Σάββατο, 24 Φεβρουαρίου 2007

Δημήτρης Νόλλας


Η τέχνη του ελάχιστου στη διηγηματογραφία του Δημήτρη Νόλλα

Υπάρχει μία υπόγεια αλλά ευρέως διαδεδομένη αντίληψη ότι το μυθιστόρημα είναι ανώτερο και πληρέστερο είδος σε σχέση με το διήγημα. Άποψη η οποία τείνει να παγιωθεί, από τα τρέχοντα εκδοτικά και συγγραφικά ήθη, που θέλουν το κύρος του συγγραφέα, ευθέως ανάλογο προς τον όγκο των βιβλίων του.

Αν όμως το μυθιστόρημα φιλοδοξεί να εκφράσει μιαν αλήθεια ζωής καθολική, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πρόκειται για μια πληρότητα απατηλή και διαρκώς διαφεύγουσα. Αντίθετα, το διήγημα, απαλλαγμένο από τέτοιες προθέσεις, προγραμματικά ειλικρινές, διεκδικεί την ένταση της στιγμής, την αστραπή που θα φωτίσει στιγμιαία το ανείπωτο. Δεν υπάρχουν πολλά περιθώρια για να πείσεις. Οι αδυναμίες, τα λάθη δομής και γλώσσας, γίνονται άμεσα ορατά. Μοιάζει λίγο, με την εκτίναξη του τερματοφύλακα στο γάμα της εστίας. Ο θρίαμβος με την αποτυχία, γειτονεύουν τόσο πολύ και απέχουν ελάχιστο χρόνο.

Το διηγηματογραφικό έργο του Δ. Νόλλα αποτελεί μια έμπρακτη υπεράσπιση του είδους, συνεχίζοντας τη μεγάλη πεζογραφική μας παράδοση όπου το διήγημα κατέχει εξέχουσα θέση και υπηρετήθηκε από λαμπρά ονόματα. Οι τρεις συλλογές στις οποίες θα αναφερθώ, "Το Τρυφερό δέρμα" (Κρατικό βραβείο διηγήματος 1983), "Ονειρεύομαι τους φίλους μου" και "Θολά Τζάμια" (Βραβείο διηγήματος περιοδικού Διαβάζω) διαγράφουν τα χαρακτηριστικά της γραφής του και την καθιστούν αναγνωρίσιμη.

Πρόκειται για μιατέχνη του ελάχιστου. Ο Νόλλας διακρίνεται για τη λιτότητα του ύφους. Οικονομεί τις λέξεις με ακρίβεια, προτιμά να δείχνει αντί να λέγει, να υπαινίσσεται αντί να κατονομάζει. Η γλώσσα αυτή κατακτήθηκε με την πάροδο του χρόνου. Στα πρώτα του έργα "Η νεράιδα της Αθήνας", "Πολυξένη" ο λόγος πληθωρικός άγχεται να πει τα πάντα. Ο προσχηματικός μύθος δίνει βήμα στον πρωτοπρόσωπο αφηγητή να εξιστορήσει και να αποκαλύψει. Από βιβλίο σε βιβλίο αποβάλλονται τα περιττά. "Μη χρησιμοποιείς ποτέ τρεις λέξεις εάν αυτό που έχεις να πεις λέγεται με δύο" όπως έγραφε ο Αλέξανδρος Κοτζιάς 1.

Σταδιακά αποκρυσταλλώνεται το ύφος με το οποίο οι λέξεις γίνονται καίριες και λειτουργικές, ο τόνος χαμηλώνει, ο ευθύς λόγος έχει έντονη παρουσία. Το ελάχιστο όμως υπάρχει και στα αισθήματα των ηρώων. Δεν έχουμε πυρακτωμένα γεγονότα. Οι ήρωες δεν σπαράσσονται από ακραία πάθη. Δε βλέπουμε μεγάλους έρωτες, εγκλήματα και τραγωδίες αλλά παρατηρούμε πως οι άνθρωποι μεταλλάσσονται αδιόρατα, διαβρώνονται υποδόρια με τις μικρές καθημερινές πράξεις.

Πιστεύω ότι ο Δ. Ν. θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως συγγραφέας του βλέμματος, ενός βλέμματος προσωπικού. Ο ισχυρισμός αυτός στηρίζεται στην εξωτερική εστίαση που χρησιμοποιεί και την ένταση της περιγραφής. Η αφήγηση παρακολουθεί λεπτομέρειες, χειρονομίες και αντικείμενα φαινομενικά επουσιώδη αλλά σε μια δεύτερη ανάγνωση αναδεικνύουν νοοτροπίες και ψυχισμούς.

Τα ασήμαντα συμπλέκονται και ξετυλίγονται με τα σπουδαία. Οι δραματικοί διάλογοι γίνονται καθώς οι ήρωες καθαρίζουν τα παπούτσια τους.

Ο φωτισμός των προσώπων γίνεται απ' έξω. Δεν παρακολουθούμε τις σκέψεις και τα συναισθήματα τους. Ο αφηγητής μοιάζει με αυτόπτη μάρτυρα που καταγράφει όσα βλέπει και ακούει.

Υπάρχει ένας κύκλος διηγημάτων, που εντοπίζεται κυρίως στο Ονειρεύομαι τους φίλους μου και τα οποία θα μπορούσαν να στεγασθούν κάτω από τον τίτλο του Γ . Μπασκόζου2 "Λογοτεχνία της πόλης". Στις ιστορίες αυτές υπάρχει μια κοινή ατμόσφαιρα. Τα πρόσωπα, σχεδόν ανώνυμα, κατατρύχονται από άγχη και συγχύσεις. Η κατάσταση τους επιβάλλεται σαν μια εξωτερική δύναμη. Η πόλη στην οποία περιφέρονται έχει εξελιχθεί σε παγίδα. Η αφήγηση δίνει ελάχιστα στοιχεία για την ταυτότητα και τα κίνητρα των ηρώων. Άνθρωποι μοναχικοί, διηγούνται ιστορίες για να σπάσουν τη μονοτονία τους, μικροαπατεώνες που φοβούνται ο ένας τον άλλον. Συνιστούν μια οικογένεια χαρακτήρων που συγκεντρώνει κυρίως αρνητικά χαρακτηριστικά, χωρίς ηθικά διλήμματα και αμφιταλαντεύσεις. Επιβιώνουν και πετυχαίνουν όσοι έχουν ελαστική συνείδηση. Οι άλλοι, τα σκύβαλα της μηχανής του συστήματος, βρίσκουν καταφύγιο στο αλκοόλ, πίνουν αυτοκαταστροφικά, ποτίζοντας μια σκοτεινή ενδοχώρα. Τα μπαρ αποτελούν το τελευταίο οχυρό έξω από το οποίο ενεδρεύει η γκρίζα προοπτική της πόλης, ψυχρή σαν το παγωμένο χιόνι. Στην έκβαση των περισσότερων διηγημάτων αυτού του κύκλου κατακαθίζει ένα πικρό, μελαγχολικό ίζημα με τη στυφή γεύση του αδιεξόδου. Αντιπροσωπευτικό δείγμα, το ομώνυμο διήγημα της συλλογής. Ο κυνισμός μάς ακουμπάει με το βελούδινο γάντι του φίλου. Ο εφιάλτης χαμογελάει και έχει τα χρώματα της καθημερινότητας.

Στα "Θολά τζάμια" παρατηρούμε μια διαφοροποίηση. Ο συγγραφέας αναδεικνύει το προσωπικό ήθος απέναντι στις καταστάσεις. Η ατομική μοίρα των ηρώων προδιαγράφεται από κοινωνικές παραμέτρους αλλά και από τη στάση τους απέναντι στα πράγματα. Οι χαρακτήρες δεν είναι οι άνθρωποι χωρίς ιδιότητες με τις αυτοματικές συμπεριφορές. Αποκτούν ταυτότητα και παρελθόν. Τα κίνητρά τους είναι σαφή, ωριμάζουν ή συνειδητοποιούν την αποτυχία τους.

Το σκηνικό της δράσης μεταφέρεται από τους απροσδιόριστους χώρους των μεγαλουπόλεων σε συγκεκριμένα μέρη. Στον κοσμοπολιτισμό της προηγούμενης συλλογής (Λονδίνο, Λουβιέρ, Χάιλμπρον) ένα και μοναδικό όνομα, το Δοξάτο, φέγγει ως απουσία και επιθυμία νόστου. Αντίθετα στα "Θολά Τζάμια" τα πληθωρικά τοπωνύμια (Λάρισα -Κατερίνη- Ναύπλιο- Γρεβενά- Τύρναβος -Εγνατία- Ηπειρώτικο χωριό) δεν είναι απλώς το σκηνικό της δράσης αλλά μια σημαίνουσα γεωγραφία που δείχνει την επιθυμία της γραφής, να περιπλεύσει το σώμα της Ελλάδας και να μιλήσει γι αυτή.

Yπάρχει ένα κοινό νήμα που συνδέει όλα τα διηγήματα. Η θεματική της πατρώας γης και ό,τι αυτή συμβολίζει διερευνάται από διάφορες οπτικές γωνίες. Η ανεστιότητα, ως πραγματικότητα ή απειλή διαποτίζει τα κείμενα.

Η τυπολογία των ηρώων περιλαμβάνει δυο κυρίως κατηγορίες. 'Οσοι ξεπουλάνε τη γη τους, αλλάζουν ταυτότητα, ονειρεύονται το εύκολο χρήμα, φαίνονται προορισμένοι για το χαμό, έντομα που πέφτουν σε πυρακτωμένη λάμπα. Στις πέντε πρώτες ιστορίες οι πρωταγωνιστές είναι μετανάστες ή πρόσφυγες ενοφθαλμισμένοι σ ένα ξένο κορμό, περιπλανώνται κουρασμένοι αναζητώντας καλύτερη τύχη.

Στο "Κανένας δε ζημιώθηκε πουλώντας γη" ο Ανέστης Χατζηανέστης αρνείται το παρελθόν του, πουλώντας τα χωράφια της συζύγου του. Είναι έτοιμος ν' αλλάξει ζωή, να ξεχυθεί στην αγκαλιά της πόλης η οποία αντί για τις τρυφερές περιπτύξεις που ονειρεύεται τον φτύνει και τον ραπίζει. Η ζωή μια καλοκαιρινή μέρα στη Θεσ/νίκη αποδεικνύεται κόλαση.

Aυτά τα βλέπει και τα διαισθάνεται μια τυφλή, η γυναίκα του. Προικισμένη με μιαν ένδον όραση, ακουμπάει με τη σκέψη της σε μια παράδοση αιώνων που θέλει τον άνθρωπο αφεντικό στο σπίτι του. Στη διαμάχη του ζευγαριού χάνει η σύζυγος με το συμβολικό όνομα Ελευθερία.

Στο "Ονειρεύομαι τους φίλους μου" επισημαίνεται η απόλυτη απουσία του άλλου φύλου και όπως γράφει το οπισθόφυλλο θα μπορούσε να ονομαστεί «Ιστορίες χωρίς γυναίκες».

Στα "Θολά Τζάμια" η γυναικεία παρουσία εξασφαλίζει προνομιακή μεταχείριση. Οι ήρωες που είναι πιο κοντά στην αλήθεια και φορείς ενός άλλου ήθους είναι κυρίως γυναίκες. Η τυφλή Ελευθερία, η τρελή Σουλτάνα στο "Φιλόξενο σταύλο", που αισθάνεται στο χωριό της "σαν λυγαριά στην όχθη του ξεροπόταμου που όσο κι αν την τραβάς δεν ξεριζώνεται ", η Μαριάνθη από το Κόλυβα στο χώμα η οποία αρνείται επίσης να εγκαταλείψει τον τόπο της, η Ρωσοπόντια Μεταξία από το "Μην παίρνεις τίποτα μαζί σου" η οποία κατανοεί τους άλλους γιατί απόκτησε η ίδια τη γνώση με κόπο, η Ντόινα στο «Ανθρωποι και ντουβάρια» , που η μητρική και γυναικεία ευαισθησία την οδηγεί στην αυτογνωσία, ώστε να κρύβει το πρόσωπο στις παλάμες της.

Οι λογοτέχνες βγάζουν το ψωμί τους, έχoντας ως πρώτη ύλη τον πόνο και το κακό. Στις σελίδες τους ευδοκιμούν κυρίως οι αρνητικοί ήρωες. Η ευτυχία μόνο ως απουσία ή ως μικρή αντίστιξη κάνει την εμφάνιση της. Μια τέτοια ευτυχισμένη στιγμή βλέπουμε στην ακροτελεύτια παράγραφο του βιβλίου. Η Μαρίκα Μάρκου "ευτυχισμένη σταύρωσε τα χέρια της πίσω απ το κεφάλι κι αγνάντεψε τη θάλασσα. Μπροστά της ξετυλιγόταν κάτι το αμετακλήτως όμορφο". 'Οταν όλοι ξεπουλάνε και περιπλανώνται, φροντίζει να εξασφαλίσει δυο πήχες γης, την αιώνια κατοικία της. Ανικανοποίητη και με αισθήματα απέχθειας για τον τόπο της γιαγιάς της, μπόρεσε να περάσει στην άλλη όχθη, κατάφερε να συμφιλιωθεί με τη γη, το αναπότρεπτο τέρμα κάθε ανθρώπου, βρίσκοντας μια καινούργια ισορροπία, μια φιλοσοφία ζωής.

Ο Δ. Ν. συνηθίζει στις συλλογές του να συμπεριλαμβάνει ένα διήγημα σχετικό με την ποιητική και τα όρια της γραφής. Τα συγγραφικά δικαιώματα από το "Τρυφερό δέρμα" είναι μια παρωδία αστυνομικής ιστο- ρίας, που παραπέμπει στη γλώσσα της λογοτεχνίας. 'Ενας ρεπόρτερ εφημερίδας, προσπαθεί να εξιχνιάσει κάποιο έγκλημα. Ο ήρωας, όπως και ο συγγραφέας, αναζητούν την αλήθεια με τη βοήθεια μιας ιστορίας. Ανασυνθέτουν τα γεγονότα μέσα από τις λεπτομέρειες, αναμετρώνται με κενά και ασάφειες. Ονειρεύομαι λέει ο ρεπόρτερ μια κοινωνία, "όπου το γεγονός θάναι τόσο διάφανο όσο και τούτη δω η τζαμόπορτα". Η γραφή πολιορκεί την καθαρότητα, ψηλαφεί τα όριά της, υποδηλώνει την ανεπάρκειά της στην αέναη προσπάθεια να συλλάβει το άρρητο που διολισθαίνει. Τα τζάμια είναι θολά, επαναλαμβάνει ο συγγραφέας δεκατέσσερα χρόνια αργότερα. Στο διήγημα της ομώνυμης συλλογής ένας δημοσιογράφος παρατηρεί το πλήθος πίνοντας εσπρέσσο σ' ένα μικρό καφέ. Τα νερά της βροχής που γλιστρούν στο γυαλί της βιτρίνας, τον κάνουν να μπερδεύει αυτά που βλέπει. Επιπλέον τα γεγονότα παραμορφώνονται από την επιθυμία του να στήσει ένα μεγάλο θέμα με πολλή συγκίνηση. Η ανάγνωση των γεγονότων, θολώνει από τα κίνητρα και οδηγεί στην κατασκευή της αλήθειας. Η γραφή παραμένει ένας ενδιάμεσος. Η πραγματικότητα, βρίσκεται από την άλλη πλευρά των θολών τζαμιών.

Με μια λογοτεχνική παραγωγή η οποία εκτείνεται στο τελευταίο τέταρτο του αιώνα, ο Δ. Ν περιέγραψε το σύγχρονο άνθρωπο, να περιπλανάται ανέστιος στο αστικό τοπίο, αποκομμένος από τον τόπο και το φυλετικό παρελθόν του. Σέρνεται στο χάος της πόλης, αναζητώντας μέσα από τα θραύσματα, την ενότητα του κόσμου. Μετανάστης που ψάχνει μιαν ωραιότερη αλήθεια, αλλά ξέχασε την πατρώα γη, τη νήμα της Αριάδνης που μας συνδέει με το χαμένο κέντρο της ύπαρξης μας.

'Οταν στον εκδοτικό πληθωρισμό, όλοι κυνηγούν το μπεστ-σέλερ με τα ογκώδη μυθιστορήματα, ο Δ. Νόλλας κάνει με τα μικρά διηγήματα μια μεγάλη και πρωτότυπη κατάθεση στην τράπεζα της ελληνικής πεζογραφίας.

1. "Αληθομανές χαλκείον. Η ποιητική ενός πεζογραφου" Γράμματα και τέχνες τχ. 64-65 σ.13

2. Διαβάζω τχ. 360 σ. 171

ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ τχ. 109 Δεκέμβριος 1999


Εργοβιογραφικό σημείωμα του Δημήτρη Νόλλα στη σελίδα του ΕΚΕΒΙ


ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΝΟΛΛΑΣ: "Τα γραπτά μου είναι περισσότερο αποτέλεσμα σβησίματος", Συνέντευξη στον Μισέλ Φάις. Ελευθεροτυπία, 11.4.2003

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΝΟΛΛΑΣ: "Επιστροφή στο σπίτι", Συνέντευξη στη Μαίρη Παπαγιαννίδου, Βήμα, 23.7.200


Βαγγέλης Χατζηβασιλείου- "Ο παλαιός εχθρός", Ελευθεροτυπία, 25.6.2004

Μάρη Θεοδοσοπούλου- "Ο παλαιός εχθρός", Βήμα, 11.7.2004

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου-"Από τη μία είκόνα στην άλλη" ,Ελευθεροτυπία, 11.4.2003

Μάρη Θεοδοσοπούλου, "Από τη μία εικόνα στην άλλη", Βήμα, 25.5.2003

Ντίνος Σιώτης- "Φωτεινή μαγική", Βήμα, 18.6.2000

Μάρη Θεοδοσοπούλου- "Μικρά ταξείδια", Βήμα, 6.12.1998


Δεν υπάρχουν σχόλια: