Αλέξης Ζήρας - "Ο αιώνας των Λαβυρίνθων", Αυγή, 12.1.2003

Μάρη Θεοδοσοπούλου, "Ένα σχεδόν γαλάζιο χέρι", Βήμα, 12.9.2004

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου - "Ένα σχεδόν γαλάζιο χέρι", Ελευθεροτυπία, 2.7.2004

Μάρη Θοδοσοπούλου - "Αμίλητα βαθιά νερά", Βήμα, 9.4.2006

Αλέξης Ζήρας - "Αμίλητα βαθιά νερά", Αυγή, 16.4.2006

Σταυρούλα Τσούπρου- "Αμίλητα, βαθιά νερά", Αυγή. 30.4.2006

Λίζυ Τσιριμώκου, "Ελένη, ή ο Κανένας", Βήμα, 12.6.1998


2 σχόλια:

Nikoletta είπε...

Δε νομίζω πως υπάρχει εξωτερική εστίαση. Προφανώς δε γνωρίζετε επαρκώς τη τριμερή διάκριση του Genette περί εστιάσεων . Θα σας συμβούλευα:

Nikoletta είπε...

G.Genette , Σχήματα ΙΙΙ