Τρίτη, 20 Μαρτίου 2007


Η ζωή φοράει στενά παπούτσια

"Μια μέρα πριν δυο μέρες μετά",

Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1998, σελ. 196

Πρόκειται για μια συλλογή διηγημάτων, η οποία λόγω της ενότητας του χώρου του χρόνου και των ηρώων που επανέρχονται, θα μπορούσε να ήταν μυθιστόρημα. Η κάθε ιστορία έχει την αυτονομία και την πυκνότητα του διηγήματος, εντάσσονται όλες όμως σε ένα ενιαίο σύνολο όπως οι "Δουβλινέζοι" του Τ. Τζόυς.
Ο Νίκος Χουλιαράς, που εντρυφεί γενικώς τις καλές τέχνες -πεζογράφος, ποιητής, ζωγράφος, μουσικός- μαζί με τους Μ. Γκανά, Σ. Δημητρίου, Β. Γκουρογιάννη αποτελούν μια ομάδα λογοτεχνών στους οποίους η εντοπιότητα συνιστά μια βασική παράμετρο του έργου τους. Η ανθρωπογεωγραφία και η ιστορία της Ηπείρου, το αυστηρό ορεινό τοπίο, αντηχούν στα κείμενά τους. Όμως, στο τελευταίο βιβλίο του Ν.Χ. το σκηνικό της δράσης μεταφέρεται στην κοσμοπολίτικη Αντίπαρο.
Οι χαρακτήρες του είναι
άνθρωποι του νησιού ή πρόσωπα από τις ορδές των τουριστών που επελαύνουν κάθε καλοκαίρι στο Αιγαίο. Εστιάζει τη ματιά του, όχι στις διακοπές αλλά στην πίσω πλευρά του χρόνου, στο εκτός πεδίου, στην ιστορία που κουβαλάει ο καθένας τους. Οι ήρωές του, με τα χαϊδευτικά ονόματα και τα τραχιά επίθετα που σκαλώνουν στη γλώσσα, σαν εκείνον τον Παύλο τον Γκαρτζονίκα, κατά βάθος παραμένουν παιδιά, ογδοντάρηδες έφηβοι, όπως "Ο Αβράμ της Αντιπάρου". Ο συμβατικός χρόνος ανήκει γι' αυτούς στα "ψεύδη του ημερολογίου" όπως θα έλεγε ο Τ. Λειβαδίτης. Ανθρωποι που γνώρισαν το σκοτάδι και πέρασαν στην άλλη πλευρά της ζωής εξαγνισμένοι από τον πόνο. Περιθωριακοί, ξένοι, πλήρεις οινοπνεύματος και ερημιάς. Κουβαλούν ένα βαρύ φορτίο, "το μέσα πράγμα" που μεγαλώνει και τους πληγώνει. Συχνά διχασμένοι, αντιμέτωποι με τον άλλο τους εαυτό. Ο Ούβε των διακοπών αγωνίζεται να συμβιβαστεί με τον Ούβε του Οσλο. Το κόστος του είναι η κατάθλιψη. Η Αντιγόνη Σεϊρλή κάνει ολονυχτίες πάνω στο εργόχειρο γιατί φοβάται να αντικρίσει τον ξένο στον καθρέφτη. Η αφήγηση τριτοπρόσωπη, χτίζει τους χαρακτήρες με μικρές πινελιές, σωρεύοντας κομμάτια από τον παρελθόν τους.
Μέσα από την
προφορικότητα και την απλότητα της διήγησης, μας βάζει στον δρόμο για το παράδοξο. Η ποιητικότητα της γραφής αναλαμβάνει να δώσει την "έξοδο" σε αρκετά διηγήματα. Έχεις την αίσθηση ότι και μετά το τέλος της ανάγνωσης οι ήρωες συνεχίζουν να κωπηλατούν στο αδιέξοδό τους. Το εισαγωγικό "Ο σκύλος του καλοκαιριού" και το ακροτελεύτιο "Πρωί", παρά την αισιοδοξία που αποπνέουν, είναι μια μικρή αντίστιξη σ' έναν κόσμο εφιαλτικό. Το "Ανθρωποι στο μπαρ" αποτελεί μία από τις ευτυχέστερες στιγμές του βιβλίου. Ενα μπαρ-φάντασμα, νύχτα, δίπλα στα κύματα, στη μέση του πουθενά, σαν ένα "ξυλάρμενο καράβι - ταξιδεύει με το λιγοστό πλήρωμα, σε τούτη την κατάφωτη ερημιά του κόσμου". Η γλώσσα, ζωντανή και ποιητική δημιουργεί μια ατμόσφαιρα υποβλητική, έναν εφιάλτη που δεν τον διαλύουν ούτε τα χρώματα της αυγής αφού τα σκοτάδια τα κουβαλούμε μέσα μας. "Η νύχτα εντός τους, ήθελε γι' αυτούς, πολύ δρόμο ακόμη". Η αλληγορία ενός κόσμου χαμένου και παράλογου στο τέλος μιας μεγάλης εποχής. Το διήγημα "είναι μια πράξη επέμβασης στη διάρκεια, μια μαγεία που επενεργεί πάνω στη ροή του χρόνου και τη συστέλλει ή τη διαστέλλει". (Ι. Καλβίνο, "Εξι προτάσεις για την επόμενη χιλιετία", σ. 71). Ο συγγραφέας σταματά το χρόνο και αποκαλύπτει τον ήρωα σε μια ιδιαίτερη στιγμή. Στο "Η ζωή φοράει συχνά στενά παπούτσια" ο Λάζαρος Σκαμπαβίας βρίσκεται σε μια στιγμή κρίσης κατά την οποία έρχεται στην επιφάνεια η αλήθεια που ωρίμασε υπόγεια. Το τρυφερό παιδί που κρύβει μέσα του επαναστατεί κατά της πατρικής εξουσίας, γίνεται ο ώριμος άντρας που εκστομίζει τις λέξεις που σαπίζουν και περισσεύουν μέσα του. Οι πατρικές αρχές και επιλογές τον πιέζουν σαν στενά παπούτσια. Ο Ν.Χ. μέσα σε ελάχιστη έκταση κατορθώνει να απογειώσει την ιστορία, να διαγράψει καταστάσεις και να μεταδώσει τη συγκίνηση, με ένα λόγο καίριο και τεχνουργημένο.
Τα διηγήματα "Μια μέρα πριν, δυο μέρες μετά", "Ο δρόμος που περνάει απ' τον παράδεισο", "Ο λάτρης του ασήμαντου", "Η Αντιγόνη Σεϊρλή στο εργαστήριο της μνήμης" διακρίνονται για τη συνοχή και την αρτιότητα. Η αφηγηματική οικονομία ολοκληρώνει χαρακτήρες πειστικούς και βάθος. Πιο χαλαρά και χωρίς δραματική ένταση το "Buenas dias, senor" και "Ο σκύλος του καλοκαιριού" φαίνονται να υπολείπονται των άλλων.
Ο Ν.Χ. απόδειξε και με το βιβλίο αυτό ότι κατέχει τις φίνες
λεπτομέρειες της αφηγηματικής τέχνης, σκύβοντας με τρυφερότητα σε ψυχές που τρίζουν, "σ' όλους τους γκρεμισμένους της Αντιπάρου", στους οποίους αφιερώνεται το βιβλίο, αλλά "και στους πιτσιρικάδες" που έχουν το προνόμιο να αντικρίζουν το θαύμα της ζωής.

ΑΥΓΗ 7.10.1999

Δεν υπάρχουν σχόλια: