Σάββατο, 15 Ιουνίου 2013

Γιώργος Συμπάρδης, «Υπόσχεση Γάμου»


Τέχνη με ασήμαντα υλικά
 ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΥΜΠΑΡΔΗΣ, «Υπόσχεση Γάμου» 
       Εκδ. Μεταίχμιο , σελ. 483  
Η «Υπόσχεση Γάμου» είναι  το τρίτο μυθιστόρημα του Γιώργου Συμπάρδη. Προηγήθηκαν το 1987 η νουβέλα "Μέντιουμ" και το 1998 το μυθιστόρημα "Ο άχρηστος Δημήτρης". Ανάμεσα στις πεζογραφικές του παραγωγές μεσολαβεί, τουλάχιστον, μια δεκαετία. Επισημαίνω, όχι τυχαία, ότι είναι ολιγογράφος, γιατί αποτελεί εξαίρεση στα λογοτεχνικά μας ήθη όπου, όχι λίγοι συγγραφείς, κάτω από την πίεση της αγοράς εμφανίζονται σχεδόν κάθε χρόνο. Το βιβλίο αποτελεί μια από τις σπάνιες και ευτυχείς περιπτώσεις οι οποίες συγκεντρώνουν ταυτόχρονα την ομόθυμη επιδοκιμασία της κριτικής και την αναγνώριση των βραβείων. Ωστόσο, αυτά δεν θα ήταν αρκετά αν δεν υπήρχε η απόλαυση της ανάγνωσης την οποία εγώ ένιωσα και θεωρώ το καλύτερο βραβείο.
Μια τυχαία γνωριμία θα αποτελέσει το εναρκτήριο λάκτισμα της μυθοπλασίας. Η στάση εργασίας του Ηλεκτρικού θα θέσει δυο σαραντάχρονες γυναίκες –την Αλέκα και την Όλγα- μπροστά στο εξής δίλλημα: Να υποκύψουν ή όχι στην δελεαστική προσφορά ενός άντρα να τους μεταφέρει με το αυτοκίνητό του στο σπίτι τους; Ήταν το πρώτο από τα ατέλειωτα ερωτήματα που θα έθετε εφεξής στη ζωή τους ο αινιγματικός Ζαχαρίας.

Η Αλέκα, η Όλγα, η Βιβή και η Ματίνα συνθέτουν τον κατάλογο των κατακτήσεων αυτού του ιδιότυπου γυναικοκατακτητή. Νομίζω ότι μετά τον Ζαχαρία μάλλον πρέπει να σχίσουμε τα Απομνημονεύματα του Καζανόβα. Ο ευγενικός και συνεσταλμένος  άντρας που τις φλερτάρει εκείνο το βράδυ θα εξαφανιστεί, το ίδιο αινιγματικά όπως εμφανίστηκε,  χωρίς να ζητήσει τηλέφωνα ή ανταλλάγματα. Θα λειτουργήσει όμως καταλυτικά, αφού θα εξάψει την περιέργεια των γυναικών.  Θα θέσει σε δοκιμασία την μικροαστική τους ζωή όπου όλα μοιάζουν ρυθμισμένα και τακτοποιημένα, αφού ακόμα και οι φανταστικοί περίπατοι, όπως λέει ο αφηγητής, δεν γίνονται ανώδυνα. 
Η καθημερινότητα αυτών των σαραντάρηδων είναι ο καμβάς πάνω στον οποίο στήνεται η μυθοπλασία. Οι τρεις απ’ αυτές εργάζονται στο ίδιο νοσοκομείο. Η Αλέκα πατάει γερά τα πόδια της στη γη, ελέγχει τον εαυτό της, πνίγει τις επιθυμίες και επιβάλλεται στους άντρες. Αλλά κυρίως η Αλέκα διάγει μια ζωή σύμφωνα με τις φαινομενικές της επιθυμίες. Με τα λόγια της Όλγας: «Ο Μοσχονάς παρών, τα παιδιά της καλά, οι τρεις κρεβατοκάμαρες, τα έπιπλα, όλα στη θέση τους, όλα σωστά και η ζωή στο ρετιρέ, ζωή ευτυχισμένη»-207. Θα έλεγα ότι η Όλγα περιγράφοντας τη φίλης της ορίζει τις καταστατικές συντεταγμένες του μικροαστικού ονείρου. Αυτό που αρχίζει όχι να το καταστρέφει, αλλά να το ροκανίζει σιγά σιγά και κυρίως να ρίχνει τον σπόρο της αμφιβολίας είναι η γοητευτική εκδοχή ενός εν δυνάμει εραστή εκεί όπου όλα φαίνονται τέλεια.

Ακόμη και η ωραία Όλγα, το θηλυκό πρότυπο που σαρκώνει τις φαντασιώσεις των ανδρών, θα κλονιστεί από την εικόνα και τη χάρη του απαγορευμένου Ζαχαρία. Εύπιστη, υποχωρητική, ταλαντεύεται ανάμεσα στους πόθους της φαντασίας της και τους δισταγμούς μπροστά στην πραγματικότητα. Ο γάμος της με τον Αντώνη Ψίλια ήδη αρχίζει να παραπαίει από το πάθος της ερωτικής του ζήλιας.
Παρ’ όλο που πολλές γυναίκες καταγράφουν υπόγεια ή φανερά τη διαθεσιμότητά τους μία είναι εκείνη η οποία θα κλέψει την καρδιά του πρωταγωνιστή. Η τρίτη γυναίκα που συνθέτει το ερωτικό κουαρτέτο του Ζαχαρία είναι η Βιβή, στην οποία  απευθύνεται και η υπόσχεση γάμου. Η μοναξιά είναι το τίμημα της ανεξαρτησίας της. Διασχίζοντας τη ναρκοθετημένη ζώνη των σαράντα, βιώνει τον πανικό του χρόνου ο οποίος μέχρι εκείνη τη στιγμή της είχε φερθεί φιλικά, αλλά αρχίζει να προβάλει εφιαλτικά μέσα από τις ρυτίδες. Μαζί του και το απειλητικό το φάσμα της χολέρας των γηρατειών.
Ο Ζαχαρίας, είναι ήδη παντρεμένος με τη Ματίνα η οποία πνευματικά και συναισθηματικά βρίσκεται στο μεταίχμιο της τρέλας. Απελπιστικά επιπόλαιος, υπερβολικά καλοπροαίρετος, επικίνδυνα αφελής, τρυφερά ψεύτης θα αποτελέσει με την ευγένεια και τη γλυκύτητα της συμπεριφοράς του   -αντάξια του ονόματός του- τον ιδανικό καθρέφτη για να προβάλει κάθε γυναίκα το είδωλο του άντρα που τη βολεύει. Θα συμπληρώσουν μόνες τους τις ανεξήγητες σιωπές του, θα ζωγραφίσουν σύμφωνα με τις επιθυμίες τους το αχνό περίγραμμα που προβάλλεται μπροστά τους. Η «Υπόσχεση γάμου» μπορεί από μια άποψη να αναγνωσθεί και ως κωμωδία.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος που η αφήγηση χτίζει τους ήρωες. Όπως έχω επισημάνει και παλαιότερα μια προσφιλής τεχνική των πεζογράφων είναι να φέρνουν τους ήρωές τους σε οριακές καταστάσεις. Είναι ένας τρόπος που πριμοδοτεί τις συγκρούσεις και τα σημαντικά γεγονότα.  Ο ήρωας δοκιμάζεται στα όριά του. Τα βάσανά του καθιστούν ανάγλυφο τον  χαρακτήρα. Ο συγγραφέας καιροφυλακτεί πάνω από το δοκιμαστήριο της αφήγησης για να αποσπάσει την αλήθεια του. Υπάρχει, ωστόσο, και η αντίθετη σχολή με πατριάρχη, θα έλεγα, τον Τσέχωφ. Τίποτα συνταρακτικό δεν φαίνεται να συμβαίνει στους ήρωες. Κινούνται σε μια πεζή καθημερινότητα χωρίς μεγάλα πάθη. Tα κίνητρά τους παραμένουν στην ομίχλη. Η πλοκή και η δράση είναι υποτυπώδεις. Κι όμως, η εντύπωση από τα έργα αυτά παραμένει ισχυρή καθώς ο αναγνώστης παίρνει τη σκυτάλη για να συμπληρώσει μόνος του το παζλ και να φωτίσει τα μικρά καθημερινά στιγμιότυπα στα οποία κρύβεται η ανθρώπινη μοίρα. 
Μια παρόμοια τεχνική ακολουθεί και ο Συμπάρδης. Η τριτοπρόσωπη αφηγηματική φωνή υιοθετεί κάθε φορά την οπτική γωνία του ήρωα που περιγράφει. Τα πρόσωπα εναλλάσσονται, αλλά ζωντανεύουν από την εσωτερική εστίαση και τις λεπτομέρειες. Ο Συμπάρδης γράφει το συναξάρι των ταπεινών. Όλοι οι χαρακτήρες του είναι άνθρωποι καθημερινοί. Οι γυναίκες του είναι λαϊκοί τύποι  των επαρχιών της Αθήνας. Η επιφάνεια των ηρώων φαίνεται τακτοποιημένη. Τίποτε σημαντικό δεν συμβαίνει. Το βλέμμα του συγγραφέα διατρέχει τις λεπτομέρειες. Κάτω όμως από την ακύμαντη επιφάνεια σιγοκαίνε οι αμφιβολίες, οι προσδοκίες, οι νευρώσεις και τα ένοχα μυστικά. Σαλεύει ένας υποβρύχιος κόσμος που παραμένει ανέκφραστος και τον προδίδουν μόνον οι χειρονομίες, οι σιωπές και οι διφορούμενοι διάλογοι. Πρέπει, λοιπόν, να αναγνωρίσουμε στον συγγραφέα της «Υπόσχεσης γάμου» ότι κάνει τέχνη με ασήμαντα υλικά. Η αφηγηματική οικονομία με ελάχιστα μέσα καταφέρνει να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη στις 480 σελίδες.
Από τι πάσχουν όμως οι γυναίκες του Συμπάρδη; Ο έρωτες των γυναικών είναι ένα θέμα τετριμμένο στην παγκόσμια λογοτεχνία. Από αυτή την άποψη θα ήταν ενδιαφέρουσα μια ιστορική αντιβολή.  Στον Τολστόι η Άννα Καρένινα βιώνει την εξοντωτική αντίφαση ανάμεσα στον έρωτα της με τον Βρόνσκι και την άκαμπτη ηθική της οικογένειας που επιβάλει η κοινωνία. Στον Φλωμπέρ η φιλόδοξη Έμα Μποβαρύ που φαντασιώνεται μεγάλους έρωτες, λυγίζει κάτω από το πουριτανισμό και τα σχόλια γαλλικής επαρχίας. Ο σταυρός του μαρτυρίου που σέρνουν οι γυναίκες στη «Φόνισσα» του Παπαδιαμάντη -για να έρθουμε εις τα καθ’ ημάς- είναι η προίκα.
Αντίθετα, οι γυναίκες του Συμπάρδη δεν έχουν εξωτερικούς φραγμούς να υπερπηδήσουν. Την κοινωνική ηθική, την Αγία Οικογένεια, την ακριβή προίκα. Το πρόβλημα είναι πια εσωτερικό. Η Όλγα βιώνει με μια δύσκολη αξιοπρέπεια το διαζύγιό της και δεν έχει αναστολές να τα φτιάξει ακόμη και με τον Στέλιο, τον πεθερό της. Η Βιβή ακόμη και στο κατώφλι του γεροντοκορισμού απολαμβάνει την τρυφερότητα του πατέρα της ο οποίος την αποδέχεται όπως είναι. Δεν είναι η τυραννική ηθική το εμπόδιο που πρέπει να υπερπηδήσουν. Για αυτό και δεν οδηγούνται στα άκρα πια. Δεν πέφτουν στις γραμμές του τραίνου όπως η Άννα Καρένινα, ούτε παίρνουν αρσενικό όπως η Έμα Μποβαρύ, δεν γίνονται φόνισσες σαν την Φραγκογιαννού. Τα διλλήματα των γυναικών του Συμπάρδη δεν τα θέτει η κοινωνία, αλλά είναι εσωτερικά. Η μεγάλη πάλη γίνεται μέσα. Γι’ αυτό και θα έλεγα ότι είναι ένα μυθιστόρημα του εσωτερικού κόσμου. Ένα μυθιστόρημα χαρακτήρων. Δεν έχουμε σημαντική δράση. Οι ήρωες μοιάζουν παγιδευμένοι στον κόσμο της καθημερινότητας ο οποίος τους δίνει ζωή, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί τη φυλακή τους. Παραπαίουν και παλινδρομούν ανάμεσα στις επιθυμίες και τους φόβους. Εσωτερικεύουν  τα διλλήματα, τα μετατρέπουν σε νευρώσεις. Οι έρωτες δεν είναι οι πρώτες επιλογές τους. Η Όλγα δεν ήθελε τον Αντώνη για σύζυγο, αλλά τον παντρεύτηκε γιατί πίστεψε στις υποσχέσεις του. Της αρέσει ο πεθερός της διατηρεί, όμως, την ελπίδα να τα φτιάξει ξανά με τον Αντώνη.   Ο Ζαχαρίας δεν είναι ο τύπος της Βιβής. Θεωρεί ότι είναι για γέλια.  Αλλά μπροστά στον επελαύνοντα χρόνο θα κάνει και δεύτερες σκέψεις. Και τότε το χέρι του Ζαχαρία θα της φανεί τρυφερό. Η Ματίνα αρρωσταίνει με τη συμπεριφορά  του Ζαχαρία. Θα ήθελε να κατεβάσει τις βαλίτσες και να του τις φέρει κατακέφαλα. Παρ’ όλα αυτά τον ανέχεται και τον αγαπάει. Η Αλέκα ζαχαρώνει με  την προοπτική  τον Ζαχαρία. Έχει ένοχα μυστικά με τον Μπογδάνο τον νονό των παιδιών της. Δεν τα ομολογεί όμως ούτε στο εαυτό της. Για να παραμείνει αυτεξούσια. Δηλαδή η  βασίλισσα του σπιτιού μπροστά στο νεροχύτη. Ακόμη κι ο Ζαχαρίας δηλώνει ότι βασανίζεται για κάποια που δεν του αρέσει. Εκείνη για την οποία καίγεται είναι η Όλγα. Γι’ αυτό και αποφασίζει να δώσει υπόσχεση γάμου στη Βιβή, όταν ο Στέλιος του εξομολογείται ότι «το έκανε» μαζί της. Κι ο Ζαχαρίας το καταπίνει κι από την ταραχή του παίρνει σβάρνα τις κολόνες της τροχαίας στραπατσάροντας  το αυτοκίνητο.
Οι ήρωες δεν κάνουν την επανάστασή τους. Παραμένουν στατικοί, εγκλωβισμένοι στις αδιέξοδες σχέσεις τους. Αδυνατούν να επιβάλουν την ύπαρξή τους. Να ερμηνεύσουν τον κόσμο που μοιάζει παράξενος και αντιφατικός. Κι εδώ είναι η τέχνη και η προσφορά του Συμπάρδη. Μέσα από το αδιάκοπο ρευστό της καθημερινότητας που περιγράφει, κατορθώνει με λιτά μέσα  να αποδώσει αυτή την αίσθηση της ζωής. Τον φόβο της μοναξιάς  που κρατάει τους ανθρώπους, όπως  τα πουλιά κολλημένα στις ξόβεργες, στην  ερημιά της μεγάλης πόλης που εν τέλει  μετατρέπεται σε παγίδα.

Παρέμβαση τχ. 166-167

Δεν υπάρχουν σχόλια: