Πέμπτη, 22 Φεβρουαρίου 2007

Γιώργος Σκαμπαρδώνης


"Ακόμα κι η ζωή μου αποκτά σημασία όταν τη διηγούμαι σε κάποιον"


«Γερνάω επιτυχώς»
Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2000, σ.233


Ο Γ. Σ. έχει καταξιωθεί ως πεζογράφος με τις αλλεπάλληλες εκδόσεις των διηγημάτων του. Η θερμή αντιμετώπισή του από την κριτική είναι δίκαιη αφού το έργο του εμπλουτίζει τη διηγηματογραφία με νέους εκφραστικούς τρόπους.

Η συνύπαρξη του ρεαλισμού και του παράδοξου είναι η μεγάλη τέχνη της γραφής του. Ανέπτυξε μια προσωπική συνταγή, με την ελλειπτικότητα και τους υπαινιγμούς, η οποία αποδείχτηκε αποτελεσματική στη μικρή φόρμα. Υπάρχει, όμως, ένα ερώτημα. Οι διαφορές διηγήματος και μυθιστορήματος είναι μόνον ζήτημα μεγέθους; Οι εκτενέστερες αφηγήσεις έχουν άλλες απαιτήσεις και δυνατότητες. Αν η δύναμη του διηγήματος είναι η υπαινικτικότητα, η αστραπή , η ένταση της συγκίνησης για να αποκόψει μια φέτα ζωής, το μυθιστόρημα, με τη δική του δομή και αφηγηματική οικονομία, αντιπροσωπεύει την πολυπλοκότητα των ανθρώπινων εμπειριών.

Αν λάβουμε ως υπόθεση εργασίας τον Γ. Σκαμπαρδώνη, φαίνεται ότι στα διηγήματα μπορεί να συντηρηθεί καλύτερα η έκπληξη και το μυστήριο. Αντίθετα, το παράδοξο αραιώνει στις στροφές του μαραθώνιου ενός μυθιστορήματος με τα πολλά κεφάλαια και τις εκατοντάδες σελίδες. Ωστόσο, κάποιες πλευρές του χαρακτήρα της ηρωίδας του «Γερνάω επιτυχώς», ποντισμένες στα νερά των νευρώσεων και των ιδεοληψιών, καλλιεργούν το κλίμα του εξαιρετικού. Δίνουν βάθος στο αφήγημα, το απογειώνουν φορές από το ρεαλισμό, υπαινίσσονται πίσω όψεις των πραγμάτων.

Το «Γερνάω επιτυχώς», πάντως, τείνει περισσότερο προς τη νουβέλα όχι μόνο λόγω έκτασης αλλά και δομής καθώς απουσιάζει ο πλούτος φωνών, χαρακτήρων, ιδεών.

Παρά την ισχνότητα της παρουσίας γυναικείων χαρακτήρων στον ανδροκρατούμενο κόσμο των ηρώων του Γ. Σ., μπορούμε να πούμε ότι «Η μαντάμ Σωσώ», από το «Πάλι κεντάει ο στρατηγός», προαναγγέλλει το τελευταίο του μυθιστόρημα αφού έχει τα βασικά χαρακτηριστικά της ανώνυμης ηρωίδας. Μια ηλικιωμένη γυναίκα μονολογεί, παραληρεί, ανατρέχει στην προηγούμενη ζωή της.

Ο τόπος της αφήγησης περιλαμβάνει όλη τη Β. Ελλάδα, από την Πτολεμαίδα ως το Ορμένιο, ιδιαίτερα όμως τη μικρογεωγραφία του Έβρου- Αλεξανδρούπολη, Φέρες, Άβαντας, Απαλός- και το μυθικό Ζωστικό ένα επινοημένο χωριό, γενέτειρα της ηρωίδας του μυθιστορήματος.

Ο αφηγημένος χρόνος εκτείνεται σε μια τεσσαρακονταπενταετία, από την κατοχή μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’80. Ο χρόνος της αφήγησης τοποθετείται το Πάσχα του 1985. Οι αναδρομές και οι παλινωδίες αποτυπώνουν τον ταραγμένο ψυχισμό της ηρωίδας.

Η αφήγηση την παρακολουθεί στις αναγκαστικές περιπλανήσεις με το Σταύρο το σύζυγό της, εργάτη εταιρειών κατασκευαστικών έργων. Εγκυμονεί, γεννά, μεγαλώνει τα παιδιά μόνη.

Σπουδάζει τη μοναξιά χτισμένη, όπως θέλει ο μύθος η γυναίκα του πρωτομάστορα, μέσα στα βαριά καλούπια της ηθικής της εποχής της. Το βάρος του έργου πέφτει στις αφανείς καθημερινές τραγωδίες και τη γυναίκα στους πολλαπλούς της ρόλους (μάνα, σύζυγος, αδερφή) βαλτωμένη στη λάσπη των προλήψεων και των κατεστημένων αντιλήψεων.

Η βαθιά μοναξιά, οι εμμονές, οι φοβίες, τα παραληρήματα φτάνουν τους ήρωες στα όρια της τρέλας και τότε ο Γ. Σ. τους αξιοποιεί δημιουργικά. Η τρέλα θεωρείται λογοτεχνικά ως μια προικισμένη και διαφορετική όραση των πραγμάτων, το βλέμμα που μεταμορφώνει τα ασήμαντα σε ένα ποιητικό κόσμο, που «προβάλλει- όπως αναφέρει ο ίδιος σε ένα κείμενο για το Νίκο Χουλιαρά-αόρατες πλευρές από το μυστήριο της ζωής»

Η ηρωίδα του Γ. Σ. πελαγοδρομεί στο περιβάλλον που τη συντρίβει. Δεν έχει μεγάλα όνειρα. Δεν θέλει να ξεφύγει από το περιβάλλον τη επαρχίας σαν τη Μαντάμ Μποβαρύ. Το δικό της όνειρο είναι η ήρεμη οικογενειακή ζωή. Να κατακτήσει και να εξημερώσει τον άντρα που αγαπά. «Γεράσαμε και δε δενόμασταν», παρατηρεί η ίδια. Ο λόγος της δεν αναπολεί ένα διάσημο παρελθόν όπως η «Ελένη» του Γ. Ρίτσου. Είναι ανώνυμη, οικεία, καθημερινή. Ψιθυρίζει, τραυλίζει, παραληρεί. «Σκύλα νυχτωμένη λέει ονόματα», όπως αναφέρει και το μότο που χρησιμοποιεί από τον πρόωρα χαμένο ποιητή Χρήστο Μπράβο. Αφηγείται σε έναν αθέατο ακροατή. Χωρίς νοσταλγία και πάθος.

Ένα βασικό χαρακτηριστικό της ηρωίδας του «Γερνάω επιτυχώς» , αλλά και ολόκληρης της διηγηματογραφίας του Σκαμπαρδώνη, είναι ότι διαμορφώνεται ως χαρακτήρας από τις πράξεις και τα συμβάντα. Φωτίζεται εξωτερικά, χωρίς να παρακολουθούμε τις σκέψεις και τα συναισθήματά της. Ο σχοινοτενής μονόλογός της συναρμολογεί απλώς τα θραύσματα της ζωής. Μοιάζει με προσπάθεια να καταλάβει τον εαυτό της, να βάλλει σε τάξη το παρελθόν. Όμως η αφήγηση, η εξομολόγηση, ο μύθος, κρύβουν ένα βαθύτερο μυστικό. Ελέγχουν τις πράξεις , απαλύνουν τις ενοχές, δίνουν νόημα στην ύπαρξή μας. «Ακόμα κι η ζωή μου αποχτά σημασία όταν τη διηγούμαι σε κάποιον» (Τ. Λειβαδίτης)

Ο Γ. Σ. καταφέρνει με την ατομική μυθολογία να κάνει μια τομή που αντιπροσωπεύει τα ήθη της Ελλάδας των προηγούμενων δεκαετιών. Δίνει για τη βορειοελλαδική ενδοχώρα μια οπτική όχι γραφική ή τουριστική, ούτε εξωτική για τους λάτρεις των θρύλων, αλλά δύσκολης και πικρής όπως ήταν πραγματικά γι’ αυτούς που την έζησαν.

Στα κεφάλαια 9-16, που μοιάζουν εμβόλιμα στην αφήγηση,. κάνει μια αναδρομή στην ιστορία του τόπου. Κατοχή, Βούλγαροι, εμφύλιος, διαθλώνται μέσα από τη συνείδηση της ηρωίδας. Ωστόσο, η χρήση της ιστορίας από μια μονόπλευρη οπτική είναι ένας δρόμος ολισθηρός. Ένα άλλο πρόσφατο μυθιστόρημα, το «Συναξάρι του Ανδρέα Κορδοπάτη» του Θανάση Βαλτινού, δίνει με την πολυφωνική αφήγηση και την αμερόληπτη προσέγγιση μια διάσταση των Βαλκανικών πολέμων και της μικρασιατικής καταστροφής πέρα από τα επίσημα εγχειρίδια

Η επιτυχία του «Γερνάω επιτυχώς», οφείλεται στη δύναμη και την αμεσότητα της πρωτοπρόσωπης αφήγησης. Ο απλοϊκός αλλά καίριος λόγος, χωρίς να καταφεύγει στην κατασκευασμένη ντοπιολαλιά, πλάθει ένα χαρακτήρα με πειστικότητα. Η αποσπασματικότητα και οι χρονικές αναδιατάξεις της αφήγησης, η προφορικότητα, οι μικρές προτάσεις, δημιουργούν λόγο νευρώδη ο οποίος υπερβαίνει την παγίδα της στατικότητας.

Παρ’ όλα αυτά κάποιες λέξεις όπως τα «αίφνης» και οι «λοφοπλαγιόκαμποι» ηχούν παράταιρα στα χείλη μιας επαρχιώτισσας του παρελθόντος.

Ο Γ. Σκαμπαρδώνης πέρασε με επιτυχία στις εκτεταμένες αφηγήσεις παρά το γεγονός ότι με τα διηγήματά του, που αγαπήσαμε, είχε στήσει τον πήχυ πολύ ψηλά.

ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ Τχ. 113 Δεκέμβριος 2000


Δεν υπάρχουν σχόλια: