Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2007

Η μούσα του μεσονυκτίου



"Φίλε μου, τραντάζει το αίμα της καρδιάς μου
Η φοβερή τόλμη μιας στιγμής παραδομού
Που η εποχή της φρόνησης ποτέ δε θ' αναιρέσει.
Μ' αυτή, μόνο μ' αυτή, έχουμε υπάρξει."


Η έρημη χώρα
Τ. Σ. ΕΛΙΟΤ
Μετ. Γ. Σεφέρη



Τρίτη, 20 Μαρτίου 2007

Κική Δημουλά


Η ποίηση και η παρουσία της Κικής Δημουλά


Η επιφυλακτική στάση της κριτικής απέναντι στην τελευταία ποιητική συλλογή της Κικής Δημουλά, «Χλόη Θερμοκηπίου», δημιούργησε θόρυβο και άνοιξε έναν διάλογο για το έργο και τη δημόσια παρουσία της. «Ποιητική παρακμή», «έπαινος Κικής Δημουλά», «συντηρητική αισθητική», «συνομωσίες», «ζηλόφθονο πάθος» είναι μερικά από όσα έχουν γραφεί στον τύπο και στα λογοτεχνικά περιοδικά.


Η διαμάχη επανέφερε στην επικαιρότητα το ερώτημα για τον τρόπο με τον οποίο ασκείται η κριτική.
Ας υπενθυμίσουμε τα αυτονόητα. H Κική Δημουλά είναι μια από τις κορυφαίες ποιητικές φωνές σήμερα. Όμως, η έκδοση ενός νέου βιβλίου είναι αφορμή για νέες αναγνώσεις, ευκαιρία για να τίθενται γενικότερα ερωτήματα, τα οποία αφορούν τους όρους πρόσληψης και την αξία ενός ποιητικού έργου. Βεβαίως, οι κριτικοί δεν είναι αναμάρτητοι αλλά, επίσης, «δεν υπάρχουν ούτε ιερά πρόσωπα ούτε ιερά κείμενα». Και προπάντων, η κριτική δεν έχει ανάγκη από δοξολογίες ή ιοβόλα επίθετα, αλλά από λογικά επιχειρήματα από τα οποία και η ίδια κρίνεται διαχρονικά. Αναλυτικότερα έχω εκθέσει τις απόψεις μου στο «Περί κριτικής και κριτικών λόγος».


Αποσπάσματα του διαλόγου ακολουθούν παρακάτω, ενώ παρατίθενται οι πηγές από τις αντλήθηκαν για μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα.


Καλή ανάγνωση


«Ίσως η πιο εξόφθαλμη εξωλογοτεχνική προϋπόθεση για την καθιέρωση της Δημουλά έγκειται στη βιωματική και ψυχοσυναισθηματική εγγύτητα ή και συγγένεια που καλλιεργήθηκε ανάμεσα στο έργο της ποιήτριας και στο (κατά βάση, υποθέτω, γυναικείο) κοινό της, εγγύτητα ή συγγένεια στερεωμένη στη βάση των συνθηκών οικογενειακής ζωής, του συναισθηματικού κόσμου και του ψυχισμού του γυναικείου φύλου. Για την κριτική, εξάλλου, η καθιέρωση της Δημουλά φαίνεται να ανταπέδωσε στην αναμφισβήτητη αξία της ποίησής της την από καιρό οφειλόμενη αναγνώριση συλλήβδην της καλής ελληνικής γυναικείας ποίησης» Ευριπίδης Γαραντούδης


« Η ανάδυση λοιπόν της ποίησης της Δημουλά συμβαίνει στο τέλος της θερμής δεκαετίας του '80, με τη συλλογή «Χαίρε ποτέ» (1988), και η πρόσληψή της αρθρώνεται με κυρίαρχο στοιχείο την απολιτικά προσωποκεντρική έκφραση της περιρρέουσας κόπωσης του πολιτικού στοιχείου, ακόμα και του γυναικείου κινήματος, αφού, όπως σωστά επισημαίνει εδώ ο Γαραντούδης, η ποίησή της διαχειρίζεται τη γυναικεία ιδιαιτερότητα με "εγγύτητα ή συγγένεια στερεωμένη στη βάση των συνθηκών οικογενειακής ζωής". Αυτή η συντηρητική προσήμανση της ποίησης της Δημουλά είναι που χρήζει κριτικής αντιμετώπισης, από εδώ μπορεί κάποιος να οδηγηθεί και στην ψαύση της κατ' ουσίαν συντηρητικής αισθητικής της, δηλαδή στην γλυκερότητα του λυρισμού της, στο "αλάφρωμα" των λέξεων (η απογύμνωσή τους είναι άλλο πράγμα...), εν τέλει στη διακόσμηση μιας επίπεδης καθημερινότητας.» Κώστας Βούλγαρης


«Ο άθλος της Δημουλά, διότι περί άθλου πρόκειται, έγκειται ακριβώς στο αντίθετο του ισχυρισμού του Γαραντούδη. Η δημιουργική φωνή της Δημουλά, φωνή ιδιότυπη και θεματολογία "δύσκολη" που δεν προσφέρεται για μεγαλοστομίες, μετουσιώνει αυτήν τη συχνά αβίωτη και συντηρητική καθημερινότητα, χωρίς καθόλου "γλυκερούς λυρισμούς" [Βούλγαρης] και χωρίς καμία διακοσμητική διάθεση. Γιατί η Δημουλά δεν ενδιαφέρεται ούτε να δικαιολογήσει τη θέση της μέσα στην οικογένεια, ούτε -πολύ περισσότερο- να αρθρώσει πολιτικό και φιλοσοφικό λόγο, ούτε βεβαίως να γράψει φεμινιστική μπροσούρα για τον ισχυρότερο ίσως κατασταλτικό μηχανισμό του κράτους, την οικογένεια, που όλους μας αλέθει στον αδυσώπητο μύλο της.» Ελένη Χοντολίδου


«Αν όμως η δημόσια συμπεριφορά της Δημουλά προκαλεί θλίψη, ακόμη πιο θλιβερό είναι το φαινόμενο της ποιητικής παρακμής της. Πράγματι, μετά το "Χαίρε ποτέ" (που είναι μαζί με "Το λίγο του κόσμου" τα καλύτερα βιβλία της), η Δημουλά, ή μάλλον η ποίησή της βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση. Όχι πως στο χρονικό αυτό διάστημα δεν έγραψε και μερικά αξιόλογα ποιήματα ή στίχους. Όμως η συντριπτική πλειονότητα των ποιημάτων της είναι ποιοτικά πολύ κάτω από ένα ανεκτό αισθητικό επίπεδο». Νίκος Λάζαρης


«Εδώ και καιρό μια υπόγεια, ύπουλη, υποχθόνια συνωμοσία αναπτύσσεται εις βάρος της Κικής Δημουλά. Γνωρίζω καλά τους μηχανισμούς και τις τεχνικές των σκευωρών. Σαν τους ασπάλακες, τους τυφλοπόντικες, συναθροίζονται σε σπίτια, μαγειρεύουν το φαρμάκι τους με περίτεχνες συνταγές και προχωρούν σε προγραφές. Αλλά και σε δοξολογίες. Γιατί οι «παρέες» αυτές έχουν τους εκλεκτούς τους και τους αποδιοπομπαίους τράγους τους. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς πολύ παρατηρητικός για να αντιληφθεί πώς εκδηλώνεται η ομαδική επίθεση στον στόχο ή πώς ενορχηστρώνονται οι ύμνοι και τα ωσανά. Ραδιόφωνα, κανάλια, εφημερίδες, περιοδικά μέσα σ' ένα μικρό χρονικό διάστημα πυροβολούν ή ραίνουν με ροδοπέταλα τον φαρμακό ή τον νυμφίο.» Κώστας Γεωργουσόπουλος


«Επειδή συμβαίνει να έχω διατυπώσει, πρώιμα, επιφυλάξεις, ως γραμματικός, για την ποίηση της Δημουλά και, πρόσφατα, υπέδειξα συγκεκριμένο κείμενο ως αφετηρία για την ερμηνεία του φαινομένου που συνιστά η αξιολόγηση και πρόσληψή της, οφείλω να επανέλθω. Ως τότε δεν προλαβαίνω να σημειώσω παρά τούτο μόνο: εάν, όπως ψιθυρίζεται, η Κική Δημουλά ενδέχεται να φέρει στη χώρα ευρωπαϊκές ή και διεθνείς διακρίσεις, ποιανού θα κακοφαινόταν; Εάν όμως κάτι τέτοιο προϋποθέτει καταστολή ή αναστολή της κριτικής και, πράγμα τρισχειρότερο, υποστολή των κριτηρίων της, να μας λείπει.» Ανδρέας Μπελεζίνης


«δεν υπάρχουν ούτε ιερά πρόσωπα ούτε ιερά κείμενα. Και για να ξεκινήσουμε από τα πρόσωπα, όπως κρίνονται όλες οι δημόσιες παρουσίες, και συχνότατα κατά τον οξύτερο τρόπο, έτσι κρίνεται και η δημόσια παρουσία μιας ποιήτριας, η οποία, ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας, έχει δώσει στις ημέρες μας αλλά και παλαιότερα λαβές για καθ' όλα νόμιμες επικρίσεις.» Βαγγέλης Χατζηβασιλείου



«H Δημουλά πουλάει και αγαπιέται γιατί τρύπωσε στις πιο μύχιες σκέψεις των ανθρώπων που παιδεύονται σε ένα αφιλόξενο περιβάλλον φθαρμένων τύπων σχέσεων και βάλλονται στην καθημερινότητα της πίεσης, του ανταγωνισμού, των αδιεξόδων, της γενικευμένης φθίνουσας επικοινωνίας.» Ιωάννα Καρυστιάνη

Ο διάλογος


Ευριπίδης Γαραντούδης: "Tο τέλος των ποιητικών μύθων", Νέα, 30.7.2005
Κώστας Βούλγαρης:
"Με αφορμή την Κική Δημουλά, η κριτική της ποίησης", Αυγή, 7.8.2005
Κώστας Βούλγαρης: "Με αφορμή την Κική Δημουλά, η κριτική της ποίησης (2)", Αυγή, 14.7. 2005
Ελένη Χοντολίδου: "
Mε αφορμή τα μοντέλα και τις στάρλετ που διαβάζουν ποίηση: έπαινος Κικής Δημουλά"-Απάντηση Κώστα Βούλγαρη, Αυγή 30.10.2005
Νίκος Λάζαρης, «Η ποιητική παρακμή της Κικής Δημουλά», Νέα Εστία, τχ. 1.785, Ιανουάριος 2006
Μαρία Τοπάλη: "Διδακτική ύλη", Ποίηση, τχ.26, Φθινόπωρο - Χειμώνας 2005
Κώστας Γεωργουσόπουλος,
"H αλεπού και τα σταφύλια", Νέα, 25.2.2006
Μαρία Τοπάλη: Απάντηση στον Κώστα Γεωργουσόπουλο, Νέα, 13.3.2006
Ανδρέας Μπελεζίνης: "Κριτική υπό καταστολή", Ελευθεροτυπία, 17.3.2006
Ιωάννα Καρυστιάνη: "Τρύπωσε στις πιο μύχιες σκέψεις των ανθρώπων", Καθημερινή, 16.7.2006
Τιτίκα Δημητρούλια:
"Οι όροι του δημοσίου διαλόγου περί της ποίησης και της κριτικής της", Καθημερινή, 16.7.2006
Σωκράτη Τσιχλια: "Το λίγο του κόσμου της κριτικής...", Καθημερινή, 16.7.2006
Βαγγέλης Χατζηβασιλείου: "Η Κική Δημουλά και η κριτική", Ελευθεροτυπία, 11.8.2006

"Χλόη θερμοκηπίου"-Κριτικές

Κώστας Γ. Παπαγεωργίου: "Παραμυθητικές αναθυμιάσεις της μνήμης", Ελευθεροτυπία, 27.5.2005
Νίκος Δαββέτας: "Πρόσφυγας από την ανυπαρξία", Βήμα, 29.5.2005

Γιάννης Παπακώστας: "H «εσωτερική πατριδογνωσία» της Δημουλά", Καθημερινή, 10.7.2005
Πένυ Αποστολίδου: "Tο ξημέρωμα στην ποίηση της Κικής Δημουλά", Καθημερινή, 31.1.2006


Συνεντεύξεις

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ: "Φτασμένοι είναι μόνο οι νεκροί" : Συνέντευξη στη Μικέλα Χαρτουλάρη, Νέα, 19.5.2001
ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ: "Το ωραίο ζητούμενο", Συνέντευξη στη Μαίρη Παπαγιαννίδου, Βήμα, 29.11.1998

Η ποίηση της Κικής Δημουλά στο διαδίκτυο. (Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού)

1. Άφησα να μην ξέρω
(από Tο λίγο του κόσμου, Στιγμή 1994)

2. Δεν βαριέσαι
(από Tο λίγο του κόσμου, Στιγμή 1994)

3. Kλέφτες στη σκέψη
(από το Eνός λεπτού μαζί, Ίκαρος 1998)

4. Mονόκλινο σύμπτωμα
(από το H εφηβεία της λήθης, Στιγμή 1994)

5. Oι λυπημένες φράσεις
(από Tο λίγο του κόσμου, Στιγμή 1994)

6. Σαν να διάλεξες
(από το H εφηβεία της λήθης, Στιγμή 1994)

7. Συγκοινωνούντα φαινόμενα
(από το Ήχος απομακρύνσεων, Ίκαρος 2001)

8. Tα αγνοούμενα
(από το Ήχος απομακρύνσεων, Ίκαρος 2001)

9. Tο άλλοθι
(από το Eνός λεπτού μαζί, Ίκαρος 1998)

10. Tο σπάνιο δώρο
(από το H εφηβεία της λήθης, Στιγμή 1994)

11. Tου Λαζάρου
(από το Eνός λεπτού μαζί, Ίκαρος 1998)

12. Ωδή σε μια επιτραπέζια λάμπα
(από Tο λίγο του κόσμου, Στιγμή 1994)


Ονείρων κοινοκτημοσύνη




Επί πτερύγων ονείρων

"Ονείρων κοινοκτημοσύνη"

Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 2002


Ο Πρόδρομος Μάρκογλου ανήκει στη Δεύτερη Μεταπολεμική γενιά, της «χαμένης γενιάς» όπως την αποκάλεσαν, στριμωγμένης ανάμεσα στους μεγαλύτερους της Πρώτης και τους θορυβώδεις της γενιάς του ’70 ή της αμφισβήτησης. Όσο, όμως, οι ποιητές αυτής της περιόδου ωριμάζουν ηλικιακά, αποσαφηνίζεται η γραμματολογική τους αποτίμηση και αναφέρομαι, κυρίως, στην Ανθολογία του Ανέστη Ευαγγέλου και εκείνη των εκδόσεων Σοκόλη, σε επιμέλεια Κώστα Γ. Παπαγεωργίου.

Το ποιητικό του έργο του Π. Μ. περιλαμβάνεται στην επίτομη έκδοση «Έσχατη υπόσχεση (1958-1992)». Το «Ονείρων Κοινοκτημοσύνη» είναι η τελευταία του ποιητική συλλογή η οποία συγκεντρώνει ποιήματα της δεκαετίας του ’90. Εμφανίστηκε στα γράμματα το 1962 με την ποιητική συλλογή «Έγκλειστοι» αλλά από το 1980, με το πεζό «Ο χώρος της Ιωάννας και ο χρόνος του Ιωάννη», καλλιεργεί ταυτόχρονα και την πεζογραφία. Το κοινωνικό περιβάλλον του γενέθλιου τόπου του αλλά και οι τραυματικές εμπειρίες της κατοχής και των δύσκολων μεταπολεμικών χρόνων τον διαμόρφωσαν ως άνθρωπο και αφήνουν έντονα το στίγμα τους στο έργο του, έτσι ώστε να χαρακτηριστεί από τον Ανέστη Ευαγγέλου «αυθεντικός ποιητής της κοινωνικής οδύνης.» Στην ποιητική του διαδρομή, όμως, διολισθαίνει αδιόρατα σε μια οδύνη υπαρξιακή καθώς εκφράζει την θλίψη και την απορία του υποκειμένου, το οποίο βουλιάζει ως ξένο σώμα την ιλύ ενός αλλότριου κόσμου, και κρατάει στην παλάμη του αποτεφρωμένα όνειρα. Βέβαια, από την πρώτη συλλογή η πολιτεία ήταν ένα ναρκοπέδιο και η φρίκη κυκλοφορούσε στους δρόμους. Έγκλειστοι «και πάντα χωρίς έξοδο», όπως έγραφε. Ωστόσο, σ’ αυτό το τοπίο υπήρχε η αναμονή του δύσκολου τοκετού, η ελπίδα, το «ολίγο φώς και μακρινό σε μέγα σκότος κι έρμο» του Δ. Σολωμού, το οποίο είχε θέσει ως μότο στο ποίημα «Εσθήρ» το 1962.

Στο «Ονείρων κοινοκτημοσύνη» η ελπίδα εξαντλείται. Ό,τι μένει από το παρελθόν είναι μια γεύση στυφή. «Σαν μια χούφτα άμμου στο στόμα». Κι αν τα οράματα είναι συλλογικά η παραδοχή είναι ιδιωτική και βασανιστική. Το ποιητικό εγώ στέκεται απορημένο και παγωμένο μπροστά στο τοπίο του σήμερα αθροίζοντας τις ήττες. «Βαρύς ο ήχος των αργυρίων σημαίνει/ Κι επικρατούν τώρα αστραφτεροί/ Άπληστοι οι λογιστές επικρατούν των ποιητών».

Έγκλειστος της μοναξιάς ανασυνθέτει το παρελθόν στο ραγισμένο είδωλο της ουτοπίας. Ναυαγός της ιστορίας κωπηλατεί στην εκκωφαντική σιωπή και «Στου τίποτε τη σκοτεινή βεβαιότητα». Αναζητά κάπου να σταθεί μα δεν έχει κλαδί να πιαστεί. «Κι έρχεται πια η Εποχή που όλες τελειώνουν οι θεωρίες/ Αφού καμιά λέξη δεν ερμηνεύει τον κόσμο συντριπτικά»

Αλλά η συνείδηση αρνείται να παραδεχτεί ότι το όνειρο έσβησε. Αναρριπίζει μνήμες, αναμοχλεύει τις εκδοχές της ιστορίας στο πεδίο της γλώσσας πια. Αρχίζει ένας αγώνας της μνήμης εναντίον της λήθης, η οποία σε μια ιδιότυπη νέκυια δίνει λίγο αίμα στις αγαπημένες και λησμονημένες φωνές των αφανών.

Ο λόγος του εξομολογητικός, επανέρχεται και πλαγιοκοπά το θέμα από διαφορετικές πλευρές. Με τη χρήση συμβόλων οργανώνεται ένα ποιητικό σύμπαν περίκλειστο από το οποίο δεν υπάρχει διέξοδος αλλά μόνον η ερημία της γλώσσας και η κατάδυση στο παρελθόν. Το «μαύρο της φθοράς», «το σκοτεινό φως», το «αίμα»,ο χαμηλός «παγωμένος ουρανός» είναι μερικά από τα σύμβολα αυτού του κόσμου.

Στο πρώτο ενικό σπουδάζει τη σιωπή, ερμηνεύει τον μέσα κόσμο, αναμετράται με τα φαντάσματα και τους εφιάλτες της νύχτας, ενώ η χρήση του πρώτου πληθυντικού παραπέμπει στην κοινοκτημοσύνη των λεηλατημένων ονείρων. Δεν είναι τυχαίες άλλωστε και οι λογοτεχνικές του αναφορές στον Μανόλη Αναγνωστάκη και τον Μιχάλη Κατσαρό.

Με την έκπτωση κόσμων και οραμάτων το καταφύγιο των λέξεων είναι, ίσως, μια κάποια λύση. Διακρίνεται η αγωνία να δαμαστεί « η σκοτεινή ύλη της γλώσσας», να χαραχτεί η μνήμη, η οδύνη και η σιωπή πάνω στις λέξεις. Όμως, ένα ρίγος αμφιβολίας διατρέχει τη συλλογή για την αποτελεσματικότητα της ποίησης: «τι προσδοκάς ποιήματα γράφοντας χωρίς μετάληψη αποδέκτη;», «Σφραγίζεις τα κιβώτια, κλειδώνεις το δωμάτιο/ στον υπόνομο ρίχνεις το κλειδί». Αναρωτιέται αν οι αμνήμονες του άνυδρου μέλλοντος, ευαίσθητοι μόνο στις ηδονές και τον ήχο των αργυρίων θα μπορούν να καταλάβουν την πετρωμένη κηλίδα του αίματος. «Κ’ οι λέξεις ακατανόητες θα σε προδίδουν στον καιρό/ Βουβά όλα θα ξεχαστούν οδεύοντας στην ανακύκλωση;». Οι δισταγμοί και ο σκεπτικισμός για τη ματαιότητα των πραγμάτων κάποιες στιγμές κλονίζουν ακόμη και το ποιητικό εγώ. «Τη σιωπή διεκδικώ, κομμάτια των σκοτεινών ονείρων/ Έκτοτε όλα τα ποιήματα φτιαγμένα είναι απ’ τις πλάνες μας»

Ο χρόνος σαρώνει. «Μονόχορδα ο θάνατος πρεσάρει» είναι ο στίχος που δίνει χρώμα δραματικό και υπαρξιακό από το πρώτο ποίημα. Νομίζω ότι οι σελίδες αυτές, όσο η οργή των πρώτων συλλογών μεταλλάσσεται σε υπαρξιακή αγωνία και ακούγεται η μουσική του ανεκπλήρωτου, δίνουν μια πιο ολοκληρωμένη διάσταση στο ποιητικό έργο του Πρόδομου Μάρκογλου. Ακόμη και αυτή η αίσθηση της ματαιότητας ρίχνει ένα φως γλυκό, τέτοιο που έκανε τον τελευταίο ρομαντικό των γραμμάτων μας να πει: «κι αυτό το ωραίο όνειρο μας πήγε τόσο μακριά που δεν ξαναβρήκαμε το δρόμο» (Τ. Λειβαδίτης, «Βιολέτες για μια εποχή»).

ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ τχ. 123 Ιούνιος 2003


Η ζωή φοράει στενά παπούτσια

"Μια μέρα πριν δυο μέρες μετά",

Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1998, σελ. 196

Πρόκειται για μια συλλογή διηγημάτων, η οποία λόγω της ενότητας του χώρου του χρόνου και των ηρώων που επανέρχονται, θα μπορούσε να ήταν μυθιστόρημα. Η κάθε ιστορία έχει την αυτονομία και την πυκνότητα του διηγήματος, εντάσσονται όλες όμως σε ένα ενιαίο σύνολο όπως οι "Δουβλινέζοι" του Τ. Τζόυς.
Ο Νίκος Χουλιαράς, που εντρυφεί γενικώς τις καλές τέχνες -πεζογράφος, ποιητής, ζωγράφος, μουσικός- μαζί με τους Μ. Γκανά, Σ. Δημητρίου, Β. Γκουρογιάννη αποτελούν μια ομάδα λογοτεχνών στους οποίους η εντοπιότητα συνιστά μια βασική παράμετρο του έργου τους. Η ανθρωπογεωγραφία και η ιστορία της Ηπείρου, το αυστηρό ορεινό τοπίο, αντηχούν στα κείμενά τους. Όμως, στο τελευταίο βιβλίο του Ν.Χ. το σκηνικό της δράσης μεταφέρεται στην κοσμοπολίτικη Αντίπαρο.
Οι χαρακτήρες του είναι
άνθρωποι του νησιού ή πρόσωπα από τις ορδές των τουριστών που επελαύνουν κάθε καλοκαίρι στο Αιγαίο. Εστιάζει τη ματιά του, όχι στις διακοπές αλλά στην πίσω πλευρά του χρόνου, στο εκτός πεδίου, στην ιστορία που κουβαλάει ο καθένας τους. Οι ήρωές του, με τα χαϊδευτικά ονόματα και τα τραχιά επίθετα που σκαλώνουν στη γλώσσα, σαν εκείνον τον Παύλο τον Γκαρτζονίκα, κατά βάθος παραμένουν παιδιά, ογδοντάρηδες έφηβοι, όπως "Ο Αβράμ της Αντιπάρου". Ο συμβατικός χρόνος ανήκει γι' αυτούς στα "ψεύδη του ημερολογίου" όπως θα έλεγε ο Τ. Λειβαδίτης. Ανθρωποι που γνώρισαν το σκοτάδι και πέρασαν στην άλλη πλευρά της ζωής εξαγνισμένοι από τον πόνο. Περιθωριακοί, ξένοι, πλήρεις οινοπνεύματος και ερημιάς. Κουβαλούν ένα βαρύ φορτίο, "το μέσα πράγμα" που μεγαλώνει και τους πληγώνει. Συχνά διχασμένοι, αντιμέτωποι με τον άλλο τους εαυτό. Ο Ούβε των διακοπών αγωνίζεται να συμβιβαστεί με τον Ούβε του Οσλο. Το κόστος του είναι η κατάθλιψη. Η Αντιγόνη Σεϊρλή κάνει ολονυχτίες πάνω στο εργόχειρο γιατί φοβάται να αντικρίσει τον ξένο στον καθρέφτη. Η αφήγηση τριτοπρόσωπη, χτίζει τους χαρακτήρες με μικρές πινελιές, σωρεύοντας κομμάτια από τον παρελθόν τους.
Μέσα από την
προφορικότητα και την απλότητα της διήγησης, μας βάζει στον δρόμο για το παράδοξο. Η ποιητικότητα της γραφής αναλαμβάνει να δώσει την "έξοδο" σε αρκετά διηγήματα. Έχεις την αίσθηση ότι και μετά το τέλος της ανάγνωσης οι ήρωες συνεχίζουν να κωπηλατούν στο αδιέξοδό τους. Το εισαγωγικό "Ο σκύλος του καλοκαιριού" και το ακροτελεύτιο "Πρωί", παρά την αισιοδοξία που αποπνέουν, είναι μια μικρή αντίστιξη σ' έναν κόσμο εφιαλτικό. Το "Ανθρωποι στο μπαρ" αποτελεί μία από τις ευτυχέστερες στιγμές του βιβλίου. Ενα μπαρ-φάντασμα, νύχτα, δίπλα στα κύματα, στη μέση του πουθενά, σαν ένα "ξυλάρμενο καράβι - ταξιδεύει με το λιγοστό πλήρωμα, σε τούτη την κατάφωτη ερημιά του κόσμου". Η γλώσσα, ζωντανή και ποιητική δημιουργεί μια ατμόσφαιρα υποβλητική, έναν εφιάλτη που δεν τον διαλύουν ούτε τα χρώματα της αυγής αφού τα σκοτάδια τα κουβαλούμε μέσα μας. "Η νύχτα εντός τους, ήθελε γι' αυτούς, πολύ δρόμο ακόμη". Η αλληγορία ενός κόσμου χαμένου και παράλογου στο τέλος μιας μεγάλης εποχής. Το διήγημα "είναι μια πράξη επέμβασης στη διάρκεια, μια μαγεία που επενεργεί πάνω στη ροή του χρόνου και τη συστέλλει ή τη διαστέλλει". (Ι. Καλβίνο, "Εξι προτάσεις για την επόμενη χιλιετία", σ. 71). Ο συγγραφέας σταματά το χρόνο και αποκαλύπτει τον ήρωα σε μια ιδιαίτερη στιγμή. Στο "Η ζωή φοράει συχνά στενά παπούτσια" ο Λάζαρος Σκαμπαβίας βρίσκεται σε μια στιγμή κρίσης κατά την οποία έρχεται στην επιφάνεια η αλήθεια που ωρίμασε υπόγεια. Το τρυφερό παιδί που κρύβει μέσα του επαναστατεί κατά της πατρικής εξουσίας, γίνεται ο ώριμος άντρας που εκστομίζει τις λέξεις που σαπίζουν και περισσεύουν μέσα του. Οι πατρικές αρχές και επιλογές τον πιέζουν σαν στενά παπούτσια. Ο Ν.Χ. μέσα σε ελάχιστη έκταση κατορθώνει να απογειώσει την ιστορία, να διαγράψει καταστάσεις και να μεταδώσει τη συγκίνηση, με ένα λόγο καίριο και τεχνουργημένο.
Τα διηγήματα "Μια μέρα πριν, δυο μέρες μετά", "Ο δρόμος που περνάει απ' τον παράδεισο", "Ο λάτρης του ασήμαντου", "Η Αντιγόνη Σεϊρλή στο εργαστήριο της μνήμης" διακρίνονται για τη συνοχή και την αρτιότητα. Η αφηγηματική οικονομία ολοκληρώνει χαρακτήρες πειστικούς και βάθος. Πιο χαλαρά και χωρίς δραματική ένταση το "Buenas dias, senor" και "Ο σκύλος του καλοκαιριού" φαίνονται να υπολείπονται των άλλων.
Ο Ν.Χ. απόδειξε και με το βιβλίο αυτό ότι κατέχει τις φίνες
λεπτομέρειες της αφηγηματικής τέχνης, σκύβοντας με τρυφερότητα σε ψυχές που τρίζουν, "σ' όλους τους γκρεμισμένους της Αντιπάρου", στους οποίους αφιερώνεται το βιβλίο, αλλά "και στους πιτσιρικάδες" που έχουν το προνόμιο να αντικρίζουν το θαύμα της ζωής.

ΑΥΓΗ 7.10.1999

Απόστολος Λυκεσάς



Η πένα και το περίστροφο


«Μπλάνκο»

«βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ», Αθήνα 2005, σελ. 176

Το αστυνομικό μυθιστόρημα εδώ και πολλά χρόνια άφησε πίσω του τα όρια της παραλογοτεχνίας. Βαθμιαία, και με τη βοήθεια σημαντικών ονομάτων, απέβαλε τον τίτλο της ελαφράς και φθηνής λογοτεχνίας για να κατακτήσει, και στην Ελλάδα, ισότιμα τη θέση του δίπλα στα άλλα λογοτεχνικά είδη.

Το Μπλάνκο είναι το πρώτο μυθιστόρημα του Απόστολου Λυκεσά (Θεσσαλονίκη 1963). Έχουν προηγηθεί δύο ποιητικές συλλογές και μια συλλογή πεζών. Η υπόθεση εκτυλίσσεται στη Θεσσαλονίκη και ο αφηγηματικός χρόνος έχει ως αφετηρία την πρώτη εργάσιμη μετά τον Δεκαπενταύγουστο. Ο «δράκος της εθνικής οδού» αφυπνίζει από τη θερινή ραστώνη τους δημοσιογράφους της εφημερίδας «Πολυφωνία». Οι φόνοι είναι η καύσιμη ύλη του αστυνομικού μυθιστορήματος και εδώ συμβαίνουν κατά συρροήν. Ένας μανιώδης της λογοτεχνίας υπερβαίνει τον παθητικό ρόλο του αναγνώστη και περνάει στη δράση γράφοντας τη δική του ιστορία με διαδοχικούς φόνους διάσημων λογοτεχνών. Η οργίλη αντίδραση του σίριαλ κίλερ θέλει να ραγίσει τον εφησυχασμό και τη βεβαιότητά τους υπογραμμίζοντας με το περίστροφό την αναντιστοιχία βίου και έργου, το ναρκισσισμό και την υπεροψία, καθώς σέρνονται συμβιβασμένοι με την εξουσία και μεθυσμένοι στο πανηγύρι της ματαιοδοξίας.

Ταυτόχρονα, η εκτύλιξη της πλοκής συμπεριλαμβάνει ελάσσονες και παράπλευρες ιστορίες οι οποίες καλλιεργούν και επιτείνουν το κλίμα φόβου. Εκτός από τον παράφρονα που προκαλεί με το αυτοκίνητο θανατηφόρα τροχαία, ένας άγνωστος δολοφόνος κυκλοφορεί στα πάρκα και αποδίδει δικαιοσύνη σε όσους ρίχνουν φόλες στα συμπαθή τετράποδα.

Όμως ενώ στην αρχή φαίνεται να ακολουθεί τα στερεότυπα του κλασικού αστυνομικού μυθιστορήματος με τις παραδοσιακές αφηγηματικές τεχνικές, τον έξυπνο ντετέκτιβ και τον αφελή βοηθό του, στην πορεία παρακολουθούμε την υπονόμευση και την ανατροπή τους. Η ανέλιξη της μυθοπλασίας εστιάζει όχι τόσο στο παιχνίδι με τις προσδοκίες του αναγνώστη ο οποίος μαζί με τον ντετέκτιβ συλλέγει μια μια τις ψηφίδες για να συμπληρώσει το παζλ της ιστορίας για την ανακάλυψη του δολοφόνου, αλλά στον ψυχισμό και την προσωπικότητά του.

Ο κόσμος που περιγράφει και συνθέτει το «Μπλάνκο», πολλές φορές με μια πληθωρική και παραληρηματική ρητορική η οποία ασκεί έντονη κοινωνική κριτική, είναι διαβρωμένος στο σύνολό του. Παρά το παιχνίδι της αμφισημίας, στην θεμιτή και βασικότερη εκδοχή ο αστυνομικός γίνεται και ο ίδιος δολοφόνος για να εξασφαλίσει την προαγωγή του. Οι παραβάτες, οι φύλακες του νόμου, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ,ο πνευματικός κόσμος, το κοινό το οποίο με τους φόνους σκοτώνει την πλήξη, λειτουργούν σε ένα ρηχό και διεφθαρμένο σύστημα που αναπαράγεται. Ο αστυνομικός συντάκτης Σωτήρης Γαλανάκης με τον δικό του κώδικα ηθικής αποτελεί, ίσως, τη μόνη αντίστιξη και αντίσταση σε προσωπικό επίπεδο. Είναι χαρακτηριστικό ότι, εκτός από μια νύξη και υπόσχεση για το μέλλον, δεν επέρχεται η καθάρση με την αυταπάτη ότι αποδόθηκε δικαιοσύνη. Η μυθοπλαστική κατάληξη παραμένει μετέωρη. Ο δολοφόνος μετά το πέρας της ιστορίας συνεχίζει να κυκλοφορεί ελεύθερος και το «κακό» συνεχίζεται εκτός πεδίου.

Η αστυνομική ιστορία επιλέγει να διερευνήσει το έγκλημα, το σκοτεινό και ανείπωτο της ανθρώπινης ψυχής μέσα στο αστικό τοπίο που δημιουργεί και καλλιεργεί την παράβαση του αίματος. Κατά πόσον, όμως, είναι επαρκής ο δαίμονας από τον οποίο είναι κυριευμένος ο σίριαλ κίλερ -ο θυμός για την εξαχρείωση των λογοτεχνών- ώστε να καλύψει την «απόσταση ανάμεσα στην απαξίωση που μπορείς να τρέφεις για κάποιον» και στους τέσσερις φόνους; Εκτός από τα εγκλήματα πάθους υπάρχουν και τα εγκλήματα λογικής υποδεικνύει ο Α. Καμύ. Ίσως, εν τέλει, είναι ικανός στα πλαίσια μιας σάτιρας και του προσδίδουν μια απολαυστική πλευρά. Η παρώδηση της μανίας των λογοτεχνών για προβολή φθάνει μέχρι του σημείου κάποια συγγραφέας η οποία περνά κρίση αφάνειας και ανυπαρξίας να επιζητά τη σφαίρα του δολοφόνου για να κατακτήσει τις πολυπόθητες επανεκδόσεις και την «αθανασία».

Ενδιαφέρων, για αστυνομικό μυθιστόρημα, είναι και τρόπος συγκρότησης της αφήγησης. Γραμμική και τριτοπρόσωπη συνήθως που διακόπτεται από σύντομα κεφάλαια σε πρώτο πρόσωπο με τις σκέψεις του δολοφόνου, αποσπάσματα δημοσιογραφικού λόγου, διαδικτυακές συνομιλίες και λεξικά.

Η θητεία του Λυκεσά στην ποίηση αφήνει τα ίχνη της όχι μόνο με τον φορτισμένο και ασθματικό λόγο του δολοφόνου αλλά και τη διακειμενικότητα. Ολόκληρο το έργο είναι διάστικτο από τις πυκνές αναφορές στην ελληνική κυρίως ποίηση.

Η χρήση των στοιχείων της ειρωνείας, οι ανατροπές του τέλους, η προτότυπη συγκρότηση της αφήγησης, η λεπτή και διαρκής ισορροπία ανάμεσα στο δράμα και τη σάτιρα αποτελούν τις αξιοσημείωτες αρετές του Μπλάνκο και προδιαγράφουν μια ενδιαφέρουσα συνέχεια.


ΑΥΓΗ 11.9.2005

Κοσμάς Χαρπαντίδης



Όσα κρύβουν οι ειδήσεις

Το έκτο δάχτυλο,

Διηγήματα, Εκδόσεις Kέδρος, Αθήνα 2002, σελ. 208

Ο Κοσμάς Χαρπαντίδης γεννήθηκε στο Νευροκόπι της Δράμας κοντά στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα και ζει στην Καβάλα. Η ευρύτερη ανθρωπογεωγραφική περιοχήτης ανατολικής Μακεδονίας και της Βουλγαρίας έχει ιδιαίτερη βαρύτητα στο έργο του, καθώς όλες οι ιστορίες και τα βιβλία του έχουν κάτι από τον αέρα του τόπου του.

Το πρώτο του βιβλίο Μανία Πόλεως είναι ποντισμένο στο μύθο της Καβάλας, ενώ ο χώρος και η Ιστορία διαπερνούν και τις δυο συλλογές διηγημάτων του Οι εξοχές των νεκρών και το Έκτο δάχτυλο.

Τα διηγήματα του πρώτου του βιβλίου ήταν μια απόπειρα να αφαιρεθεί η φρίκη από το πρόσωπο του θανάτου, να εξημερωθεί ως λύτρωση ή ευλογημένη στιγμή, ως μια κατάκλιση σε χώματα ελαφρά.

Παρά τις διακηρύξεις που υπάρχουν στο οπισθόφυλλο του Έκτου δάχτυλου περί υπερβατικού κυριαρχεί ο ρεαλισμός. Οι ήρωές του διαγράφονται με δύναμη και προέρχονται από την πανίδα του περιθωρίου που ασκεί ιδιαίτερη γοητεία στους έλληνες διηγηματογράφους. Συνθλίβονται σε μια κοινωνία χωρίς όνειρα στην οποία κυριαρχεί ο ευδαιμονισμός και η αξία του χρήματος. Η αφήγηση, κυρίως τριτοπρόσωπη, διαμορφώνει μέσα από την οπτική γωνία του κεντρικού ήρωα τους χαρακτήρες, καταγράφοντας γεγονότα και συναισθήματα, στην πορεία συνειδητοποίησης του κόσμου που τους περιβάλλει και του αδιεξόδου τους. Το ήθος τους συμπυκνώνεται στο άλμα που κάνουν για περάσουν στην αντίπερα όχθη.

Στα μισά από τα διηγήματα της συλλογής οι ήρωες είναι μετανάστες και τα πάθη τους θα μπορούσαν να στεγαστούν κάτω από τίτλο του Όσα κρύβουν οι ειδήσεις. Άνθρωποι που έρχονται από τον «Άδη» και μετέρχονται τα πάντα για να επιβιώσουν γίνονται εύκολη λεία των άπληστων του χρήματος που εκμεταλλεύονται την ανάγκη τους. Η ελπίδα που φέγγει στα μάτια τους θα θαμπώσει, καθώς γρήγορα διαπιστώνουν ότι ακριβοπληρώνουν τις απατηλές υποσχέσεις για τη γη της επαγγελίας. Στο ομώνυμο διήγημα το όνειρο της νεαρής βουλγάρας θα παγώσει στις δασωμένες πλαγιές του Μπέλες βρίσκοντας άδοξο τέλος από τις κακουχίες, ενώ ο γεωργιανός Τσβετάν τραυματισμένος και αιμόφυρτος πάνω στην άσφαλτο θυμάται την πατρίδα του και αναρωτιέται γιατί δεν τον χωνεύει αυτή η γη.

Τα τελευταία χρόνια σε όλη την ενδοχώρα οι αναξιοπαθούντες του έρωτα ικανοποιούν τις ανάγκες τους για τρυφερή σάρκα με υλικό από τις ανατολικές χώρες. Παντρεμένη με ένα ζαβό και βιασμένη από τον πεθερό της η ντροπαλή ουκρανέζα στην ιστορία Το τρίτο, αγόρι θα εγκαταλείψει το όνειρο της επιστροφής επιλέγοντας να παραμείνει χτισμένη με τα παιδιά της στην ελληνική επαρχία.

Στην Πύρρειο νίκη μια παρ’ ολίγο λεπτομέρεια φωτίζει εντελώς διαφορετικά τις καπναποθήκες του Σαρκίς Χαρουνιάν που καίγονται. Δυο αλβανοί οι οποίοι έγιναν παρανάλωμα του πυρός σε παρακείμενη βιοτεχνία θα αποτελέσουν τη δραματική αντίστιξη σε ένα επεισόδιο εμπρησμού για κληρονομικούς λόγους.

Αρκετές ιστορίες συνθέτουν μιαν ενότητα ένα από τα βασικά στοιχεία της οποίας είναι ο έρωτας. Ενδιαφέρουσα είναι η αντιστροφή των ρόλων στο Εφτά αλλαξιές εσώρουχα όπου ο ισχυρός και μεγαλόψυχος συνταξιούχος καταλήγει στο τέλος αδύναμος και υποχείριο της αγάπης του– και γι’ αυτό ίσως πιο συμπαθητικός- προδομένος από τη ρωσίδα Ιρίνα, όταν ανακαλύπτει ότι είναι πόρνη, ενώ Στα Πρόσωπα από πορσελάνη, με το πρωτότυπο τέλος, παρακολουθούμε τις περιπέτειες ενός ανολοκλήρωτου έρωτα.

Σχεδόν όλοι οι χαρακτήρες στο Έκτο Δάχτυλο αντιμετωπίζονται από τον συγγραφέα με συμπάθεια και στοργή, ενώ πολλοί υποκύπτουν στα πάθη τους επιχειρώντας μια ηρωική έξοδο. Ο κοντός, χοντρός και με γυναικεία φωνή συμβολαιογράφος Ηλίας Χρυσούλης αντιμετωπίζει τους φόβους του και μεταμορφώνεται σε επαναστάτη, ενώ στο Κέντρο βάρους της ηδονής ένας ομοφυλόφιλος αξιωματικός θα κάνει την υπέρβασή του και θα καταφύγει σε απονενοημένα διαβήματα. Η προσωπική αξιοπρέπεια, όμως, δεν κερδίζεται αδαπάνως, καθώς οι ήρωες καταθέτουν το ακριβές αντίτιμο που είναι η ίδια η ζωή τους.

Το πλούσιο λεξιλόγιο έχει έντονα στοιχεία της καθομιλουμένης που δίνουν ζωντάνια στην αφήγηση. Λόγος μακροπερίοδος που σε ορισμένα σημεία χρειάζεται μεγαλύτερη εκφραστική οικονομία, χαλιναγωγώντας έναν λεκτικό πληθωρισμό.

Οι εξοχές των νεκρών διακρίνονταν για τις μορφικές αναζητήσεις. Οι μονόλογοι, η ποιητικότητα, το παράδοξο είναι στοιχεία τα οποία, κατά την άποψή μου, δεν πρέπει να εγκαταλειφθούν αλλά μπολιάσουν γόνιμα το σώμα του έργου του.

Πάντως, ένα φαινόμενο άξιο προς διερεύνηση είναι η ροπή των βορειοελλαδιτών λογοτεχνών κατ’ εξοχήν προς τη σύντομη φόρμα. Έτσι σε πονηρούς καιρούς κατά τους οποίους τα εκδοτικά ήθη θεωρούν ως αναγκαία συνθήκη εμπορικής επιτυχίας τον όγκο των σελίδων διηγηματογράφοι όπως ο Β. Τσιαμπούσης, ο Π. Σφυρίδης, ο Τ. Καλούτσας, ο Γ. Σκαμπαρδώνης, ο Τ. Χατζητάτσης, ο Γ. Καισαρίδης, ο Κ. Χαρπαντίδης συνεχίζουν μια μεγάλη παράδοση.

ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ τχ.120 Σεπτέμβριος 2002

Βασίλης Τσιαμπούσης


Εισήγηση στο συνέδριο: "Σύγχρονοι Μακεδόνες και Bαλκάνιοι Λογοτέχνες",
Έδεσσα 22 Μαρτίου 2002


Ο Βασίλης Τσιαμπούσης γεννήθηκε στη Δράμα το 1953. Σπούδασε Πολιτικός μηχανικός στο Πολυτεχνείο της Θεσσαλονίκης. Εμφανίστηκε στα γράμματα το 1988 με το βιβλίο του "Η βέσπα και άλλα επαρχιακά διηγήματα"ενώ το 1993 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά του "Εκτός έδρας" από τις εκδόσεις "Κέδρος"

Το 1996 επιμελήθηκε το λεύκωμα "Δόξα Δράμας"(έκδοση του Δήμου) και εξέδωσε τη συλλογή διηγημάτων "Χερουβικά στα κεραμίδια". Διηγήματά του μεταφράστηκαν στα αγγλικά και γαλλικά και περιλήφθηκαν σε ανθολογίες στην ελλάδα και το εξωτερικό. Ζει και εργάζεται στη δράμα ως διευθυντής ΤΕΕ.

Από τη «Βέσπα" ως τη «Γλυκιά Μπονόρα» ο Δραμινός συγγραφέας δείχνει μια σαφή προτίμηση στις μικρές ιστορίες, οι οποίες προοδευτικά μεγαλώνουν σε έκταση.

Τα τέσσερα βιβλία αναδεικνύουν έναν κατ' εξοχήν τεχνίτη του διηγήματος και της μικρής φόρμας με απλή και μεστή γλώσσα, ενώ ο ευρύτερος ανθρωπογεωγραφικός χώρος της Βόρειας Ελλάδας αποτελεί το σκηνικό των αφηγήσεών του.

Είναι καιρός όμως το επίθετο «επαρχιακός», που ο ίδιος προκλητικά χρησιμοποίησε στη «Βέσπα», να σταματήσει να τον ταλαιπωρεί ως συγγενές παρακολούθημα.

Γνωρίζοντας πολύ καλά το ειδικό βάρος εκείνου που νομοθέτησε και εισήγαγε τον όρο «επαρχιακή λογοτεχνία» τολμώ να πω ότι, ως μεθοδολογικό εργαλείο, είναι ατελέσφορος. Το επίθετο επαρχιακός είναι στενό και φτωχό σε πληροφορίες. Υπάρχουν λογοτεχνικά κείμενα περισσότερο ή λιγότερο δεμένα με έναν τόπο και την ιστορία του. Κι αυτό μπορεί να συμβαίνει διαφορετικά στη Σκιάθο του Παπαδιαμάντη, τη Θεσσαλονίκη του Γ. Ιωάννου, το Δουβλίνο του Τζ. Τζόυς.

Η λέξη επαρχιακός ανακαλεί αυτομάτως ένα κέντρο, ορίζει και χρεώνει μιαν, ανύπαρκτη και έξω από λογοτεχνικές προθέσεις, αντίθεση ως κυρίαρχη. Ευτυχώς για τον Β.Τ. αλλά και όλους όσους εγκαταβιούν έξω από τα ολίγα τετραγωνικά χιλιόμετρα της Αττικής το γεωγραφικό κέντρο δε συμπίπτει εξ ορισμού με το κέντρο της λογοτεχνίας, πολύ περισσότερο με τον πυρήνα και το κέντρο της ζωής. Τούτο νομίζω ότι αποδεικνύει και η σημερινή μας συνάντηση ότι δηλαδή πέραν των αθηναικών τειχών υπάρχει ένα σημαντικό δυναμικό συγγραφέων οι οποίοι δεν αποτελούν εξωτικό στοιχείο αλλά εντάσονται στον κανόνα της λογοτεχνικής ζωής.

Η "Γλυκιά Μπονόρα" το τελευταίο βιβλίο του Β. Τ. αντιμετωπίστηκε με κολακευτικά λόγια από το σύνολο σχεδόν της κριτικής. Αυτή η κριτική υποδοχή συνέβαλε ώστε να συγκαταλέγεται στη sort list των υποψήφιων για το κρατικό βραβείο διηγήματος. Συγκεκριμένα ο Χρίστος Παπαγεωργίου γράφει στην Αυγή ότι τα διηγήματά του «χαράζουν μέσα μας εικόνες και αξίες άφθαρτες θεματολογικά και δόκιμες μορφολογικά» ενώ ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου στην «Ελευθεροτυπία» το χαρακτηρίζει ως την ωριμότερη μέχρι σήμερα δουλειά του συγγραφέα.

Ανάλογα με το θέμα θα μπορούσαμε να ομαδοποιήσαμε τα διηγήματα του βιβλίου σε τρεις κατηγορίες. Όσα ασχολούνται με τον έρωτα, δεύτερον, τη σύγκρουση ανθρώπων με το κοινωνικό περιβάλλον και, τρίτον, ανθρώπινες σχέσεις και αντιθέσεις. Αρκετές ιστορίες ανήκουν ταυτόχρονα σε διαφορετικές κατηγορίες.

Η θεματική του έρωτα πλαγιοκοπείται από διάφορες πλευρές. Κυρίως όσοι ήρωες επιμένουν να βλέπουν τον έρωτα με το συναίσθημα είναι οι χαμένοι. Κερδίζουν οι ρεαλιστές. («Το κτήμα», «Berlin»). Στο «Κλουβί» παρακολουθούμε τη νεκροψία μιας ερωτικής σχέσης, ενώ στις «Πικρές μελιτζάνες» τον υπόγειο και ανεκπλήρωτο έρωτα.

Στις «Ψείρες», από τα ωραιότερα διηγήματα της συλλογής, ο Β. Τ. παίζει με όλα τα πλήκτρα της ερωτικής κλίμακας από τη χυδαιότητα μέχρι την τρυφερότητα. Ο άντρας θα ανακαλύψει, μετά από μια δραματική σύγκρουση, την αθέατη πλευρά του εαυτού του για να βρεθεί, αυτός ο κυνηγός των γυναικών, άθυρμα των αισθημάτων και παγιδευμένος στην αγκαλιά της μοναδικής ερωμένης.

Χαρακτήρες πολυδιάστατοι, «καλοί» και «κακοί» ταυτόχρονα, σκληροί αλλά και ευαίσθητοι, σκιαγραφούνται με ειρωνεία σε μια ιστορία όπου συνυπάρχει το γέλιο με το κλάμα.

«Ο μαέστρος», «Ο Σάντσο» και «Το ψυγείο» αποτελούν μια τριάδα στην οποία κυριαρχεί η σύγκρουση του ατόμου με την κοινωνία, με φόντο την Ιστορία. Ο Β. Τ. δε χρησιμοποιεί τα ιστορικά γεγονότα αλλά εξετάζει τις συνέπειές τους στους απλούς ανθρώπους, οι οποίοι συνθλίβονται κάτω από το βάρος τους.

Το πεδίο αναφοράς διευρύνεται για να περιλάβει τη Βαλκανική ενδοχώρα. Μέσα από τη φθορά και τη διάλυση των χωρών του υπαρκτού σοσιαλισμού αναδύεται η νέα τάξη, στην οποία επιβιώνουν όσοι προσαρμόζονται και ελίσσονται. Υποφέρουν αυτοί που διακατέχονται από την ανίατη νοσταλγία της πατρίδας, όπως συμβαίνει με τον κεντρικό ήρωα του«Σάντσο» ενώ διασώζονται όσοι στη σύγκρουση αντιτάσσουν έναν προσωπικό ηθικό κώδικα, όπως ο Μαέστρος, ο οποίος με την αξιοπρέπεια και τη μουσική του αισθάνεται το ρυθμό ενός άλλου κόσμου, απαρατήρητου στους υπόλοιπους. Αρνείται το νόστο γιατί, όπως λέει, «πατρίδα είναι οι άνθρωποι που έζησες μαζί τους.

Η κρίση των διαπροσωπικών σχέσεων κυρίως προβάλλει από τα υπόλοιπα διηγήματα της συλλογής. Άνθρωποι περιθωριακοί, ηττημένοι, τσαλακωμένοι αλλά περήφανοι, καθένας με τη δική του ηθική και οπτική γωνία οι οποίες διασταυρώνονται με αυτές του διπλανού τους.

Ο Β. Τ. χρησιμοποιεί μιαν ιδιαίτερη αφηγηματική τεχνική στην ανέλιξη των ιστοριών του. Συνήθως θέτει τα δυο κύρια πρόσωπα στη δίνη μιας αντιπαράθεσης. Η μάχη αυτή των λέξεων αναδεικνύει το χαρακτήρα και το παρελθόν των ηρώων, ενώ λειτουργεί ως καταλύτης για την έκφραση των συναισθημάτων τους. Ο αγώνας μοιάζει άλλοτε σαν μια καλοστημένη παρτίδα σκάκι, με υπολογισμένα ανοίγματα και θεαματικά φινάλε, και άλλοτε σαν λεκτική πυγμαχία με εναλλάξ χτυπήματα, λέξεις που δαγκώνουν, προσβολές και καρφώματα. Δίνει έτσι θεατρικότητα και ζωντάνια στην αφήγηση κρατώντας σε εγρήγορση το αναγνωστικό ενδιαφέρον. «Ο βιβλιοθηκάριος» και «Το κλουβί», αποτελούν την εξαίρεση σ αυτή την τεχνική. Πάντως οι συγκρούσεις με τις δραματικές κορυφώσεις φέρνουν τους ήρωες λίγο πριν από τα όριά τους, χωρίς όμως να τα υπερβαίνουν. Σε δυο περιπτώσεις θα περάσουν τη λεπτή κόκκινη γραμμή με συνέπεια την εσωτερική αποκάλυψη και αλλαγή τους («Ψείρες») ή την ένδον περιπλάνηση στη σκοτεινή τους πλευρά («Berlin»)

Ο λόγος του Β. Τ. λιτός και ευθύβολος, ακόμη και στους τίτλους που είναι συνήθως μονολεκτικοί. Η προφορικότητα, οι διάλογοι και οι «σταράτες κουβέντες» δίνουν νεύρο στην αφήγηση ενώ αιχμηρές λέξεις και φράσεις προεξέχουν του κειμένου.

Το «Berlin», η τελευταία ιστορία του βιβλίου, εισάγοντας το «εξαιρετικό» στην αφήγηση, αποτελεί εκτροπή από τη μέχρι τώρα ρεαλιστική του γραφή. Ο χρόνος θα δείξει αν πρόκειται για παροδικό φλερτ ή ένα νέο δρόμο στη δουλειά του ώριμου δημιουργού.


Σάββατο, 17 Μαρτίου 2007

ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΔΙΑΜΑΧΕΣ


ΥΠΕΡ Η ΚΑΤΑ

Στην ενδογλωσσική μετάφραση νεοελληνικών κειμένων;
Η απόδοση στη σύγχρονη νεοελληνική της Πάπισσας Ιωάννας του Ροΐδη από τον Δημήτρη Καλοκύρη, της Φόνισσας του Παπαδιαμάντη από τον Γιώργο Αριστηνό και της Γυναίκας της Ζάκυθος του Σολωμού από τον Άρη Μαραγκόπουλο, προκάλεσαν τον τελευταίο χρόνο έναν ενδιαφέροντα διάλογο, κυρίως, μέσα από τις σελίδες των Νέων, της Ελευθεροτυπίας, της Αυγής και του Βήματος. Ενδογλωσσική μετάφραση, απόδοση, μεταφορά, μεταγλώττιση, γλωσσική αναγκαιότητα, ιεροσυλία; Όποιον όρο κι αν επιλέξουμε, είναι ένα αμφιλεγόμενο ζήτημα για το οποίο έχουν ακουστεί πολλές απόψεις. Πχ.

«Η υποστήριξη της μεταγλώτισσης είναι απλή γιατί διεκδικεί την προφάνεια της κοινής λογικής: η απόδοση στη νεοελληνική είναι αναγκαία, αφού οι καιροί άλλαξαν. Μπορεί κάτι τέτοιο να μας στενοχωρεί, γιατί χάνεται η μαγεία του πρωτοτύπου, αλλά χωρίς τη μεσολάβηση της μετάφρασης, τα λογοτεχνικά έργα θα μαζεύουν σκόνη σε άνεργες βιβλιοθήκες.» Δ. Δημηρούλης

«Ο πλούτος και η αξία του κειμένου δεν αναδεικνύονται με τη φορμαλιστική λατρεία ή τη θεώρησή του ως ιερού και απαραβίαστου αλλά προσκαλώντας συνεχώς την ανάγνωση και προκαλώντας τη μετάφρασή του στα σημερινά δεδομένα.» Δ. Τζιόβας

«πρόκειται για διαφορετικές ενορχηστρώσεις, για διαφορετικά κουρντίσματα, για ριμέικ ίσως. Αλλάζουμε την τονικότητα για να φέρουμε τη μελωδία στο ύψος της φωνής μας. Δεν καταργούμε την αρχική γραφή ούτε την παραβιάζουμε: παίζουμε μαζί της» Δ. Καλοκύρης

«H "υποψιασμένη" μετάφραση δεν θέλει να μεταγλωττίσει το πρωτότυπο, αλλά να το φωτίσει, να θηρεύσει τις υπόγειες αναφορές του που μεταμφιέστηκαν ή κλειδαμπαρώθηκαν από μια αδήριτη ανάγκη αυτολογοκρισίας που υπάρχει σε όλους τους συγγραφείς (ο Φλωμπέρ μάλιστα έλεγε ότι δεν γράφουμε τα βιβλία που θέλουμε), να διορθώσει ακόμη αυτό που ακούσια παρεισέφρυσε και χάλασε την ισορροπία του. H μετάφραση είναι στο βάθος μια πράξη διορθωτικής ανασύστασης (a corrective reconstitution) που έτσι κι αλλιώς υφίσταται δυνάμει στη βούληση του συγγραφέα.» Γ. Αριστηνός

«άλλο πράγμα είναι η μετάφραση (ή οι επάλληλες μεταφράσεις) από μια γλώσσα σε μια άλλη, άλλο πράγμα η μεταγραφή από μια καλλιτεχνική γλώσσα σε μια άλλη, και άλλο πράγμα η απλούστευση ενός κειμένου που έχει την ίδια καταγωγή και ανήκει στην ίδια γλώσσα.» Α. Ζήρας

«αποτρόπαιο παράδειγμα η μεταφραστική κακοποίηση της «Γυναίκας της Ζάκυθος» του Σολωμού». Δ. Μαρωνίτης

«Το θέμα είναι ότι το πρωτότυπο απαξιώνει τη μετάφραση. Το μόνο που θα καταφέρει ο μεταφραστής είναι να δώσει το story, απογυμνωμένο από τη λογοτεχνικότητά του.» Α. Μπερλής

«υποστήριξα ότι η "απόδοση" της Γυναίκας της Ζάκυθος στη "σύγχρονη νεοελληνική" είναι μια κίνηση που την εξωθεί στις αχανείς εκτάσεις του τρισχιλιετούς παρελθόντος "μας", πως υποβαθμίζει τον ιδρυτικό χαρακτήρα του κορυφαίου αυτού κειμένου, την τομή που συνιστά, την παροντική του λειτουργία και σημασία. Υποστήριξα μάλιστα ότι η μεταγλώττιση είναι μια πολιτική πράξη, η οποία, στο μέτρο που της αντιστοιχεί, μετατρέπει την νεοελληνικότητα σε πολιτισμική ιδιαιτερότητα, ευνοώντας τα ιδεολογήματα του κοινοτισμού και του καταγωγισμού." Κ. Βούλγαρης

«κοντολογίς τα ίδια τα προτερήματα της μεταγλώττισης εμπλέκονται με τη σειρά τους στην άλυτη ένταση μεταξύ αυτών των δύο πιέσεων, της «ηθικής» υποχρέωσης να αφήσουμε το κείμενο άθικτο και της ανάγκης να ασκήσουμε πάνω του το δικαίωμα μιας ανανεωμένης πρόσληψης.» Ε. Αρανίτσης

«αποδίδει έναν τύπο υποβαθμισμένης επικοινωνιακής ανταπόκρισης σ' αυτά (τα κείμενα), και κατ' επέκταση σε κατασκευές (κακότεχνων ή μη δεν έχει ιδιαίτερη σημασία) ομοιωμάτων κατά παράβαση της ιστορικότητάς τους, έξω από την ζωντανή πραγματικότητα των κειμένων, έξω από το δίκτυο των ειδολογικών διαμεσολαβήσεων, του ανοικτού διαλόγου που εκείνες τροφοδοτούν.» Δ. Αγγελάτος

Προσωπικά, μία από τις κορυφαίες απολαύσεις της ζωής μου υπήρξε το καλοκαίρι του 1988, αφιερωμένο -συνολικά και εφ’ άπαξ- στην ανάγνωση της "Πάπισσας Ιωάννας" και των «Απάντων» του Ροΐδη. Πιστεύω, χωρίς να το αποδεικνύω βεβαίως, ότι οι μεταγλωττίσεις δεν μπορούν να σταθούν στο ύψος του πρωτοτύπου και να έχουν τη γοητεία του .
Ο διάλογος βρίσκεται στα παρακάτω έντυπα.

Υπομονή και καλή ανάγνωση

  1. Δ. Καλοκύρης: "Ενδογλωσσικά αλιεύματα" , Ελευθεροτυπία. 10.2.2006
  2. Δ. Καλοκύρης, "Kάθε είδους τέχνη οφείλει να είναι ιερόσυλη", Συνέντευξη, Νέα, 26.11.2005
  3. Δ. Δημηρούλης, "Συρμός ή διασυρμός;", Ελευθεροτυπία. 10.2.2006
  4. Γ. Αριστηνός, "Πόθεν η κοινή λέξη εκλικμώ;", Αυγή, 12.11.2006
  5. Δ. Τζιόβας, "Ενδογλωσσικά νεοκλασικά", Βήμα, 30.4.2006
  6. Μ. Κουμανταρέας, Το μάθημα της λογοτεχνίας λέγεται ζωή", Νέα, 26.11.2005
  7. Ε. Αρανίτσης, "Πνευματικά δικαιώματα για την Πάπισσα Ιωάννα", Ελευθεροτυπία. 10.2.2006
  8. Τ. Θεοδωρόπουλος, " Pοΐδης σε συνθεσάιζερ", Νέα 26.11.2005
  9. Α. Ζήρας, "Μεταγλωττίσεις και απλουστεύσεις, ή τι ελληνικά μιλούμε;", Αυγή 7.5.2006
  10. Κ. Βούλγαρης, "Κορυδαλλοί σφαζόμενοι μειλιχίως", Αυγή 25.6.2006
  11. Κ. Βούλγαρης, "Η Πάπισσα, η Φόνισσα και η Γυναίκα της Ζάκυθος", Αυγή, 2.7.2006
  12. Α. Μπερλής, "Παπίδιον, άλλως παπάκι", Ελευθεροτυπία, 10.2.2006
  13. Γ. Μπλάνας, "Λογοτεχνία και Κεφάλαιο", Αυγή 18.6.2006
  14. Δ. Αγγελάτος, "Για τη Γυναίκα της Ζάκυθος του Σολωμού", Αυγή, 9.7.2006
  15. Δ. Αρβανιτάκη, "Από ποια γλώσσα κατάγεται ο Σολωμός ή, "Τώρα που επήρε το κουπί μας νερό...", Αυγή 16.7.2006
  16. Α. Κωτίδης, "Μεταφράζονται τα ελληνικά στα ελληνικά;", Βήμα, 17.9.2006
  17. Δ. Ν. Μαρωνίτης, "Ενδογλωσσικά (1)", Βήμα 22.10.2006
  18. Δ. Ν. Μαρωνίτης, "Ενδογλωσσικά (2)", Βήμα 29.10.2006
  19. Δ. Ν. Μαρωνίτης, "Ενδογλωσσικά (3)", Βήμα 5.11.2006
  20. Δημήτρης Νόλλας, "Ναυάγια αι λέξεις", Βήμα 31.8.1997



Κυριακή, 11 Μαρτίου 2007


Στο τεύχος που κυκλοφόρησε, μεταξύ άλλων:

Αφιέρωμα στον Ντίνο Χριστιανόπουλο

Θανάσης Μαρκόπουλος: Ο απεγνωσμένος του έρωτα
Περικλής Σφυρίδης: Η συμβολή της Διαγωνίου στην πνευματική ζωή της Θεσσαλονίκης και του τόπου γενικότερα.
Σάκης Παπαδημητρίου: Ο Eric Hobsbawum και η Τζαζ.
Αργύρης Χιόνης: Ο Άντζελο
Θεοδόσης Πυλαρινός: Το πεζογραφικό έργο του Αντρέα Ονουφρίου

ΠΟΙΗΣΗ
Μίμης Σουλιώτης
Bertolt Brecht
Χλόη Κουτσουμπέλη
Αντώνης Κάλφας
Λένα Παππά
Αφροδίτη Κοίδου
Georgi Gospodinov



Ο Υπερρεαλισμός χάραξε βαθιά και ανεξίτηλα την ποίησή μας.
Συνέντευξη στον Μάκη Καραγιάννη


Δημοσιεύτηκε στην ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ τχ. 102 Μάρτιος 1998. Ακολουθεί το κείμενο που διαβάστηκε στην Κοζάνη (19.12.1997) κατά την παρουσίαση του ποιητή, στο πλαίσιο το προγράμματος του Υπουργείου Πολιτισμού για τα λογοτεχνικά περιοδικά. Μετά την συνέντευξη ο αναγνώστης μπορεί να βρει ένα ανθολόγιο ποιημάτων από ηλεκτρονικές σελίδες.
-Έχετε χαρακτηριστεί από την κριτική ως ο πιο ακραιφνής υπερρεαλιστής ποιητής της γενιάς σας. Θα μπορούσατε να κάνετε, εκ των έσω, την αποτίμηση αυτού του πνευματικού κινήματος στα ελληνικά γράμματα, εξήντα χρόνια περίπου μετά την πρώτη του εμφάνιση;
Η εμφάνιση και ο χαρακτηρισμός του Υπερρεαλισμού στη χώρα μας, σαν κινήματος, δεν είχε και δεν μπορούσε να έχει τα χαρακτηριστικά -εννοώ τους καταγωγικούς όρους, τις περιπέτειες και τις φάσεις της εξέλιξής του- που είχε το ομόλογο κίνημα στον τόπο της γέννησής του, τη Γαλλία.
Έχει επισημανθεί και, παράλληλα, υποστηριχθεί ότι, τόσο η ταξική επιφάνεια των ντόπιων εισηγητών του (όχι όλων βέβαια) όσο και το πολιτικό σκηνικό της εποχής εισαγωγής (1935) του Υπερρεαλισμού, δε συνιστούσαν ένα κλίμα συνθηκών ανάλογο προς το αντίστοιχο Γαλλικό. Άρα δεν υπήρξε εδώ ένα κίνημα με ηχηρό και θορυβώδες ρεύμα, πολιτικά έγχρωμο με διακηρυγμένες θέσεις και εντάξεις στο κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι, όπως συνέβαινε στο Γαλλικό κατά την πριν το Σοβιετικό συνέδριο συγγραφέων, με τις συνακόλουθες Ζντανοφικές νόρμες, περίοδό του. Πέρα απ' όλα αυτά ο Υπερρεαλισμός στη χώρα μας έχει ένα ιστορικό παρελθόν σε ό,τι αφορά στην υποδοχή του από μέρους τόσο των χολερικών κονδυλοφόρων και συντηρητών του τέλματος, όσο και από μέρους των άτολμων, που τους παρέλυε η διακύβευση των όρων με τους οποίους είχαν αποκτήσει ένα όνομα στον πνευματικό στίβο. Ωστόσο, αποτιμώντας τους καρπούς αυτής της πνευματικής κίνησης, είναι εύστοχο και δίκαιο να πούμε ότι ο Υπερρεαλισμός στο διάστημα, από την εμφάνισή του έως τις μέρες μας, χάραξε βαθιά και ανεξίτηλα την ποίησή μας, ότι διάνοιξε θαρραλέα τις αρτηρίες του ποιητικού οργάνου, δίνοντας έτσι την ευκαιρία στη γλώσσα να αναπτύξει το σφυγμό της για μια επέκταση της πραγματικότητας.
- «Τι χρειάζονται άραγε οι ποιητές σ' ένα μικρόψυχο καιρό;». Τι θα απαντούσατε σήμερα στην ερώτηση του Χαίλντερλιν; Ποιες ανάγκες θεραπεύει η ποίηση;
Ο μεμψίμοιρος στοχασμός του Χαίλντερλιν «Wozu Dichter in durftiger zeit?» σχετικά με το αν χρειάζονται οι ποιητές σ' έναν «μικρόψυχο» καιρό, μπορεί να δώσει το έναυσμα για έναν σχολιασμό θέτοντας σήμερα, στον τρομερό αυτό αιώνα που ζούμε, ζήτημα διαχρονικότητας του Χαιλρντερλιανού σχεδιασμού; Είναι μικρόψυχος ο καιρός μας; Σ' αυτόν τον εκρηξιγενή αιώνα τον τόσο μεστό από τερατωμένες διάνοιες που χύθηκαν στη διάνοιξη προσπελάσεων προς στόχους φαντασιακούς, αναγομώνεται η ψυχή μας μέσω «νεοπλασιών» της που επεκτείνονται προς το όνειρο τόσο που, μόνο οι ποιητές μπορούν να διαγνώσουν και να περιγράψουνε διαστέλλοντας ακατάπαυστα τα όρια της γλώσσας.
Όσο για το αν η ποίηση, ως πολιτισμικό αγαθό, αξιώνεται στο βαθμό που «θεραπεύει ανάγκες» είναι ένα ζήτημα που μπορεί ίσως να τεθεί μόνο αν αγνοήσεις ή υποτιμήσεις την καταγωγική της συνθήκη και συνεπώς τη φυσιολογία της.
-Την εποχή των προσωκρατικών η ποίηση ήταν συνυφασμένη με τα μαθηματικά και τη φιλοσοφία. Η σημερινή άπειρη εξειδίκευση είναι βήμα προόδου ή αρνητική εξέλιξη;
Έχοντας δοθεί στον άνθρωπο η ικανότητα και η ευκαιρία να ατενίσει το μεγάκοσμο ώς σύνολο ξεχωριστών / διακριτών οντοτήτων, δε θα αργούσε να αναρωτηθεί για το τι είναι αυτό που κάνει τη συσπείρωση των «στοιχείων» αυτών να μορφοποιείται σε κάτι «διαφορετικό» από τα συστατικά του.
Αυτό το κάτι το αναζήτησε ο Homo Erectus και εξακολουθεί ως Homo Sapiens να το αναζητά τόσο στο μικρόκοσμο στοιχείων ανακαλύπτοντας υποστοιχεία του όσο και εντός του ανατέμνοντας τη σκέψη του. Η ποσότητα σαν αναγώγιμο φυσιογνωμικό στοιχείο της υφής του κόσμου σίγουρα θα ήταν προσιτότερη στην αντίληψή του από όσο η ποιότητα. Έτσι η μάθηση του κόσμου αναπτυσσόταν προς τη μέτρηση. Και γι’ αυτό, ήδη από την προσωκρατική περίοδο της φιλοσoφίας τα μαθηματικά συνυφαίνονταν με την ομογάλακτή τους ποιητική γλώσσα όχι με την ποίηση που είναι ανιχνεύσιμη (όσο είναι τέτοια) στη φιλοσοφία ως προσπάθεια να οργανώσει μιαν κοσμοαντίληψη.
Η σημερινή εξειδικευόμενη εποποιία της γνώσης προκαλεί τη φιλοσοφία (θάλεγα ότι την παγιδεύει) να εφεύρει γλώσσα και να συναρθρώσει όλο το εξελισσόμενο γνωστικό υλικό σε μια διήγηση που θα κάνει πιο συναρπαστικό το κοσμοείδωλό μας, ένα σύγχρονο μύθο, συρόμενη από τον απέδιστο κέλητα της Ποίησης.
-Η εποχή κατά την οποίαν εκδώσατε τη Fuga το 1943, φαντάζει σε μας του νεότερους μυθική. Ποια ήταν η περιρρέουσα ατμόσφαιρα, σε αντιδιαστολή με τη σημερινή, διαμάχες, λογοτεχνικά ρεύματα; Σήμερα ο καθένας πορεύεται μόνος του.
Η πρώτη ποιητική μου απρέπεια σημειώθηκε το 1943 σε πλήρη γερμανική κατοχή μέσα στην εξαθλίωση, τις καθημερινές συλλήψεις, και τις εκτελέσεις πατριωτών αλλά και την ακοίμητη αντίσταση ενός λαού που δεν έστεργε να γονατίσει. Την ίδια χρονιά κυκλοφορεί η Αμοργός του Ν. Γκάτσου αλλά και άλλα αξιόλογα ποιητικά έργα. Την ατμόσφαιρα τη διαμόρφωναν καθημερινά ιστορικά γεγονότα με την ογκούμενη αντίσταση λαού στην οποία εντασσόταν το γεγονός πως στον τομέα πνεύματος και του φρονήματος του λόγου εκδηλωνόταν μια, όχι λιγότερο γενναία, στάση: Κυκλοφορούσαν διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά με αντιστασιακό περιεχόμενο όπου καταγραφόταν ο αλύγιστος σφυγμός της ψυχής μέσω του λόγου, διακηρύσσοντας ότι παραμένει ζωντανό το πάθος για έκφραση εκείνου έχει ανάγκη ο άνθρωπος για να μένει όρθιος και αλύγιστος απέναντι στη βία που θέλει να τον απανθρωπίσει.
Δεν νομίζω πως η αντιδιαστολή με τη σημερινή ατμόσφαιρα θα ήταν δίκαιη, καθώς αυτή η σημερινή δεν έχει τις αφορμές και τη συγκρουσιακή πραγματικότητα που αντιμετώπιζε εκείνη, γεγονός που την τοποθετούσε στην έξαρση και την υπέρβαση των ορίων της.
-Πώς διαμορφώνεται το τοπίο στη νεότερη ποίηση. Διακρίνετε αξιόλογες φωνές. Αισθητικά φέρνουν κάτι νέο ή ακολουθούν την πεπατημένη;
Παρ' όλο αυτό θα πρέπει να επισημάνουμε πως η σημερινή πραγματικότητα αναδεικνύει αξιόλογα ταλέντα της εποχής αντιπροσωπεύουν και προβάλλουν ένα δυναμισμό έναντι της ρευστότητας των αξιών, με βέλος προς το σημείο όπου συμβάλλουν αναθεωρήσεις, επανεκτιμήσεις παρωχημένων αρχών ή και εγκατάλειψή τους, προκειμένου να αρθρωθεί αλλιώς η σύγχρονη ζωή και η γλώσσα της.
-Υπάρχει αντικειμενικός λόγος για την ιεράρχηση αισθητικών αξιών και ποιος τον διαμορφώνει ο χρόνος, η κριτική, η κοινωνία;
Δε θα δίσταζα να πω ότι φοβάμαι που πρέπει να αντιμετωπίζουμε εσαεί μιαν αγορά αισθητικών αξιών και το χρηματιστήριό της. Ποιος επενδύει και τι σε αισθητικές αξίες; Δε μιλώ, φυσικά, για το πραγματοποιημένο έργο τέχνης που, πέρα από το «λόγο» του, ενέχει και κάποια κυμαινόμενη μέσα σε αίθουσες πλειστηριασμών ανταλλάξιμη αξία.
Η όποια εμπρόθετη ιεράρχηση αξιών δεν μπορεί να αποκρύψει -αν και όχι λίγες φορές έκδηλο- ρατσισμό μέσα στο αισθητικό σύμπαν, προκειμένου αυτός ο ρατσισμός να υπηρετήσει ύποπτες (όρα Ζντανοφικές νόρμες) εξουσίες ή και καθεστωτικές τέτοιες. Καμία τέτοια ιεράρχηση δεν είναι αθώα αφού εξυπηρετεί κάποιον πιλότο.
Αν κατά χρονικές περιόδους δεσπόζουν κάποιες αισθητικές αξίες δεν είναι, και δε θα είναι τέτοιες, που να ακυρώνουν τις άλλες για λόγους διαφορετικούς από εκείνους που διαμορφώνει το κοινωνικό προτσές μέσα στο χρόνο και πέρα από τις εξατομικευμένες επιλογές της κριτικής.
Ποιήματα του Έκτορα Κακναβάτου