Πέμπτη, 22 Φεβρουαρίου 2007

Θανάσης Βαλτινός




Η λήθη της Ιστορίας και ο λόγος της λογοτεχνίας


ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΑΝΤΡΕΑ ΚΟΡΔΟΠΑΤΗ Βιβλίο Δεύτερο: Βαλκανικοί - 22 Εκδόσεις Ωκεανίδα, Αθήνα 2000

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 1836- 2001 Εκδόσεις Ωκεανίδα, Αθήνα 2001

Τριάντα περίπου χρόνια μετά την έκδοση του πρώτου Κορδοπάτη ο δεύτερος κυκλοφορεί σχεδόν μαζί με το «Ημερολόγιο». Τα τελευταία χρόνια αρκετά βιβλία υπογραμμίζουν την ανάγκη επαναπροσδιορισμού του είδους που, μάλλον αδόκιμα, καλείται «ιστορικό μυθιστόρημα», καθώς δίνουν προτεραιότητα στο λογοτεχνικό μύθο έναντι της ιστορικής αλήθειας.


Όσο κι αν η θετικιστική αντίληψη κραδαίνει τα γεγονότα και τα ντοκουμέντα, η Ιστορία δεν παύει να είναι κατά ένα μέρος, μια φανταστική ανακατασκευή και να περιέχει πολύ περισσότερη μυθοπλασία από όση υποψιαζόμαστε. Η ιστοριογραφία και η λογοτεχνία παρά τις εμφανείς διαφορές τους διασταυρώνονται και αποτελούν όψεις της αφηγηματικής λειτουργίας.[i] Το παράδοξο είναι οι επινοημένες ιστορίες της λογοτεχνίας να προσεγγίζουν την πραγματικότητα πολύ καλύτερα από την «αληθινή» Ιστορία των επίσημων εγχειριδίων όπως συμβαίνει με το «Συναξάρι του Ανδρέα Κορδοπάτη, Βιβλίο Δεύτερο» του Βαλτινού ή το «Νούμερο» του Βενέζη ή την «Ιστορία ενός αιχμαλώτου» του Στρατή Δούκα, όσο κι αν τα τελευταία λείαναν τις ενοχλητικές τους αιχμές με συνεχείς αναθεωρήσεις[ii].


Ο Κορδοπάτης του δεύτερου βιβλίου, ο οποίος διασπάται σε μια πολλαπλότητα φωνών και προσωπείων, ακολουθεί την αντίστροφη πορεία από την Αμερική στο μέτωπο των βαλκανικών και τη Μικράς Ασίας. Τα τοπωνύμια διαγράφουν τη γεωγραφία ενός ελληνισμού- ο οποίος αγωνίζεται και παραπαίει- από την Πελοπόννησο και τη Σμύρνη ως τις εσχατιές τη Οδησσού σε μια πολύ κρίσιμη καμπή. Συνυπάρχουν οι ευγενικές χειρονομίες του επαναπατρισμού για τον πόλεμο με τις ταπεινές, όπως οι βιασμοί και οι μπίζνες παράλληλα με τις μάχες.


Απουσιάζει ο μύθος με την κλασική μυθιστορηματική έννοια αφού συγχωνεύεται με το μύθο του ελληνισμού. Παρακολουθούμε πάσχοντες ήρωες στις λεπτομέρειες της καθημερινής τους ζωής να σύρονται, εκόντες άκοντες, από το άρμα του πολέμου.
Η μεγάλη Ιστορία σπάει σε πολλές μικρές, εσωτερικεύεται από τους ήρωες, μεταφράζεται σε πληγή της ψυχής και της σάρκας, σε μνήμες, ενοχές , έρωτες και φόβους, ξαναγράφεται με μέτρο τους απλούς ανθρώπους, που στηρίζουν τις συλλογικές προσπάθειες αλλά μένουν στοιβαγμένοι πάντα σε κάποιους αριθμούς, στριμωγμένοι σε γενικόλογες αναφορές. Όσοι καταδικάστηκαν από την Ιστορία στη χωματερή της λήθης και της ανωνυμίας θα ζητήσουν για ένα λεπτό το λόγο από τη λογοτεχνία.


Μονόλογοι με το ύφος της προσωπικής μαρτυρίας διασπούν την ενότητα του χωροχρόνου, τον αναδιατάσσουν με τις αποσπασματικές και ασύνδετες αφηγήσεις σε μια νέα ενότητα. Η γραφή λιτή, υπαινικτική κατορθώνει χωρίς να φορτίζει να δώσει το κλίμα και την αίσθηση των ταραγμένων εκείνων καιρών επισημαίνοντας πλευρές παρασιωπημένες από την επίσημη Ιστορία.

Στο «Ημερολόγιο» η γλώσσα προσεγγίζει την οικονομία του ποιητικού λόγου. Ημερολογιακές εγγραφές, σημειώσεις, επιστολές, μονόλογοι και διάλογοι καταγράφουν αποσπασματικά μνήμες όνειρα, ερωτικές στιγμές, αναμνήσεις από το μέλλον. Παρά τον έντονο προσωπικό χαρακτήρα, η αφήγηση μοιράζεται σε πολλά πρόσωπα διαφορετικού φύλου και εκτείνεται σε ένα χρονικό εύρος 170 χρόνων. Το 1836 παραπέμπει στον Αλεξάντερ Πούσκιν και στον παράφορο έρωτα προς τη γυναίκα του Ναταλία, ο οποίος τον οδήγησε στο θάνατο.


H λογοτεχνία είναι μια πράξη παραχάραξης του χωροχρόνου. Ο χρόνος, παρελθών και μέλλων, διαγράφεται από το προσωπικό βλέμμα του σήμερα, ενώ «η σχέση μας με τον χώρο είναι κυρίως περιπέτεια ψυχής, μια κατάσταση ιδιωτική εντέλει.» Ένας τόπος γενικός, όπως η θάλασσα, μέσα από τα μάτια ενός παιδιού, που τον πρωτοβλέπει πάνω από ένα καμιόνι το φθινόπωρο του ’44, στιγματίζεται και χρωματίζεται από τα συνθήματα του θανάτου και τις ελπίδες της ειρήνης για να γίνει ένας τόπος προσωπικός και μοναδικός.


Πίσω από το ετερογενές υλικό του βιβλίου υποφώσκει η συγγραφική σκηνοθεσία καθώς ο θάνατος και ο έρωτας είναι το αφηγηματικό νήμα που το διαπερνά. Κατανέμονται δίκαια και σε ισόποσες δόσεις σε μια σκυταλοδρομία κατίσχυσης του ενός πάνω στον άλλο.


Στην ανακομιδή η γραφή, όλο και πιο γυμνά, απλώς υποδεικνύει τα παπούτσια, τα υπολείμματα της γραβάτας, τα οστά πλυμένα με κρασί. Τα ίχνη του σώματος η μόνη βεβαιότητα από το άλμα στο επέκεινα. Ο θάνατος προβάλλει με νύξεις ιστορικών γεγονότων. Τοπωνύμια και χρονολογίες φορτισμένες υπενθυμίζουν λιτά αλλά καίρια τον παραλογισμό. Δίστομο, 1922, 1948. «Μέθυσαν τα βουνά από το αίμα». Αλλά και ο καθημερινός θάνατος με τη μορφή της φθοράς ο οποίος αθόρυβα, υποδόρια εργάζεται νυχθημερόν για να μετατρέψει το «περήφανο κάποτε λιοντάρι», την ένδοξη σάρκα που ξεφάντωνε πάνω σε άλλα σώματα, σε μιαν άμορφη και πλαδαρή μάζα με αναπηρίες και τεχνητές οδοντοστοιχίες. Πώς κερδίζει κανείς όμως το θάνατο;
«Δεν μάθαμε να γερνάμε.»
Η ομορφιά και η τραγικότητα της ζωής συνυπάρχουν σε αντικριστές σελίδες. Απέναντι στη φθορά ο έρωτας ως μοναδικό αντίδοτο σ’ ένα αφηγηματικό παιχνίδι όπου εναλλάσσονται. Έρωτας ζωώδης, πανηγυρικός, ιερόσυλος, a tergo, αλλά και έρωτας πληγή, ματαιωμένη αφή, στέρηση και εξάρτηση, το διαρκές κυνήγι του έρωτα και της τελειότητας, η ύβρις και η άκρα μοναξιά ως τίμημα. Πίσω όμως από το παραμίλημα της σάρκας και τα σώματα που αγκαλιάσαμε, όπως λέει ο Σεφέρης, «αυτός ο βαθύτερος καημός να κρατηθούμε μέσα στη φυγή.»


Και στα τελευταία βιβλία του ο Θανάσης Βαλτινός αναπτύσσει τα βασικά χαρακτηριστικά της έως τώρα συγγραφικής του πορείας μόνον που τώρα οι αφηγήσεις του γίνονται πιο πολυφωνικές. Έκδηλη είναι η αγωνία της γραφής να αποκτήσει τη θερμοκρασία βρασμού, να μεταδώσει το ρίγος, για να συγκινήσει και να υπάρξει. Και τα καταφέρνει θαυμάσια.

1.Paul Ricoeur, Η αφηγηματική λειτουργία, εκδ. Καρδαμίτσα
2. Αγγέλα Καστρινάκη, Το 1922 και οι λογοτεχνικές αναθεωρήσεις, «Ο ελληνικός κόσμος ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση (1453-1981)», Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1999.

ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ τχ 116 Σεπτέμβριος 2001



Επίσης,
Δημοσθένης Κούρτοβικ: Πώς κατέγραψε το δράμα των Ελλήνων της Μικρασίας η ελληνική λογοτεχνία, Νέα,
Βαγγέλης Χατζηβασιλείου: "Πόλεμος και αντιπολεμικό πνεύμα", Ελευθεροτυπία, 9.5.2003


Εργοβιογραφικό σημείωμα του Θανάση Βαλτινού από τη σελίδα του ΕΚΕΒΙ
ΘΑΝΑΣΗΣ ΒΑΛΤΙΝΟΣ: "Ο συγγραφέας δεν αποσύρεται ποτέ", Συνέντευξη στη Μαίρη Παπαγιαννίδου, Βήμα 16.7.2000


Μάρη Θεοδοσοπούλου- "Το συναξάρι του Ανδρέα Κορδοπάτη, Βιβλίο Δεύτερο", Βήμα, 10.9.2000
Βιβή Ζωγράφου- "Στοιχεία για τη δεκαετία του '60", Αυγή, 4.3.2007

Κώστας Γ. Παπαγεωργίου-"Εθισμός στη νικοτίνη", Ελευθεροτυπία, 9.1.2004
Μάρη Θεοδοσοπούλου-"Εθισμός στη νικοτίνη", Βήμα, 4.1.2004






Δεν υπάρχουν σχόλια: