Πέμπτη, 22 Φεβρουαρίου 2007

Τάσος Χατζητάτσης


Η μελαγχολία της Ιστορίας


"Σα σπασμένα φτερά"
Εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2003 Σελ. 208


Το «Σα σπασμένα φτερά» είναι το τρίτο βιβλίο του Τάσου Χατζητάτση, μετά τις δυο συλλογές πεζών κειμένων -«Σικελικοί εσπερινοί» (1997) και «Στη σφενδόνη» (2000). Αν και ο ίδιος αποφεύγει να το χαρακτηρίσει, η κριτική το έχει ήδη εισπράξει ως μυθιστόρημα.

Η μετάβαση αυτή σε ένα άλλο είδος επιβεβαιώνει μια παρατήρηση. Όσοι πεζογράφοι έχουν δοκιμαστεί στον χώρο του διηγήματος και επιχειρούν ευρύτερες συνθέσεις (Δ. Νόλλας, Α. Μήτσου, Δ. Μίγγας, Β. Τσιαμπούσης, Ν. Χουλιαράς) διακρίνονται για την οικονομία των λέξεων και την πυκνότητα της γραφής τους, Αποφεύγουν όλοι τις απεραντολογίες και τα μυθιστορήματα-τούβλα που επιβάλλουν οι εμπορικές και εκδοτικές συνταγές των καιρών.

Η Ιστορία, όπως και στα προηγούμενα βιβλία, αποτελεί μια βασική του θεματική. Η αφήγηση διατρέχει σχεδόν όλο τον προηγούμενο αιώνα και ιδιαίτερα τις τραυματικές του αιχμές, με σημείο εκκίνησης την εκστρατεία της Oυκρανίας, την Κατοχή, τον Εμφύλιο, την Δικτατορία και φθάνοντας έως την Μεταπολίτευση.

Ο Χατζητάτσης επανέρχεται με εύστοχο τρόπο σε ένα θέμα για το οποίο έχει χυθεί πολύ μελάνι, γιατί η πρόθεση του δεν είναι να κατανείμει ευθύνες και να πάρει το μέρος της μιας ή της άλλης πλευράς, αλλά να κατανοήσει και να ψηλαφίσει ένα χαμένο όνειρο.

Η νεαρή Αμαλία, κυρίαρχη αφηγηματική μορφή του έργου, σε μια κρίσιμη στιγμή της ζωής της και ως πράξη αυτογνωσίας, αναλαμβάνει να ανασυνθέσει την οικογενειακή της ιστορία και στις δυο εκδοχές.

Σε ένα παιχνίδι της γραφής, δοκιμάζει διαφορετικές φωνές, δίνει τον λόγο στα γυναικεία μέλη της οικογένειας, συμπληρώνει κενά, επινοεί στοιχεία, παραθέτει επιστολές, ημερολογιακές εγγραφές ή αποσπάσματα εφημερίδων.

Βέβαια, δεν είναι κάτι το καινοφανές ούτε η πολυφωνική αφήγηση ούτε η λογοτεχνία των «τεκμηρίων». Οι μορφικές αναζητήσεις και οι κατακτήσεις του νεωτερικού μυθιστορήματος έχουν και στην Ελλάδα τη σχετική προϊστορία. Ο Βαλτινός, ο οποίος με τα «Στοιχεία για τη δεκαετία του 60» ήταν από τους πρώτους που εισήγαγε την τεχνική, παραπονείται σήμερα για άτεχνες μιμήσεις.

Το σημαντικό, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι ο Χατζητάτσης υπερβαίνει τους σκοπέλους και τους ορατούς κινδύνους που ενεδρεύουν σε παρόμοιες περιπτώσεις. Η οργάνωση και η συνύφανση του υλικού είναι τέτοια, ώστε κάτω από όλες τις μορφές του λόγου να υπάρχει το νήμα μιας συνεκτικής αφήγησης, που τις διατρέχει και τις κυβερνά.

Η ιστορία μοιράζεται αφηγηματικά και πέντε γυναικείες φωνές κεντούν παράλληλες γραμμές στον καμβά του μυθιστορήματος. Η θεία Αμαλία, η Ελισάβετ, η Ελένη, η Μαρία και η φοιτήτρια Αμαλία προωθούν διαδοχικά την ανέλιξη του μύθου, φωτίζουν τα πράγματα από τη δική τους οπτική γωνία, καταθέτουν την άποψή τους.

Οι ήρωες δεξιοί και αριστεροί –η θεία Αμαλία, ο Τζώρτζης, ο Κωνσταντίνος, ο Αλέκος- δεν αποτελούν την εξαίρεση ή κάποια υπερβολή αλλά συμπύκνωση και αντιπροσωπευτικούς τύπους της εποχής τους. Οι άντρες, ιδεολόγοι και πρωταγωνιστές της Ιστορίας, πεθαίνουν στα πεδία των μαχών, βασανίζονται από τα καθεστώτα, συμμετέχουν στους μηχανισμούς της εξουσίας. Ο στόχος του μυθιστορήματος δεν είναι να καταγράψει τα ιστορικά γεγονότα αλλά όσα διαδραματίζονται εκτός πεδίου, στο παρασκήνιο. Γι’ αυτό και ο συγγραφέας δίνει τον λόγο στις γυναίκες οι οποίες υφίστανται τις συνέπειες των γεγονότων, είναι περισσότερο ευαίσθητες και πολλές φορές μετατρέπονται σε τραγικές υπάρξεις, παρακολουθώντας αδύναμες ως μητέρες, ως σύζυγοι, ή ερωμένες τα πράγματα. Γυναίκες θύματα, αφοσιωμένες στους άντρες, οι οποίες καίγονται από την απουσία του έρωτα, αναζητούν την αγάπη και υποφέρουν γι’ αυτή.

Η θεία Αμαλία, τυπική εκπρόσωπος των εθνικοφρόνων, αφοσιωμένη στον αρραβωνιαστικό της Τώνη που σκοτώθηκε στην Oυκρανία, αργότερα στον αδερφό της Τζώρτζη ταγματάρχη της εποχής του Eμφυλίου και τέλος στον γιο του Κωνσταντίνο.

Η Ελένη, μητέρα της Αμαλίας, υφίσταται τις συνέπειες του αριστερού πατέρα, παρακολουθεί αγόγγυστα τον σύζυγό της Κωνσταντίνο στις δικές του περιπέτειες, προδίδεται από τον εραστή της.

Η φοιτήτρια Αμαλία βλέπει τον έρωτά της να σβήνει και τον άνθρωπο που πίστεψε να ξεφτίζει. Ακόμα και η ελαφρών ηθών Μαρία κατά βάθος την αγάπη αναζητά από κορμί σε κορμί.

Ο Χατζητάτσης είναι αναμφισβήτητα ένας τεχνίτης της γραφής. Ο ρεαλισμός εναλλάσσεται με την ποιητικότητα και ο λυρισμός απογειώνει το κείμενο. Όμως, όπως συμβαίνει πολλές φορές ένα πλεονέκτημα κινδυνεύει να μετατραπεί σε αδυναμία από την κατάχρήση του. Μερικές φορές η ποίηση φαίνεται ότι υπερβαίνει ένα λεπτό όριο και αναλαμβάνει ρόλους που δεν της ανήκουν. Επίσης, η γλωσσική διαφοροποίηση των μονολόγων ανάλογα με το ήθος του εκάστοτε ήρωα δεν είναι πάντα επαρκής, με ευτυχέστερο παράδειγμα την Ελισάβετ. Οι επιμέρους αυτές παρατηρήσεις δεν αναιρούν το δεδομένο ότι, τελικά, πρόκειται για μια απολαυστική και ισορροπημένη αφήγηση. Παρά την αποσπασματικότητα δεν στερείται μιας συνολικής άποψης για τα πράγματα. Η σύνθεση και η οργάνωση του λόγου κατορθώνει να εμποτίζει ένα ετερογενές και προδήλως κατασκευασμένο υλικό με συγκινήσεις και νοήματα ζωής.

Η Ιστορία, όπως λέει ο Χατζητάτσης, «μπαίνει κάτω από τις επιδερμίδες των ανθρώπων και τις ρυτιδιάζει». Έργο του μυθιστοριογράφου δεν είναι τα γεγονότα αλλά οι περιπέτειες της ανθρώπινης ψυχής. Και το άθροισμα που μένει στα δάχτυλα, όταν περάσει ανάμεσά τους το πλατύ ποτάμι της Ιστορίας και της αφήγησης, είναι τα νεκρά όνειρα, οι λυγισμένες ελπίδες, η αγάπη που χάθηκε, το πικρό ίζημα που μένει στα χείλη και τη γλώσσα.

Αυτή η στυφή γεύση, και συγχρόνως η αυτογνωσία που κερδίζει η νεαρή Αμαλία, είναι το κέρδος και το στοίχημα της γραφής.

ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ τχ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: