Δευτέρα 26 Φεβρουαρίου 2007

ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ -ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

«Να πληρώνεις με το ίδιο σου το αίμα, αυτά που είπες ως μεγάλες ηθικές αρχές»
Συνέντευξη στον Μάκη Καραγιάννη

Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στα πλαίσια του πέντε σελίδων αφιερώματος  στην ΑΥΓΗ που επιμελήθηκα την πρωτοχρονιά του 2005. Στο αφιέρωμα συμμετείχαν με κείμενά τους οι: Κώστας Βούλγαρης, Γιώργος Χρονάς, Δημήτρης Κόκορης, Θανάσης Μαρκόπουλος, Νίκος Δαββέτας, Τάσος Καλούτσας, Μαρία Αγαθοπούλου – Κέντρου, Μάκης Καραγιάννης

Θυμάμαι ότι μέχρι να την ολοκληρώσουμε, στις επισκέψεις που του έκανα επί ένα μήνα στο σπίτι του στις 40 Εκκλησιές, με τις ατέλειωτες συζητήσεις και τις διορθώσεις, του έφαγα μισό κιλό γλυκό του κουταλιού. Πάνω από το γραφείο του μας κοίταζε ο Τσιτσάνης από το πορτραίτο του. Ήταν η δεύτερη συνέντευξη μετά από την πολύκροτη της «Παρέμβασης» που δημοσιεύσαμε με τον Βασίλη το 1990. Συζητήσαμε ώρες και μου εξήγησε δια μακρών τι σημαίνει «να πληρώνεις με το ίδιο σου το αίμα, αυτά που είπες ως μεγάλες ηθικές αρχές» όπως λέει. Στο τέλος μου ζήτησε τριάντα φύλλα της «Αυγής» δεμένα με σπάγκο, που του τα πήγα ως πρωτοχρονιάτικο δώρο, και τα οποία επέμεινε φυσικά να πληρώσει. Χωρίς να ειπωθεί ρητά, πιστεύω πως ένιωσε ότι με το μεγάλο αφιέρωμα τον αποδεχόταν και η αριστερά. Αντίδωρο σε αυτόγραφα: Το «Ενός λεπτού σιγή» για προσωπική χρήση. Και η «Αγκίδα» με τη νύχτα που σκοτώσαν τον Λαμπράκη για το αφιέρωμα.

  1. ΚΩΣΤΑΣ ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ: "Ο πολίτης Ντίνος Χριστιανόπουλος"
  2. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΚΟΡΗΣ: "Ποιητική και πεζογραφική ταυτότητα"
  3. ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΟΝΑΣ: "Ο κύριος Ντίνος Χριστιανόπουλος"
  4. ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ: "Η ενοχή του χορτάτου"
  5. ΤΑΣΟΣ ΚΑΛΟΥΤΣΑΣ: "Από το πρώτο (1955) στο τελευταίο (2003) διήγημα της Κάτω βόλτας του Ντ. Χριστιανόπουλου"
  6. ΝΙΚΟΣ ΔΑΒΒΕΤΑΣ: "Ανυπεράσπιστη ζωή"
  7. ΜΑΡΙΑ ΚΕΝΤΡΟΥ-ΑΓΑΘΟΠΟΥΛΟΥ: "Στη Διαγώνιο"
  8. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΚΟΡΗΣ: "Χρονολόγιο"
  9. ΜΑΚΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ: "Τόπος και κοινωνική κριτική στο ποιητικό έργο του Ντίνου Χριστιανόπουλου": Ακολουθεί μετά τη συνέντευξη.

- Κύριε Χριστιανόπουλε, ποιος είναι σήμερα ο ρόλος των λογοτεχνικών περιοδικών; Υπάρχουν περιοδικά με άποψη και αισθητική όπως ο Κοχλίας, η Διαγώνιος, η Κριτική;

Στους τίτλους των περιοδικών που μου ανέφερες θα έπρεπε να είχες συμπεριλάβει και τις Μακεδονικές Ημέρες, περιοδικό από όπου ξεκίνησε κάθε τι το προοδευτικό στη Θεσσαλονίκη. Ανεξαρτήτως του πόσο επηρέασαν την πόλη, τα τέσσερα αυτά περιοδικά καλύπτουν και όλη την εμβέλεια της εποχής τους. Αντίθετα, στη σημερινή εποχή, και αν ακόμη υπάρχουν καλά περιοδικά, σαν το Εντευκτήριο, δεν μπορούν πλέο
ν να επηρεάσουν. Και στην Αθήνα υπάρχουν ωραία περιοδικά, (Η Λέξη, Το Δέντρο, η Ποίηση) αλλά ο ρόλος τους είναι να αποταμιεύουν ό,τι καλό υπάρχει γύρω τους, χωρίς όμως να μπορούν να διαμορφώσουν την εποχή τους.
Επομένως, με
την Κριτική έληξε οριστικά ο ρόλος αυτών των δημιουργικών περιοδικών που επηρέασαν όχι μόνο ένα μικρό κύκλο, αλλά και μια πόλη, μια εποχή και μια ιδεολογία.

- Η ενοχή, η οποία έχει έναν σημαντικό ρόλο στην ποίησή σας, προϋποθέτει έναν κώδικα ηθικής. Σήμερα ποια ηθική μπορεί να μας κρατήσει;

Είναι σωστό αυτό που λες, ότι η ποίησή μου είναι διαβρωμένη από ένα πλέγμα τύψεων και ενοχών. Γι' αυτό δεν μετανιώνω καθόλου. Αυτό μπορεί να οφείλεται στη θρ
ησκευτική μου αγωγή, μπορεί να οφείλεται και σε κάποιες οικογενειακές δεοντολογίες, ιδίως από τη μητέρα μου, μπορεί να οφείλεται και από τα νιάτα μου που τα πέρασα στα κατηχητικά, αλλά οπουδήποτε και αν οφείλεται είμαι πολύ ευχαριστημένος που το φορτώθηκα, γιατί αυτές οι τύψεις και αυτές οι ενοχές δείχνουν πολύ καλά ότι ο έρωτας ούτε ειδυλλιακή κατάσταση είναι ούτε αποτελεί μια αμοραλιστική περιοχή. Στο λέω αυτό γιατί ο Καβάφης, του οποίου ας πούμε ότι είμαι μαθητής, ξεχωρίζει από μένα ή μάλλον εγώ ξεχωρίζω από τον Καβάφη, γιατί ο Καβάφης είναι ερωτικός ποιητής που δεν τον ενδιαφέρει καμιά τύψη και καμιά ενοχή. Συνεχίζει δηλαδή τους αρχαίους Έλληνες που δεν τους ενδιέφερε η ηθική στον έρωτα. Αντίθετα εμένα με τρών σκουλήκια και, για το παραμικρό πράγμα που κάνω, μέσα μου έχω ένα διυλιστήριο ηθικής. Έτσι λοιπόν δεν πρέπει να με βλέπουν σαν έναν μιμητή του αλλά σαν κάτι το διαφορετικό, με κάποιες αμυδρές αναμνήσεις από τους ποιητικούς του τρόπους. Είμαι κάτι δικό μου, αλλά αυτό αποκτάει ταυτόχρονα και κάποια σημασία για τους αναγνώστες. Μήπως η ποίησή μου βοηθάει πολλούς ανθρώπους να καταλάβουν ότι έρωτας δεν είναι το σ' αγαπώ μ' αγαπάς, ούτε το βάλε βγάλε, αλλά κάτι πολύ συγκλονιστικότερο, που συνεπάγεται στερήσεις και θυσίες, ακόμα και το να υφίστασαι την ερωτική εκμετάλλευση;

- Οι λέξεις που χρησιμοποιείτε δεν απέχουν πολύ από την καθημερινή γλώσσα. Μέσα από ποιο μονοπάτι φτάνουν στη συγκίνηση;

Απορώ πώς νομίζεις ότι ένας ποιητής μπορεί να απαντήσει σε ένα θέμα της αισθητικής, με μόνη την προϋπόθεση ότι γράφει ποιήματα. Όσο για το λαϊκό λεξιλόγιο, με το οποίο ντύνω τα ποιήματά μου, προέρχεται, ως ένα σημείο, από τη λαϊκή μου καταγωγή, και ως ένα σημείο από την ερωτική μου ζωή. Αυτά που έμαθα απ' την παιδεία προσπαθώ να τα λιγοστέψω και αυτά που έμαθα απ' τον έρωτα προσπαθώ να τα κρατήσω. Αυτό το μείγμα βοηθάει και τη ζωή μου αλλά και την ποίησή μου.

- Για την ομορφιά γράψατε στην ποίησή σας και τη λατρέψατε στη ζωή. Πού κατοικεί τελικά; Και είναι πικρή η γεύση της όπως λέει ο Ρεμπώ;

Με τον Ρεμπώ δεν έχω σχέσεις, όπως έχω με τον Μπωντλαίρ. Ο Μπωντλαίρ μού δίδαξε ότι πίσω από την ομορφιά μπορεί να υπάρχει και η σατανικότητα, ε
ξ ου και Τα άνθη του κακού. Ο χριστιανισμός μού δίδαξε, επίσης, ότι η ομορφιά είναι επικίνδυνο πράγμα, είναι αμαρτία. Η πραγματικότητα, πάλι, μου δίδαξε ότι η ομορφιά είναι φθαρτό πράγμα. Εγώ, όσο και να φαίνεται παράξενο, παρόλο που με επηρέασε η ομορφιά στα νιάτα μου, όμως έχω φτάσει στο συμπέρασμα ότι πρέπει να είμαι πάρα πολύ προσεκτικός, γιατί μπορεί να με καταστρέψει. Και γι' αυτό ενώ είμαι πολύ παθιασμένο άτομο, από την άλλη μεριά είμαι και πολύ συγκρατημένος, και αυτό το συγκράτημα με ωφέλησε και με βοήθησε πάρα πολύ.

- Το Εναντίον των βραβείων, των κλικών και των κρατικών επιχορηγήσεων που γράφτηκε το 1977, δεν ήταν μόνον μια προσωπική δήλωση αλλά διέγραφε έναν ρόλο για τον λογοτέχνη. Τριάντα χρόνια μετά, μήπως περισσεύουν οι συμβιβασμοί των πνευματικών ανθρώπων με την εξουσία και την αγορά;

Το Εναντίον το έγραψα σαν ένα πιστεύω ή και ευαγγέλιο, όχι για τους άλλους αλλά για τον εαυτό μου. Επομένως, αν εγώ κατάφερα να το εφαρμόσω, είμαι ε
υχαριστημένος. Ότι οι άλλοι δεν θα το εφάρμοζαν είμαι σίγουρος. Όταν από πολύ μικρός άρχισα να μιλώ εναντίον των βραβείων, κανείς δεν ήθελε ούτε να με ακούσει, με τον ίδιο τρόπο που και σήμερα δεν θέλουν να με ακούσουν. Πες ότι ήμουν μια φωνή βοώντος εν τη ερήμω. Πάντως, αν μπορεί ένας άνθρωπος να εφαρμόσει τα ίδια του τα διαγράμματα για τις αρχές του και τις ιδέες του, τότε αυτό είναι πάρα πολύ σπουδαίο.

- Αιρετικός, περιθωριακός, μοναχικός, αναρχικός; Τι θα επιλέγατε για να χαρακτηρίσετε τον εαυτό σας;

Εάν εξαιρέσουμε το χαρακτηρισμό "περιθωριακός", που δεν τον δέχομαι καθόλου και τον θεωρώ άδικο, γιατί εγώ είμαι φοβερά κοινωνικό άτομο, (κάποιοι που είδαν ότι έχω γράψει ποιήματα λίγο ομοφυλόφιλα νόμισαν ότι μπορούν εύκολα να μου πετάξουν την άδικη αυτή ρετσινιά), οι άλλοι χαρακτηρισμοί είναι ωραίοι και σωστοί. Πράγματι, πολλοί πιστεύουν ότι είμαι "αιρετικός", κι ως ένα σημείο το πιστεύω κι εγώ. Μια ολόκληρη ζωή από μικρός μαλώνω κάπως με το κατεστημένο της εκκλησίας και πότε - πότε πετώ και καμιά μεγάλη κουβέντα. Βέβαια, αυτόν τον χαρακτηρισμό τον δέχομαι με μια όμως διασάφηση, ότι οι φερόμενοι ως αιρετικοί ενδεχομένως να είναι οι πιο ορθόδοξοι. Και εγώ ως αιρετικός της εκκλησίας ή και της κοινωνίας είμαι πολύ πιο ορθόδοξος απ' ό,τι μπορεί κανείς να φανταστεί. Το "μοναχικός", επίσης, είναι πολύ σωστός χαρακτηρισμός, γιατί όλη μου η πορεία και, κατά ορισμένους φίλους, η επαναστατικότητά μου έχει ένα χαρακτήρα μοναχικό, δηλ. είμαι ατομικός επαναστάτης, δεν πιστεύω στη συλλογική δουλειά, δεν πιστεύω σε τίποτε παρά μόνο σε μια επανάσταση, που ξεκινάει μέσα από το ίδιο το άτομο. Ήδη από το 1952 που κατασχέθηκε Η εποχή των ισχνών αγελάδων από την Ασφάλεια, απέδειξα ότι αυτό το πράγμα δεν το έκανα ούτε από καμιά ιδεολογία, ούτε από καμιά σκοπιμότητα, αλλά από μόνος μου έκανα ό,τι έκανα. Ήταν μια πράξη εκατό τα εκατό ατομική. Γι' αυτό, όπως ξέρεις, ούτε σε κόμμα γράφτηκα ποτέ, ούτε καν σε σύλλογο ή σωματείο. Οτιδήποτε κάνω, το κάνω σαν μια έκφραση του προσωπικού μου εαυτού, όχι των ιδεολογιών που μου δίδαξε ο ένας κι ο άλλος.
Όσο για το "αναρχικός", αυτό μου το προσάπτουν πολλοί, ενώ εγώ μερικές φορές το δέχομαι και μερικές όχι, και έχω αναγκαστεί να κάνω και κάποιες διασαφήσεις στο παρελθόν. Για να τα ξεκαθαρίσουμε, είμαι αναρχικός με δυο προϋποθέσεις. Πρώτον, μπορεί να θεωρηθώ αναρχικός γιατί δεν δέχομαι καμιά αρχή και κανέναν αρχηγό. Το δεύτερο, όμως, που με διαχωρίζει από τους αναρχικούς, είναι ότι δεν δέχομαι καμιά βία, είτε προέρχεται από τους αναρχικούς είτε κι από το ίδιο το κράτος.

- Πληρώσατε κάποιο κόστος γι' αυτή τη μοναχική σας πορεία;

Όχι κόστος, η λέξη είναι πολύ κουλτουριάρικη, εδώ πρόκειται για θυσίες με το ίδιο μου το αίμα. Η ερώτηση έπρεπε να είναι: αντέχετε να πληρώνετε με το ίδιο σας το αίμα αυτό που ευθύς εξαρχής θεωρήσατε ως δικό σας modus vivendi και δικό σας προορισμό; Αν αντέχετε, μπράβο× αν δεν αντέχετε, σε ποιους τομείς υποχωρήσατε; Εγώ δεν ξέρω κανέναν που να νομίζει ότι υποχώρησα, εκτός από κάποιους κακεντρεχείς που λένε ότι έχω υποχωρήσει από τις αρχικές μου ιδέες, αλλά αυτό δεν μου το απέδειξαν. Θα σου πω ένα παράδειγμα: μέσα στο Εναντίον μιλώ εναντίον των βραβείων και εναντίον των κρατικών επιχορηγήσεων. Πριν είκοσι χρόνια είχαν δημιουργηθεί οι λογοτεχνικές συντάξεις, για τις οποίες έγραψα ότι δεν έπρεπε το κράτος να δίνει συντάξεις, επειδή κάποιοι έγραψαν πέντε ωραία ποιήματα. Όταν, λοιπόν, ετέθη θέμα λογοτεχνικών συντάξεων εγώ αντέδρασα και είπα ότι αρνούμαι να υποβάλω αίτηση για να πάρω λογοτεχνική σύνταξη. Αυτό το έκανα πριν είκοσι χρόνια. Δεν υπέβαλα, δεν πήρα. Κατά καιρούς διάφοροι έρχονταν και μου έλεγαν, "μα κάνεις κακό στον εαυτό σου και ψευτοσυντηρείσαι". Εγώ έχω μια μικροσκοπική σύνταξη με 480 ευρώ το μήνα, με τα οποία μπορούν να ζήσουν μόνο οι κότες. Θα μπορούσα με μια σύνταξη λογοτεχνική, που άλλωστε τη δικαιούμουν, να έχω ένα μεγαλύτερο εισόδημα. Όχι. Αρνήθηκα και έκτοτε βράζω μες στη φτώχια μου, άλλωστε δεν περνώ και πολύ άσχημα, υπάρχουν και χειρότερα. Λοιπόν, απ' αυτό το συγκεκριμένο παράδειγμα καταλαβαίνεις τι θα πει να πληρώνεις με το ίδιο σου το αίμα, αυτά που είπες ως μεγάλες ηθικές αρχές. Όχι μόνο δεν το μετάνιωσα, όχι μόνο δεν υπεχώρησα, αλλά έτσι θα πάει ως το τέλος.

- Η δημόσια κριτική σας για πρόσωπα ήταν πάντα αυστηρή. Εκ των υστέρων, αισθάνεστε ότι έχετε αδικήσει ή ήσασταν υπερβολικός με κάποιους;

Κοίταξε, είμαι πενήντα χρόνια στο κουρμπέτι και πιθανόν να έχω αδικήσει κανέναν. Βέβαια, στην κριτική μου δεν ήμουν επιπόλαιος, ήξερα τι έλεγα, αλλά με το πέρασμα του χρόνου έβλεπα κάποιες αυξομειώσεις της αυστηρότητάς μου και γι' αυτό έχω μετανιώσει για μερικά πράγματα. Έχω μετανιώσει, ας πούμε, για τη στάση μου απέναντι στον Καζαντζάκη, για τον οποίο είχα μια μόνιμη εχθροπάθεια και όταν η χήρα του μου έστειλε την Αναφορά στο Γκρέκο δεν της απάντησα καν, και αυτό το νιώθω σαν μια τύψη μέσα μου. Έπρεπε να ήμουν πιο λεπτός και να της είχα απαντήσει. Ο Καζαντζάκης ποτέ δεν μου έλεγε τίποτε και όμως από κει που δεν το περίμενα έγραψα το Εναντίον επηρεασμένος από την Ασκητική του. Παρόμοια στάση κράτησα και αργότερα απέναντι στον Σεφέρη, για την οποία και μετάνιωσα. Ο Σεφέρης μου έστειλε δύο φορές ποιητικά βιβλία του με αφιέρωση και του απάντησα με μια κάρτα "σας ευχαριστώ πολύ" και τίποτε άλλο. Έτσι λοιπόν νιώθω και μια τύψη για τον Σεφέρη, που όχι μόνο εξαιτίας του γνώρισα τον Έλιοτ, αλλά και γιατί ή ίδια του η ποίηση με έχει επηρεάσει κάπως.
Το ίδιο και με τον Ελύτη, που αν και με αγαπούσε πολύ, εγώ τον χαρακτήρισα δημοσία "τεμπέλη". Είχε δίκιο μετά που κόψαμε σχέσεις. Μετάνιωσα αλλά ήταν αργά. Επίσης, νιώθω κάποιες ενοχές και για την περίπτωση με τον Ρίτσο. Του έχω επιτεθεί κατ' επανάληψη δημοσία, ενώ ο ίδιος δυο φορές σε συνεντεύξεις του με ανέφερε με τα κολακευτικότερα λόγια. Αυτό δεν το υπολογίζω, γιατί ο Ρίτσος έκανε πολιτική σχέσεων. Εκεί που εγώ τον έβριζα αυτός μου το ανταπέδιδε με καλά λόγια. Αλλά η γενικότερη αρνητική τοποθέτησή μου απέναντί του, η οποία βάστηξε σαράντα χρόνια, αρχίζει τον τελευταίο καιρό και με προβληματίζει. Παραδόξως, δεν πρόσεξα την απλή και κατανοητή έκφραση στα ποιήματά του. Αντίθετα με την ερμητική έκφραση του Σεφέρη, ο Ρίτσος είναι απλός και πεντακάθαρος, δεν υπάρχει τίποτε το σκοτεινό στα γραφτά του. Αυτή η καθαρότητα στην έκφραση, απορώ πώς δεν με έκανε να σκεφτώ, ότι με τα χίλια του κουσούρια ο Ρίτσος, τουλάχιστον, έχει και αυτή την αρετή. Και μόνο γι' αυτή θα έπρεπε να του πω έναν καλό λόγο, που δυστυχώς δεν τον είπα. Έτσι, λοιπόν ο Ρίτσος κατάφερε από το 1935 να γράφει απλά και κατανοητά, αποφεύγοντας τις συμπληγάδες του ερμητισμού, του υπερρεαλισμού, των διφορούμενων, των σκοτεινών υπαινιγμών. Ε, αυτό δεν είναι μια αρετή; και δεν έπρεπε να την παραδεχτώ ή να τη διαπιστώσω;

- Πώς πέρασε στη λογοτεχνία της Θεσσαλονίκης το δράμα των Εβραίων; Στην ανθολογία σας Οι προγραμματισμένοι στο χαμό, ψάχνοντας για σχετικά ποιήματα είπατε ότι βρήκατε μόνο ψίχουλα. Μήπως πρόκειται για ενοχή της πόλης που δεν την αγγίξαμε;

Αυτό είναι ένα μεγάλο πρόβλημα. Παρόλο που ή πόλη δεν φταίει για τα εγκλήματα των ναζί, ωστόσο υπάρχει μια υποδόρια ενοχή, ότι οι άνθρωποι αυτοί που ζούσαμε δίπλα τους τόσα χρόνια και οι οποίοι κάποτε ήταν και οι αφέντες αυτής της πόλης, αυτό ούτε τους το αναγνωρίσαμε ούτε τους συμπαρασταθήκαμε, εκτός από λίγες εξαιρέσεις. Αλλά και η έρευνά μου για το τι έκαναν οι ποιητές της Θεσσαλονίκης για τους Εβραίους, με απογοήτευσε. Είναι αστείο πράγμα για μια πόλη, τριακοσίων χιλιάδων κατοίκων, να έχουν γραφεί δέκα υποφερτά ποιήματα και άλλα τόσα πεζά. Αλλά έστω: Οι προγραμματισμένοι στο χαμό είναι μια μικρή και προπάντων ανθρώπινη προσφορά.

- Παράλληλα με το ποιητικό έργο ασχοληθήκατε με την πεζογραφία, τις μελέτες, τις βιβλιογραφίες, τη "Διαγώνιο". Τι πρέπει να περιμένουμε στο εξής;

Καμιά φορά μετανιώνω για την πολυπραγμοσύνη μου, αλλά είναι πλέον αργά. Εκτός από την ποίηση, έχω ασχοληθεί και με άλλους δέκα τομείς. Ναι, σπαταλήθηκα εις βάρος της ποίησής μου, αλλά τουλάχιστον βγήκε ωφελημένη η Θεσσαλονίκη. Όσο για μένα, θα είμαι πολύ ευχαριστημένος αν από δω και πέρα αξιωθώ να τελειώσω τις μισοτελειωμένες εργασίες μου. Τώρα ετοιμάζω μια Ανθολογία τραγουδιών του Βασίλη Τσιτσάνη που συνοδεύεται με κριτικό υπόμνημα.

Σας ευχαριστώ πολύ 

 

Ποιήματα του Ντίνου Χριστιανόπουλου
Ἐπικίνδυνη μοναξιά
Ἀναστολή
Ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς παίδεψαν
Ἑνὸς λεπτοῦ σιγή
Τὸ δάσος
Ὁ φωτογράφος
Τί νὰ τὰ κάνω τὰ τραγούδια σας
Ἰθάκη
Ἀπολογισμὸς τῆς μοναξιᾶς
Βρόχος
Ἔρωτας
Μὲ κατάνυξη
Ὅταν σὲ περιμένω
Τέλος
Ἐγκαταλείπω τὴν ποίηση
Ἡ θάλασσα
Μικρὰ ποιήματα



ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ

Τόπος και κοινωνική κριτική στο ποιητικό έργο του Ντίνου Χριστιανόπουλου



Η Θεσσαλονίκη είναι μια προνομιούχος πόλη, γιατί μια αυτόχθων ποιητική και πεζογραφική παραγωγή χαρτογράφησε επαρκώς το πρόσωπό της. Η πόλη ως χώρος και κλίμα, επανέρχεται στο έργο των περισσότερων λογοτεχνών ακόμη και των νεώτερων. Αν ο Ν. Γ. Πεντζίκης τη συνέδεσε με τη βυζαντινή της κληρονομιά, ο Nτίνος Χριστιανόπουλος ψηλάφισε την ερωτική της γεωγραφία.
Ο τόπος, χωρίς συμβολισμούς ή μεταμορφώσεις, γίνεται μοτίβο που επανέρχεται συνεχώς στην ποίησή του. Το σώμα και ο χώρος, ως σκηνικό του ερωτικού πάθους, συνυφαίνονται σε μια δραματική εμπειρία και συνυπάρχουν στο ποίημα ως οι δυο όψεις ενός νομίσματος. Τα τοπωνύμια, τα οποία διαδοχικά εγγράφονται στην προσωπική ποιητική μυθολογία, πολλαπλασιάζονται για να καλύψουν εν τέλει το πρόσωπο της πόλης. Εγνατία, Έκθεση, Μπαξέ Τσιφλίκι και ο προπαντός οι Δυτικές συνοικίες, τα «αναχωρητήρια της αγάπης», γεωγραφικά σήματα σαρκωμένα από το βίωμα, αρδεύουν τις περισσότερες ποιητικές συλλογές.
Οι τοπογραφικές αναφορές περιγράφουν έναν χώρο οικείο, ηδονικό αλλά ταυτόχρονα έκπτωσης και συναλλαγής με τα τσαλακωμένα χαρτονομίσματα. Το εσώτερο τοπίο διαπλέκεται με το εξωτερικό, ο τόπος εμποτίζεται από την περιπέτεια της ψυχής διαμορφώνοντας μια σχέση βαθιάς ταύτισης με το ποιητικό εγώ. «Μιλώντας για μένα βγαίνει η πόλη και μιλώντας για την πόλη βγαίνω εγώ. Νιώθω στιγμές να είμαι η Θεσσαλονίκη. Η πόλη είναι στο πετσί μου» (ΤΑ ΝΕΑ 26-11-1999)
Μετά τον λυρισμό της γενιάς του τριάντα και αντιστικτικά προς τις εθνικές αφηγήσεις που εκείνη καθιέρωσε, η ποίηση του Ντίνου Χριστιανόπουλου χωρίς ιδεολογικούς επικαθορισμούς και συλλογικούς μύθους ποντίζει το ποίημα στη σκόνη της καθημερινότητας. Ανακαλύπτει την Ελλάδα μέσα από έναν διαφορετικό και δύσβατο δρόμο. Το ερωτικό βίωμα γίνεται η αφορμή για την εξερεύνηση της κοινωνικής γεωγραφίας που θα τον οδηγήσει στα γιαπιά και τις λαϊκές συνοικίες. «Πατρίδα μου σε ντρέπομαι/ εσύ διαρκώς στραγγίζεις/ κι εγώ το βιολί μου// κι όμως παρέα με τ’ αγόρια σου/ σε μαθαίνω καλύτερα/ και σε πονάω». Δεν θα περιηγηθούμε σε Οκτάνες και Ασσίνες. Σε φανταστικούς τόπους ή στ’ αρχαία μνημεία αλλά στη σύγχρονη θλίψη. Το κορμί εξερευνά τον τόπο σωματικά, πόντο πόντο, γειώνεται, γίνεται ένα με το χώμα. «και ξαπλώσαμε πάνω στο ζεστό τσιμέντο, εκεί που είχαν κάποτε ακουστεί τα πιο λυπητερά τραγούδια της αγάπης».
Ο διάλογος με τον τόπο εκκινεί από το προσωπικό βίωμα, αλλά το υπερβαίνει για να συναντηθεί με τον κοινωνικό χώρο. «Σταυρούπολη νυχτερινή μου πατρίδα,/ σιτοβολώνα του έρωτα/ …μονάχα τα τραγούδια σου είναι σκληρά:/ διαρκώς υπενθυμίζουν τον καημό μας»
Ο λόγος, με την πεζολογική του εκφορά, καίριος, αποφθεγματικός και έναν ωμό ρεαλισμό που σοκάρει. Από συλλογή σε συλλογή φιλοτεχνείται μια γλώσσα απαλλαγμένη από μεταφορικό φορτίο, η οποία έρχεται να υπηρετήσει την αυθεντικότητα και την αλήθεια του βιώματος. Επιλέγεται η αυτοαναφορικότητα χωρίς μάσκες και λογοτεχνικά προσωπεία και μια ποιητική ηθική που θέτει προγραμματικά ως στόχο το ρεαλισμό.
Δεν έχει επαρκώς επισημανθεί η κοινωνική διάσταση της ποίησης του. Η έως τώρα κριτική τον ανέγνωσε, κυρίως, ως ερωτικό ποιητή. Αυτή είναι, ασφαλώς, η κυρίαρχη πλευρά, παράλληλα όμως, όλο το έργο του είναι διάστικτο από σήματα κοινωνικής ευαισθησίας και οπτικής των πραγμάτων από την πλευρά των ηττημένων. Μια ευθύβολη κοινωνική κριτική η οποία ξεκινάει από την παρατήρηση μέχρι τον χλευασμό κάνει αισθητή την παρουσία της. «Τα πρόβατα απήργησαν/ ζητούν καλύτερες συνθήκες σφαγής». Ο κοινωνικός διαχωρισμός δεν γίνεται με βάση οικονομικούς ή ιδεολογικούς όρους αλλά ψυχικούς. Η αδελφότητα των στερημένων ενάντια σε όλους τους βολεμένους. «Όταν σε περιμένω και δεν έρχεσαι,/ γίνομαι ένα με τους τσακισμένους». Γι’ αυτό, αν και οι ιδεολογίες ξεθωριάζουν, η ποίησή του διατηρεί την επικαιρότητα.
Το ποιητικό του σύμπαν θεμελιώνεται πάνω στη διαρκή ενοχή και την εξομολόγηση. Ο κοινωνικός καημός βιώνεται παρόμοια με τον ερωτικό: ως τύψεις, ως αγκίδα που δε βγαίνει και τον ενοχλεί. Ο ιδιωτικός και δημόσιος χρόνος διαλέγονται και συμπλέκονται. Από την τομή των δυο προκύπτει ο μηχανισμός από τον οποίο αναδύεται το ποίημα, όπως φαίνεται χαρακτηριστικά με αφορμή τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη. «…άλλοι να πέφτουν χτυπημένοι για ιδανικά,/ άλλοι να οργιάζουν με τα τρίκυκλα,/ κι εγώ ανέμελος να τρέχω σε τσαΐρια.»
Το στοιχείο της ιθαγένειας και η κοινωνική διάσταση ολοκληρώνουν την εικόνα της ποίησής του. Ακόμη και το ερωτικό βίωμα έχει τη δραματική ένταση και το βάθος τα οποία σταλάζουν μιαν αλήθεια τραχιά και περισσότερο αντιπροσωπευτική. Χωρίς αναπαυτικούς λυρισμούς και παραμυθητικές ψευδαισθήσεις.Μετά τον διάπλου της «ακολασίας» και της έσχατης αμαρτίας με την ηθική και την ενοχή ως βρόχο στο λαιμό.

Σάββατο 24 Φεβρουαρίου 2007

Μιχάλης Γκανάς

"Αν είναι να μιλήσει κάποιος ας πει για την αγάπη"

Σημειώσεις πάνω στην ποίηση του Μιχάλη Γκανά

Ο Μιχάλης Γκανάς, που γεννήθηκε στον Τσαμαντά Θεσπρωτίας το 1944, αποτελεί μια τις πιο ξεχωριστές ποιητικές φωνές της γενιάς του '70. Στο ευρύτερο κοινό είναι γνωστός από τους στίχους που μελοποίησαν γνωστοί Έλληνες συνθέτες.

Η πρώτη προσωπική του συλλογή, " Ακάθιστος Δείπνος", εκδίδεται το 1978, για να ακολουθήσουν τα " Μαύρα Λιθάρια" (1980), " Γυάλινα Γιάννενα" (1989), η "Παραλογή" (1993) και τα " Μικρά" (2000). Εν τω μεταξύ το 1981 εκδίδει το " Μητριά πατρίδα", ένα πεζογράφημα με έντονα προσωπικά βιώματα από την περιπέτεια εμφυλίου και της Ουγγαρίας. Η εργογραφία του συμπληρώνεται με την "Ανθοδέσμη" (1993), μια ανθολογία ποιημάτων και τραγουδιών με άλλους τρεις ομοτέχνους του.

Η ποίηση του Μιχάλη Γκανά είναι ομόκεντρη. Υπάρχει ένας κεντρικός θεματικός πυρήνας, που περιλαμβάνει την πατρίδα, την αγάπη, τον χρόνο και τον θάνατο, ο οποίος αναπτύσσεται και πλαγιοκοπείται από συλλογή σε συλλογή, αναδεικνύοντας νέες όψεις. Ο τόπος είναι μια από τις ορίζουσες του έργου του. Σήματα της Ηπειρωτικής γης είναι διάσπαρτα στις σελίδες. Κατ' αρχάς κάνει την παρουσία του ως φυσικό περιβάλλον. Δεν αποτελεί γραφικότητα αλλά βασική συνιστώσα της ποιητικής του μυθολογίας, το απαραίτητο σκηνικό για να λειτουργήσει η αφήγηση, την είσοδο σ' ένα κόσμο υποβλητικό. Τα τοπία ορεινά με ψηλά βουνά. Είναι συνήθως νύχτα. Το χιόνι πέφτει μαλακά. Φυσάει στο Μιτσικέλι κι από μακριά ακούγονται κλαρίνα. Το σκηνικό συμπληρώνεται από τη χλωρίδα και την πανίδα της ιδιαίτερης πατρίδας του.

Αν όμως το φυσικό περιβάλλον αποτελεί το σώμα αυτού του τόπου, το σπίτι και η μάνα είναι η ψυχή του. Η πατρική οικία συμβολίζει τη σταθερότητα στη ζωή, είναι το κέλυφος που προστατεύει την τρυφερότητα της παιδικής ηλικίας. "Το σπίτι παλιό, πολυταξιδεμένο / άξαφνα κάνει μνήμες βουλιάζει " Και η μάνα, όμως, είναι ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο με αντηχήσεις από τη δημοτική ποίηση. Ψάχνοντας καταφύγιο στις δύσκολες ώρες αναζητείται στο ξεχασμένο σπίτι, "χορτάτη λησμονιά", ακόμα και στον κάτω κόσμο "με το κοντό μου παντελόνι, κεφάλι κουρεμένο και γοερές κραυγές φωνάζοντας τη μάνα". Ο κόσμος της παιδικής ηλικίας μπορεί να πέρασε ανεπιστρεπτί, τον σημάδεψε όμως για πάντα. " Ας δέρνει ο δάσκαλος, έχεις στο στόμα τη γεύση της αθανασίας". Η απώλεια του γενέθλιου τόπου θα τον οδηγήσει σε μιαν εσωτερική εξορία. Πολλά ποιήματα περιγράφουν την απέλπιδα προσπάθεια να εγκλιματιστεί και να ενοφθαλμίστεί στο περιβάλλον της μεγάλης πόλης. "Μόνο το φίδι ξέρει τι θα πει ν' αλλάζεις το πετσί σου, γι αυτό του περισσεύει το φαρμάκι. "

Περιπλανάται στους δρόμους μιας πολιτείας πόρνης, σαν πληγωμένο κοτσύφι. Η ζωή κυλάει πάνω σε κέρματα. Ούτε πουλί ούτε άστρο πουθενά". Στον ακήρυκτο πόλεμο που διεξάγεται σ' όλες τις γωνιές "σφυρίζουν δόρατα στον αγέρα, μπήγουν κορμιά στο χώμα. Κορμάκια φίλων. Ισμήνη, ποιος σε διαφημίζει; Η αφίσα σου σ' όλους του τοίχους".

Αυτά θα τον οδηγήσουν σε μια αποστροφή στην οδυνηρή αναφώνηση " Τι γυρεύεις εδώ ψυχή τραυλή/ μακριά από τα βοσκοτόπια της πατρίδας".

Η μνήμη πια δαγκώνει, από τα σκοτάδια και τα πηγάδια του ύπνου επιστρέφουν χαμένες οικειότητες, περνούν πουλιά και δάση. Χτισμένος μέσ' τη μοναξιά και την άφθονη ανωνυμία πασχίζει να θυμηθεί πρόσωπα και λόγια. Αποξενωμένος από το γενέθλιο ήθος διαπιστώνει έντρομος την αλλοίωση που συντελέστηκε υπόγεια, υποδόρια και χωρίς λόγια. "Οι άνθρωποι και οι τόποι ξένοι που μοιάζουν στις φωτογραφίες που βγάζαμε σε άλλες ηλικίες"

Η έννοια της ξενιτιάς είναι αναπόσπαστα δεμένη με τον τόπο. Αποτελεί το αρνητικό της φωτογραφίας. Είναι ο μη-τόπος, η άρνησή του.

"Εθνική οδός. Από δω έφυγε η μισή πατρίδα για τα ξένα"

Η ξενιτιά γενικεύεται σ' όλες τις εκδοχές "ως βασιλικός πλατύφυλλης αποδημίας". Η πατρίδα γίνεται ξενιτιά και ο ποιητής εσωτερικός μετανάστης. Συμπεριλαμβάνει ακόμα και όσους αναχώρησαν "παρά δήμον ονείρων". "Ξενιτεμένοι κουνούσαν τότε τα μαντήλια τους. Από πολύ μακριά. Μπορεί κι από τον κάτω κόσμο".

Ο Μιχάλης Γκανάς επιστρέφει μέσα από τις σελίδες του έργου του στη γενέθλια γη. Εις μάτην όμως θα επιχειρήσουμε να ταυτίσουμε το γεωγραφικό χάρτη με τον λoγoτεχνικό, γιατί πρόκειται για έναν τόπο φανταστικό, μυθοποιημένο και χαμένο στη μνήμη της παιδικής ηλικίας. Ο ίδιος ο ποιητής αναφέρει σε συνέντευξή του το 1991.

" Δεν νοσταλγώ κανέναν "χαμένο παράδεισο". Μάλλον προσπαθώ να αποφύγω μια "υπαρκτή κόλαση". Γι ' αυτό καταφεύγω στα Γιάννενα, που έχουν ελάχιστη σχέση με τη γνωστή πόλη της Ηπείρου.

Τα δικά μου Γιάννενα είναι φανταστικά. Αποτελούν το σκηνικό μιας δράσης, που εκτυλίσσεται εκτός τόπου και χρόνου ή σε κάθε τόπο και χρόνο. Όσο για την παιδική ηλικία νομίζω ότι είναι η καταποντισμένη Ατλαντίδα του καθενός μας. Μια ήπειρος δηλαδή, που ενώ κάποτε είχε συγκεκριμένο γεωγραφικό στίγμα, βρίσκεται ξαφνικά εκτός σχεδίου μνήμης, αυθαίρετη δηλαδή, και αντί να κατεδαφιστεί, καταποντίζεται. Η παιδική ηλικία είναι ο πραγματικός γενέθλιος τόπος μας. Από εκεί ερχόμαστε συνεχώς".

Ανιχνεύοντας τους ποιητικούς τρόπους του Μιχάλη Γκανά διαπιστώνει κανείς εύκολα μιαν ανεξιθρησκία. Κατακτά την ποιητική του ιδιοπροσωπία, χρησιμοποιώντας σε μορφικό επίπεδο ελευθερόστιχα η πεζόμορφα ποιήματα, ρυθμούς και ομοιοκαταληξίες. Ως προς την έκτασή τους, πολύστιχα, σύντομα, ευρύτερες συνθέσεις ή, ακαριαία με τη μορφή του επιγράμματος.

Στην πρώτη συλλογή «Ακάθιστος Δείπνος» διακρίνουμε έναν λόγο αφηγηματικό, χαμηλόφωνο, περιγραφικό. Πρωτοπρόσωπο ή σε δεύτερο ενικό -που απευθύνεται όμως εις εαυτόν -όταν εξομολογείται και ψηλαφεί τις πληγές του, σε πρώτο πληθυντικό όταν χαρακτηρίζει τη νεοελληνική ζωή και εκφράζει το κοινό αίσθημα.

Η γλωσσική του σκευή εμπλουτίζεται από καταγωγικές μνήμες. Λέξεις από την ιδιαίτερη πατρίδα όπως "βελέντζες της νεροτρουβιάς", κλαρίνα, μπακίρια, γρεντές και γκορτσιές προεξέχουν από τη λεία επιφάνεια του κειμένου ως εικόνες και ήχοι. Επίσης μας καταλαμβάνουν εξ εφόδου απροσδόκητα ζεύγη και συνδυασμοί όπως " ιαματικά πουλιά", " χερσαία όνειρα", " νύχτες ορυκτές" "δημητριακή αφθονία" κ.α.

Παράλληλα με τα μεγάλα ποιήματα, στις συλλογές του, δίνει χώρο σ' έναν λόγο σύντομο και αφοριστικό, στεγασμένο κάτω από τον τίτλο " Ακαριαία". Στα " Μικρά", συγκεντρώνει και επανεκδίδει αρκετά απ' αυτά τα ολιγόστιχα ποιήματα, μαζί με μερικά καινούργια. Με την περιεκτικότητα του επιγράμματος και την εκφραστική οικονομία που απαιτεί λέξεις που μετρούνται στα δάκτυλα, κατορθώνουν να μεταδώσουν μια συγκίνηση ή να ολοκληρώσουν ένα νόημα που μένει στα χείλη.

" Χρόνια που πέσαν πάνω μας, σαν προβολείς.

Μας ντουφεκίζουν έναν έναν

σαστισμένους λαγούς. "

Η συλλογή "Μαύρα Λιθάρια" αποτελεί αφετηρία για πειραματισμούς πάνω σε καινούργιους εκφραστικούς τρόπους με τους οποίους κάνει πολλά "βήματα πίσω", όπως είναι ο τίτλος μιας εκ των ενοτήτων της συλλογής. Δεκαπεντασύλλαβοι, μέτρα και ρυθμοί από το δημοτικό τραγούδι, ομοιοκαταληξίες και σονέτα από τη νεότερη ελληνική ποίηση. Δεν είναι όμως μόνον η μετρική με την οποία γίνονται βήματα πίσω. Κάνουν, επίσης, την εμφάνισή τους τα θέματα και η ατμόσφαιρα της "Παραλογής".

Ο θάνατος υποδηλώνεται στο τίτλο της συλλογής, το μαύρο κηρύσσεται "θεμέλιο χρώμα". Σκηνοθετείται ένας κόσμος παράδοξος, ζοφερός, υπερρεαλιστικός, όπου οι νεκροί συνομιλούν με τους ζωντανούς. Η τεχνική αυτή αναπτύσσεται και αρτιώνεται στην "Παραλογή"

Βέβαια στο δρόμο αυτό προηγήθηκαν άλλοι. Ο ελληνικός υπερρεαλισμός με τον Νίκο Γκάτσο, τη " Λησμονημένη" και τις "Παραλογαίς" του Μίλτου Σαχτούρη αποδείχτηκε ευαίσθητος απέναντι στη δημοτική παράδοση. Ο Ε. Κακναβάτος θεωρεί ότι υπάρχουν στοιχεία υπερρεαλιστικής προβολής μέσα στα ίδια τα δημοτικά τραγούδια. Το εφιαλτικό, το παράλογο, το εξωπραγματικό δημιουργούν μια ποιητική πραγματικότητα που υπερβαίνει την παραδεδεγμένη. Ο πρόωρα χαμένος Χρ. Μπράβος ομότεχνος και φίλος του ποιητή έχει επίσης τη δική του συνεισφορά.

Νομίζω, όμως, ότι πιο βαθιά στην κατεύθυνση αυτή έχει προχωρήσει ο Μιχάλης Γκανάς, ιδιαίτερα με την "Παραλογή". Ο τίτλος παραπέμπει στα ομώνυμα αφηγηματικά τραγούδια. Εδώ πρόκειται για μια ευρύτερη ποιητική σύνθεση με πολλές φωνές η οποία αναπλέει την παράδοση και ο διακειμενικός της ορίζοντας φθάνει μέχρι την Ομηρική Νέκυια. Το εγχείρημα συνθετικών ποιημάτων, αν και με μεγάλο παρελθόν, σπανίζει στις μέρες μας καθώς ευδοκιμούν συλλογές με μεμονωμένα ποιήματα. Όμως αυτή η μορφική επιλογή συνδέεται με το περιεχόμενο. Η νεότερη ποιητική γενιά, "του ιδιωτικού οράματος" όπως έχει αποκληθεί είναι περιχαρακωμένη στον εαυτό της. Η σύνθεση απαιτεί πιο φιλόδοξους στόχους και προπαντός, σύνδεση με συλλογικά υποκείμενα που ακουμπούν στην φυλή και την παράδοση ενός τόπου και τέτοια είναι η "Παραλογή".

Έκδηλο είναι το μυθολογικό αρχέτυπο του "Νεκρού αδελφού". Από την προφορική παράδοση ανακαλούνται ονόματα, θέματα, οι ρυθμοί και η ατμόσφαιρα. Ταυτόχρονα, όμως, αναθεωρείται, μετασχηματίζεται και υπερβαίνεται. Η ιστορία υποχωρεί και δεσπόζει το δράμα. Αναδεικνύονται πάθη ατομικά, ψηλαφούνται απορίες και ρίζες οντολογικές. Ο πάνω και ο κάτω κόσμος συναιρούνται σε μια ενότητα. Ιδρύεται ένα ποιητικό σύμπαν όπου οι σκιές και οι αγαπημένες φωνές διαλέγονται, οι ζωντανοί βρίσκουν παραμυθία με την κατάδυση και την περιπλάνηση σ' έναν παράξενο και αδυσώπητο κόσμο.

" Νύχτα των Κιμμερίων. Κατήφορος κοφτός

κι ακολουθώ τυφλά μαύρο κριάρι ".

Η σκηνοθεσία της κατάδυσης αντλεί στοιχεία από το λ΄ της Οδύσσειας. Η νύχτα, οι Κιμμέριοι, το μαύρο κριάρι, το πρίμο αγέρι. Υπάρχει μια παγκόσμια σχεδόν αντίληψη ότι οι νεκροί για να μιλήσουν πρέπει να γευτούν αίμα, το σύμβολο της ζωής.

" Κι αφήνομαι στη μαύρη πετονιά

αιμορραγώντας όλη νύχτα

μνήμες βαθιές που νόμιζα πως είχαν κλείσει "

Τα πρόσωπα που έρχονται από την άλλη όχθη αποκτούν φωνή από το αίμα και τις μνήμες του ποιητή. "Αντιλαλώ, όπως λέει, σαν τρίκλιτη Βασιλική από φωνές πολλών κεκοιμημένων". Οι φωνές του Νεκρού αδελφού, της μάνας, του Χρήστου ακούγονται σ' ένα κλίμα αινιγματικό και μυστηριακό.

Ο Μιχάλης Γκανάς φτάνει στον ίδιο στόχο με τις παραλογές από διαφορετικούς δρόμους. Εμβολιάζει το λόγο με την παρουσία του θανάτου, τη μόνη αναπότρεπτη βεβαιότητα της ζωής, για να τον μετατρέψει σε τραγούδι σιγανό.

Αγγίζει το πρόσωπό του, εξημερώνει τη φρίκη. Η μνήμη και ο κόσμος των κεκοιμημένων, συνδέονται σε μια αδιάσπαστη αλυσίδα με τον παρόντα και τον τροφοδοτούν με νόημα.

" Χωρίς εμάς, λέει η φωνή του Χρήστου, είστε μειοψηφία (ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ) χωρίς εσάς οστά γεγυμνωμένα - και μην ακούς πάνω και κάτω κόσμος- είσαστε η πατρίδα μας κι εμείς ξενιτεμένοι "

Παρ' όλα αυτά η ποίηση του Μιχάλη Γκανά δεν είναι πεισιθάνατη. Ο έρωτας, φάρμακο και ξόρκι, το αντίδοτο του θανάτου εκτρέπει το ισοζύγιο προς τη ζωή.

" Κι η μοναξιά ένα μάθημα πικρό

κι ο θάνατος μια μαύρη κουβαρίστρα έλα με την αγάπη έλα με το νερό."

Ο Γρηγόρης Ράπτης, ένας κοινός φονιάς των πρωτοσέλιδων που εκτίει την αγάπη του και σπουδάζει τη μοναξιά, θα αναρωτηθεί στον υπερασπιστικό λόγο.

" Μα πώς να πλάσω μέλη που ποθώ που βλέπω μα δεν άγγιξα ποτέ μου.

Τυφλός κι από τα δυο μου χέρια"

Στον έρωτα συμμετέχουν όλες οι αισθήσεις. Λυτρωτική όμως είναι μόνον η αίσθηση της αφής. Με τις άλλες πίνεις αλλά δεν ξεδιψάς.

" Ομνύω στην οδό του μαρτυρίου"

Η πρόταση αυτή εκφράζει την αντίληψη του ποιητή για τον έρωτα. Το ρήμα ενδεδυμένο την τελετουργία μας επίσημης πράξης τον απογειώνει σε συνταγματική αξία, σε σύμβολο πίστεως ιερής. Οι λέξεις που ακολουθούν , φανερώνουν την αληθινή την φύση. Έρωτας πληγή, μαρτύριο, ακάνθινο στεφάνι για προνομιούχους εσταυ- ρωμένους.

" Έτσι αγιάζουνε οι δρόμοι τι νομίζεις έτσι τιμούμε τις αγαπημένες.

Χωρίς αγάλματα και προτομές Μην καταθέτοντας ποτέ Τ' ακάνθινα στεφάνια.

Εσταυρωμένοι σ' όλες τις πλατείες σαν λυπημένοι πολιούχοι "

Ο Σεφέρης, ο ποιητής και ο θεωρητικός της τέχνης, άσκησε βαθιά επίδραση στην μεταπολεμική ποίηση. Πιστεύω ότι ο Μιχάλης Γκανάς είναι ένας από τους ποιητές στον οποίο ανιχνεύονται εκλεκτικές συγγένειες. Η αίσθηση της ιθαγένειας, ο στοχασμός πάνω στην νεοελληνική ταυτότητα, αποτελούν ένα νήμα η μια άκρη του οποίου βρίσκεται στην αναζήτηση της ελληνικότητας του Σεφέρη. Εδώ πρέπει να υπογραμμίσουμε αυτό που έγραψε ο Αλέξης Ζήρας, πως αν στους ομηλίκους του ποιητές ο διχασμός της Ελλάδας είναι ένα ιδεολόγημα, σ' αυτόν είναι ανεπούλωτη πηγή. Τα προσωπικά του βιώματα βάθυναν τον προβληματισμό του και έθρεψαν την αναζήτηση.

Στην πρώτη κιόλας συλλογή θα έχει έναν δημιουργικό διάλογο με τον Σεφέρη ο οποίος συνεχίζεται μέχρι την "Παραλογή"

" Η Ελλάδα, που λες, δεν είναι μόνο πληγή. Στην μπόσικη ώρα καφές με καϊμάκι, Ραδιόφωνα και Τι-Βι στις βεράντες,

Μπρούντζινο χρώμα, μπρούντζινο σώμα Μπρούντζινο πώμα η Ελλάδα στα χείλη μου. "

Η αγωνία για την νεοελληνική αυτογνωσία προβάλλει θεματικά και στον επίλογο της "Παραλογής".

" Πατρίδα μου ασπίδα μου

και δόρυ αιχμηρό στο στήθος

παίρνω το αίμα-αίμα μου και σε γυρεύω στο κάτω κόσμο στον απάνω -άφαντη στις πολιτείες στα χωριά σου -άχνα και λέω δεν υπάρχεις σ' ονειρεύτηκα

κι αχειροποίητη σε χτίζω με το ράμφος μου".

Η πρόσληψη της ποιητικής παράδοσης από τις νεότερες γενιές ακολουθεί ποικίλες και υπόγειες διαδρομές. Ωστόσο αισθανόμαστε σε αρκετούς ποιητές της γενιάς του '70, μεταξύ των οποίων και ο Μιχάλης Γκανάς τον τόνο και το κλίμα της Σεφερικής θλίψης. Ιδιαίτερα στην πικρία με την οποία αντιμετωπίζει την έκπτωση του νεοελληνικού βίου.

"βαθαίνεις την αφή μου ανυπόφορα, μουσική πατρίδα

άταφη σ' όλα τα τραγούδια μου"

Στη συλλογή "Παραλογή" μετά την περιπλάνηση στ' ανήλιαγα σκοτάδια και τις σκιές θα ακολουθήσει, με τους ακροτελεύτιους στίχους η έξοδος στο φως που καταπίνει τη νύχτα και διαλύει το μαύρο, ένα φως που ταυτίζεται με τη ζωή.

"Αλλά το φως με διαψεύδει πάλι

Μια μέρα στις Μυκήνες την άλλη στην Κασσώπη Καταμεσήμερο αγγίζοντας τοπία συλημένα

Και πρόσωπα αγνώριστα από την τύρβη των αιώνων υφαίνοντας άλλες μορφές στο διάφανο αέρα Κι ο τόπος γράφεται ξανά

Βουνό-βουνό και δέντρο -δέντρο

Κι η θάλασσα φιλάει τη φτέρνα του Κι η μνήμη οχιά που με δαγκώνει

Και λέω ναι -εδώ - στο φως θανάτωσέ με. Γιατί το φως θα μας δικάσει

Κι αλίμονο σ' όποιον φοράει ματογυάλια."

Νομίζω ότι σε τούτες τις γραμμές αντηχεί η "Κίχλη,", " Ο βασιλιάς της Ασίνης" αλλά και η ελληνική ποιητική παράδοση για την οποία είναι κομβικό το ζήτημα του φωτός. Υπάρχει το τοπίο και η "λειτουργία ενανθρωπισμού του ελληνικού φωτός" που αναφέρει ο Σεφέρης. Την τελευταία δεκαετία στο χώρο της κριτικής έχει ανοίξει μια μεγάλη συζήτηση, Η γενιά του '30 και ο ελληνικός μοντερνισμός θεωρούνται ένοχοι και υπόλογοι για εθνοκεντρισμό, για την αναγωγή της ελληνικότητας σε αξιολογικό κριτήριο της λογοτεχνίας.

Συνακόλουθα, θεωρείται ύποπτη η ρητορική της ιθαγένειας ή τουλάχιστον ελληνικός επαρχιωτισμός η εμμονή σε πολιτισμικές ιδιαιτερότητες και εντοπιότητες.

Η ελληνικότητα δεν αποτελεί ασφαλώς αισθητική αξία όπως πρώτος ο Σεφέρης αναγνωρίζει (Δοκιμές Α). Το ίδιο και η ιθαγένεια σ' ένα λογοτεχνικό κείμενο.

Ωστόσο, ο χώρος, ο τόπος στον οποίο διαδραματίζονται οι περιπέτειες των ανθρώπων και των αισθημάτων αποτελούσε πάντα μια από τις πρώτες ύλες της λογοτεχνίας, Ακόμα και οι κορυφές τον μοντερνισμού και του κοσμοπολιτισμού γείωσαν το έργο τους σε συγκεκριμένους τόπους και συλλογικές αξίες όπως το Δουβλίνο και η Ιρλανδία του Τζόϋς, ή η Κίνα του Εζρα Πάουντ,

Ο Μιχάλης Γκανάς έχει μια ιδιαίτερη συνεισφορά στη λογοτεχνία.

"Με γνήσιο, χαμηλόφωνο πάθος εμψυχώνει κάποιες λέξεις που η μεταπολεμική μας ποίηση -κι ακόμη περισσότερο αυτή της γενιάς του -έχει κλονίσει, χλευάσει ή αποκαθηλώσει " έγραψε ο Μ, Φάις για το δεσμό του με την πατρίδα. 'Ολο το έργο του χαρακτηρίζεται από την εμμονή του για την κατάκτηση μιας έκφρασης που ακουμπάει στη νεοελληνική λογοτεχνική παράδοση. Πειραματίζεται σ' ένα δρόμο μοναχικό " σχοινοβάτης, όπως λέει ο ίδιος, σε μια γλώσσα επικίνδυνη αλλά γεμάτες μνήμες"

Η ποίησή του αναδεικνύει την τραγική θεώρηση της ζωής απέναντι στην ελαφρότητα της νεοελληνικής συνείδησης. Είναι ο νόστος στη χαμένη αθωότητα των πρώτων εμπειριών και της αλήθειας των πραγμάτων. Μεταποιεί το σκοτάδι, εξημερώνει το θάνατο με λέξεις πικρές και γλυκές συνάμα, σαν παλιό ηπειρώτικο τραγούδι.

'Ομως, στο σημείο αυτό νοιώθω τη ματαιότητα των λόγων. Πολύ περισσότερο όταν πρόκειται για λογοτεχνική κριτική που σχολιάζει άλλα λόγια, Καταλαβαίνω την επιφύλαξη του ποιητή και συμφωνώ απόλυτα μαζί του.

" Αν είναι να μιλήσει κάποιος ας πει για την αγάπη".


ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ Τχ. 112 Σεπτέμβριος 2000


Εργοβιογραφικό σημείωμα του Μιχάλη Γκανά στη σελίδα του ΕΚΕΒΙ

Η ποίηση του Μιχάλη Γκανά στο διαδίκτυο (Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού)

1. Αμνησία
(από το Γυάλινα Γιάννενα, Καστανιώτης 1989)

2. Και ιδού ίππος πυρρός
(από το περιοδικό Τα Νεφούρια, τεύχος 14, Πρωτοχρονιά 2006)

3. Χριστός Ανέστη
(από το Μαύρα Λιθάρια, Καστανιώτης 1993)

4. Χριστουγεννιάτικη ιστορία
(από το Γυάλινα Γιάννενα, Καστανιώτης 1989)