Πέμπτη, 22 Φεβρουαρίου 2007

Jean Echenoz


Η σιγανή μουσική της καθημερινής κόλασης

Προπαντός όχι Σοπέν

Μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2004, σ. 188,


Ο πολυβραβευμένος Γάλλος συγγραφέας είναι από τις ευτυχείς περιπτώσεις που συνδυάζουν την αγάπη του κοινού, τις πωλήσεις και τις εγκωμιαστικές κριτικές. Ανεξαρτήτως της ετικέτας η οποία θα του αποδοθεί από μια μανία ταξινόμησης, ο Ζαν Εσενόζ έχει σημείο αφετηρίας το Νέο Μυθιστόρημα και κινείται στα όρια του μοντερνισμού. Διακρίνεται για τις γόνιμες αφηγηματικές αναζητήσεις, δανειζόμενος αφηγηματικά σχήματα πλατιάς κατανάλωσης, όπως το αστυνομικό ή το εξωτικό μυθιστόρημα, σε μια κίνηση ανατροπής και υπέρβασής τους. Στα ελληνικά κυκλοφορούν επίσης τα «Φεύγω», «Οι ψηλές ξανθιές» και «Λίμνη», ενώ το «Προπαντός Σοπέν» είναι το έβδομο μυθιστόρημά του.

Όπως και σε προηγούμενα έργα του βασικό αφηγηματικό τέχνασμα αποτελεί μια εξαφάνιση. Πάνω σ’ αυτόν τον καμβά κεντά την περιπέτεια του κεντρικού χαρακτήρα, η οποία εκτυλίσσεται, κυρίως, στο Παρίσι. Το χρονικό άνυσμα της αφήγησης μετράται με βδομάδες καταγράφοντας την ιστορία του Μαξ Ντελμάρκ βιρτουόζου πιανίστα, ο οποίος χρησιμοποιεί το αλκοόλ για να λειτουργήσει ενώπιον του κοινού. Η μαχαιριά κατά τη διάρκεια μιας σκοτεινής νύχτας θα επιφέρει το προσωρινό τέλος του ήρωα αλλά όχι και του μυθιστορήματος, καθώς γίνεται η απαρχή για την παρείσδυση του μυστηρίου στην υπόθεση. Ο Μαξ ξυπνά σε μια άγνωστη αίθουσα ενός περίεργου κέντρου. Μοιάζει χαμένος σε ένα καφκικό περιβάλλον ψάχνοντας την άκρη του νήματος. Επανέρχεται στον κόσμο μεταλλαγμένος κάνοντας μια καινούρια αρχή υπό την προϋπόθεση να εγκαταλείψει τον πρότερο βίο του. Ο πραγματικός και φανταστικός χώρος εισχωρούν ο ένας μέσα στον άλλον συγχέονται, και φωτίζονται διαφορετικά. Ο αναγνώστης αναρωτιέται αν αυτό που συμβαίνει είναι αληθινό και η αφήγηση βαθμιαία διολισθαίνει σε μια πορεία από το ρεαλιστικό στο παράδοξο. Τον κρατά συνεχώς μετέωρο, ακροβατεί στο μεταίχμιο ενός κόσμου αληθοφανούς και παράλογου. Στέκεται διστακτικός και αναποφάσιστος. Όμως αυτός «ο δισταγμός του αναγνώστη αποτελεί τον πρώτο όρο του φανταστικού» λέει ο Τσβετάν Τοντόροφ.

Η κοινωνία εγγράφει έντονα την παρουσία της στο έργο του. Ο έρωτας, το πρόβλημα της ταυτότητας, η καλλιτεχνική δημιουργία συνιστούν τις θεματικές ορίζουσες του μυθιστορήματος. Οι ήρωές του κυκλοφορούν χαμένοι μέσα στο μητροπολιτικό τοπίο και κατατρύχονται από τις συνέπειες του. Θεραπεύουν τα άγχη και τις ψυχικές τους αναπηρίες καταφεύγοντας στο αλκοόλ. Αλλάζουν τόπους και προσωπεία σε μια διαρκή φυγή και ψηλάφηση της ταυτότητάς τους.

Μια γυναίκα εκπάγλου ομορφιάς και απρόσιτη θα στοιχειώσει τη ζωή του Μαξ. Την ψάχνει στον υπόγειο του Παρισιού, θα την αναζητήσει εναγωνίως στον κάτω κόσμο, στην Αστική ζώνη, και θα την χάσει, όπως ο Ορφέας την Ευρυδίκη, όταν την αντικρίζει στο πρόσωπο.

Η γραφή έχει ένα αντίκρισμα στη ζωή και την ελαφρότητα της κοινωνίας που περιγράφει. Παρακολουθεί με πικρό χιούμορ τους ήρωες. Αρκετά επίπεδοι και αδύναμοι δραματουργικά δεν διακατέχονται από μεγάλα πάθη. Διαφανείς σχεδόν, παρασύρονται από το ρεύμα της ζωής, εκστατικοί και οι ίδιοι όπως ο αναγνώστης μέσα στο παράλογο της ύπαρξης και της εποχής. Η αφήγηση επιφανειακά απλή και ευθύγραμμη. Ειρωνική και παιγνιώδης, απευθύνεται πονηρά με παρεκβάσεις στον αναγνώστη κλονίζοντας τις συμβάσεις και ανακαλώντας τον στην τάξη από την υψιπετή πορεία στους μυθοπλαστικούς αιθέρες. Οι εξαιρετικές περιγραφές, όχι μόνο του Παρισιού αλλά και των ρούχων ή των ταπεινών αντικειμένων, αναδεικνύουν τη σημαντική λειτουργία του βλέμματος. Με εμβρυουλκό την περιγραφή και την εξαντλητική απαρίθμηση τους προκύπτει μια άλλη οπτική για τα πράγματα, τη χρήση, και το νόημά τους.

Ενδιαφέρουσα και πρωτότυπη είναι, επίσης, η γλώσσα του κειμένου, όπου ο παντογνώστης αφηγητής αναφέρεται στην ιστορία σε τρίτο πρόσωπο, αλλά συγχρόνως μετέρχεται με άνεση και πλαστικότητα τα υπόλοιπα δύο, ενσωματώνοντας σε ελεύθερο πλάγιο λόγο την άποψη του πρωταγωνιστή, ενώ είναι διάστικτη από κινηματογραφικούς όρους όπως τράβελιγκ, πλονζέ κ.α.

Όμως η παγίδα και η τέχνη του Εσενόζ είναι τούτη. Με έναν λόγο ειρωνικό, κι ανάλαφρο σαν μικρή νυχτερινή μουσική, μας φέρνει ανεπαισθήτως αντιμέτωπους με το διαβρωτικό και εφιαλτικό τέλος. Η περιήγηση στο θαυμαστό και παράδοξο κόσμο θα έχει μιαν απροσδόκητη έκβαση. Η κόλαση είναι εδώ. Η Αστική Ζώνη. Η καθημερινή μας ζωή. Να παρακολουθείς αδύναμος τον μεγάλο σου έρωτα και την ομορφιά σε λάθος χέρια.



ΑΥΓΗ 5.9.2004

Δεν υπάρχουν σχόλια: